Συνήθως συμβαίνει λίγο πριν τον ύπνο. Με το που πάω να σβήσω τα φώτα, μου λέει: “το πρωί, όταν φτάνουμε σχολείο, είμαι πάντα ο τελευταίος που βγαίνει από το σχολικό, και οι φίλοι μου τρέχουν προς την τάξη και δεν με περιμένουν, και δεν μου αρέσει καθόλου αυτό”. Ή, το άλλο: “η Μ.*, στο σχόλασμα, μου πήρε το βιολί κι άρχισε να τρέχει”. Κάνω μια αστραπιαία αναδρομή στα διδάγματα από τις ομάδες γονέων και προσπαθώ για το καλύτερο: ακούω, αναγνωρίζω το συναίσθημά του, και αν μπορώ, μπαίνω και σε μια διαδικασία επίλυσης του προβλήματος, προσπαθώντας να μη βάζω τον εαυτό μου στη θέση του.

Όταν εκείνος είναι έτοιμος να κοιμηθεί (βασικά με έχει βαρεθεί), κι εγώ έχω ολοκληρώσει την ερμηνεία της “καλής μαθήτριας ομάδας γονέων”, μένω μόνη και αρχίζω να αγχώνομαι. Γιατί ο μεγάλος μου γιος είναι ακόμα στην Α’ Δημοτικού. Αν βάλουμε στην άκρη το ακαδημαϊκό κομμάτι, έχει άλλα 11 χρόνια να πληγωθεί, να ματαιωθεί, να νιώσει στρες για πολλά θέματα κοινωνικής φύσεως. Κι αν κρίνω από τις άλλες μητέρες με τις οποίες συναναστρέφομαι, οι εκμυστηρεύσεις πριν τον ύπνο πέφτουν βροχή (υπηρετώντας φυσικά και τον πρόσθετο σκοπό αναβολής της ώρας του ύπνου).

Ο άντρας μου μου έδωσε πρόσφατα να διαβάσω το βιβλίο του προγραμματιστή Paul Graham Hackers and Painters. Big Ideas from the Computer Age, των εκδόσεων Oreilly. Το πρώτο κεφάλαιο (“Why Nerds Are Unpopular”) είναι αφιερωμένο στους σπασίκλες και την έλλειψη δημοτικότητάς τους στο σχολείο. Χωρίς να θέλω να βάλω ταμπέλα στον γιο μου ότι είναι όντως σπασίκλας, βρίσκω τις θέσεις του Graham ενδιαφέρουσες και χρήσιμες κατά κάποιο τρόπο.

Γιατί λοιπόν οι “σπασίκλες” δεν είναι δημοφιλείς; Επειδή έχουν άλλα στο μυαλό τους, εξηγεί ο Graham. Γιατί το να είσαι δημοφιλής, θέλει δουλειά, και οι σπασίκλες δεν το καταλαβαίνουν αυτό — νομίζουν πως το να είσαι δημοφιλής είναι κάτι έμφυτο. Βέβαια, προσθέτει ο συγγραφέας, το ότι έχουν άλλα θέματα που τους απασχολούν, όπως η μουσική, τα βιβλία, η επιστήμη ή η επιθυμία να γίνουν πιο έξυπνοι, δεν σημαίνει απαραίτητα πως είναι ευτυχισμένοι στο σχολείο. Όλοι γνωρίζουμε πως το σχολείο υποτίθεται ότι αποτελεί μια μικρογραφία της κοινωνίας, αλλά επειδή τα παιδιά δεν είναι σε καμία περίπτωση “χρήσιμα” για τη λειτουργία αυτού του μικρόκοσμου (ο Graham φτάνει στο σημείο να παρομοιάσει το σχολείο με φυλακή), η ιεραρχία ανάμεσά τους στηρίζεται κυρίως στο πόσο ικανά είναι να γίνουν και να παραμείνουν δημοφιλή.

Στο επερχόμενο βιβλίο του Popular: The Power of Likability in a Status-Obsessed World, ο Mitch Prinstein, καθηγητής ψυχολογίας στο University of North Carolina at Chapel Hill, διαχωρίζει τους δημοφιλείς σε δύο κατηγορίες: τους συμπαθείς (likable) και εκείνους που αποζητούν το κύρος (status seekers). Στην έρευνά του, ο Prinstein βρήκε ότι οι πρώτοι, τους οποίους χαρακτηρίζει η ευγένεια, η διάθεση συνεργασίας και η δεκτικότητα, δύσκολα θα αναλωθούν σε επιθετική συμπεριφορά ή θα αποτραβηχθούν απ’ το σύνολο. Αντίθετα, εκείνοι οι δημοφιλείς που αναζητούν το κύρος, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνουν επιθετικοί σε βάθος χρόνου, και τελικά, προσθέτω εγώ, να μην έχουν μια ευχάριστη εμπειρία στο σχολείο.

Επομένως, η δημοτικότητα δεν μπορεί να είναι ο σκοπός καθεαυτός.

Ακούω συχνά τη φράση “τα παιδιά είναι σκληρά”. Η φράση έχει δύο ερμηνείες, μία θετική — ανθεκτικά — και μία αρνητική — σκληρόκαρδα, ανηλεή. Ένα παιδί μπορεί να είναι και τα δύο. Εύχεσαι πως το δικό σου παιδί είναι το ανθεκτικό. Και το ευγενικό, αυτό που μοιράζεται, αυτό που αποδέχεται τους άλλους όπως είναι. Κάποια στιγμή, θα του βγει σε καλό. Εύχεσαι.

*τυχαίο γράμμα!

Αρθρογράφος

Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης στη Βοστόνη και Media and Communications στο Λονδίνο. Έγραφε για πέντε χρόνια συνεντεύξεις και θέματα πολιτισμού στην εφημερίδα "Η Καθημερινή". Είναι μητέρα τριών αγοριών, μαραθωνοδρόμος και μεγάλη φαν ξένων και ελληνικών μαγειρικών τηλεοπτικών show.

Σχολιασμός

Σχολιασμός