Ερωτήματα Γεννούν Ερωτήματα

Η πιο συχνή ερώτηση που μου κάνουν όταν μαθαίνουν ότι σπούδασα φιλοσοφία είναι η εξής: «τελικά υπάρχει Θεός;». Για κάποιο λόγο, η ιστορία της φιλοσοφίας έχει εκθρέψει την αντίληψη ότι οι «φιλόσοφοι» ή τουλάχιστον όσοι αποφασίζουν να μελετήσουν τα κείμενα στα οποία έχουμε προσδώσει τον όρο «φιλοσοφικά», καταπιάνονται με μεγάλα και αόριστα ερωτήματα, όπως αυτό και άλλα τέτοια πολλά. Ποιο το νόημα της ζωής; Τι είναι σωστό και τι λάθος; Αν κάποιος είχε μια χρονομηχανή, θα ήταν ηθικά εντάξει να σκοτώσει έναν κατά συρροή δολοφόνο όταν είναι ακόμη ανήλικος;

Ειδικά για όσους διδάχτηκαν την αγγλοσαξονική σχολή της αναλυτικής φιλοσοφίας, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Θυμάμαι ακόμα έναν καθηγητή μου στο πανεπιστήμιο να μας λέει: «ο πρώτος που θα με ρωτήσει αν υπάρχω όντως ή αν είμαι απλά ένα δημιούργημα των αισθήσεών του, θα φάει ένα χαστούκι το οποίο θα του λύσει την απορία». Με άλλα λόγια, δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με τέτοια ερωτήματα.

Στη μοντέρνα φιλοσοφία, το «ιερό δισκοπότηρο» είναι να εξηγήσουμε τι είναι η συνείδηση. Από εκεί πηγάζουν τα περισσότερα μοντέρνα φιλοσοφικά ερωτήματα.

Γρήγορα κατάλαβα πως, για τους καθηγητές μου, τέτοιου είδους ερωτήματα ήταν «ανόητα» ή τουλάχιστον, ερωτήματα δίχως απάντηση. Όταν κάποιος σε ρωτάει «τι είναι το κόκκινο;», η ερώτηση δεν οδηγεί κάπου. Συνήθως γεννά άλλα ερωτήματα και ακόμη πιο συχνά καταλήγουμε είτε να κάνουμε κύκλους, είτε σε μια τρύπα ερωτημάτων δίχως πάτο! Οι της αναλυτικής φιλοσοφίας λοιπόν δεν ασχολούνται με τέτοια, μάλιστα, θα σας πουν με ένα τόνο σαρκαστικό ότι «αυτά είναι για τους ηπειρωτικούς», εννοώντας τη μεγάλη σχολή της δυτικής φιλοσοφίας που ρίζωσε και αναπτύχθηκε στη γηραιά ήπειρο.

Για τους αναλυτικούς, έχει τεράστια σημασία η μεθοδολογία, η οποία οφείλει να είναι προσεκτική και να θέτει πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα, σαν να τα έθετε ένας θετικός επιστήμονας, αποφεύγοντας τις γενικότητες ή τη μεταφυσική. Οι ίδιες οι θετικές επιστήμες είναι ιδιαίτερα αγαπητές στους αναλυτικούς. Στη τάξη δεν ήταν, για παράδειγμα, ασυνήθιστο να μελετάμε μια έρευνα ενός νευρολόγου, αναφορικά με κάποια λειτουργία του εγκεφάλου, και να διαμορφώναμε με βάση τις ενδείξεις της επιστημονικής μελέτης τις θεωρίες μας για το τι εστί «συνείδηση». Προσέξτε: όχι να την ορίσουμε! Να την εξηγήσουμε. Ο τρόπος που το κάνει αυτό η αναλυτική φιλοσοφία είναι μέσα από την επιστημονική έρευνα και τα ευρήματά της. Άλλωστε, στη μοντέρνα φιλοσοφία, το «ιερό δισκοπότηρο» είναι να εξηγήσουμε τι είναι η συνείδηση. Από εκεί πηγάζουν τα περισσότερα μοντέρνα φιλοσοφικά ερωτήματα.

Πάρτε για παράδειγμα το φαινόμενο του «sensory fatigue», όπου ένα ερέθισμα παύει να είναι αντιληπτό αν είναι συνεχές και ασταμάτητο. Σκεφτείτε το δάχτυλο ενός φίλου σας να σας ακουμπάει στο χέρι απαλά. Μετά από κάποια ώρα, αν το αφήσει εκεί ακούνητο, δεν το νιώθετε. Τι σημαίνει όμως αυτό; Τι πρέπει να καταλάβουμε όταν βλέπουμε τον εγκέφαλό μας να έχει μια τέτοια λειτουργία; Είναι σωστό να πούμε ότι «για τον Χ, το δάχτυλο πάνω στο χέρι του, δεν υπάρχει;». Τέτοιου είδους ερωτήματα επιστρατεύαν οι καθηγητές μας για να ξεκινήσει η συζήτηση στο μάθημα. Να σας πω επίσης ότι το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και σε άλλες αισθήσεις, όπως η όραση. Πράγματα τα οποία είναι εκεί, δεν τα βλέπουμε! Με μια παρατήρηση για τη λειτουργία του εγκεφάλου, βρήκαμε ένα πολύ σημαντικό όριο στην ανθρώπινη αντίληψη. Αυτό δεν θα επηρεάσει άραγε την εικόνα που έχουμε για τη συνείδηση;

Όσο για το ερώτημα του τι είναι συνείδηση -ολοένα και πιο επίκαιρου και στις συζητήσεις περί τεχνητής νοημοσύνης- πιστέψτε με, απέχουμε πολύ απ’ το να συμφωνήσουμε στην απάντησή του. Μια προσέγγιση είναι αυτή του Daniel Dennett, ο οποίος υποστηρίζει ότι η συνείδηση είναι μια «ψευδαίσθηση», μια λειτουργία του εγκεφάλου ώστε να συντηρούμαστε στη ζωή, όπως δηλαδή η «άντληση αίματος» είναι λειτουργία της καρδιάς. Αυτή η προσέγγιση μελετήθηκε, υποστηρίχθηκε, βρήκε αντιπάλους, και συνεχίζει ν’ απασχολεί πολύ κόσμο.

Μπορούμε όμως να το δούμε και διαφορετικά: αντί να πάμε κατευθείαν στην αναζήτηση απαντήσεων, μήπως το ερώτημα θέλει λίγη επεξεργασία; Αυτή ήταν η σκέψη ενός άλλου μοντέρνου φιλόσοφου, του Αυστραλού David Chalmers, ο οποίος είναι γνωστός για δύο ερωτήματα που έθεσε αναφορικά με τη συνείδηση: το «εύκολο πρόβλημα» και το «δύσκολο πρόβλημα».

Το εύκολο πρόβλημα είναι φανξιοναλιστικό, αποτελεί περιγραφή ενός μηχανισμού, μιας λειτουργίας. Όαν εξηγήσουμε τι συμβαίνει στον εγκέφαλό μας όταν αντιλαμβάνεται κάποιο ερέθισμα, πώς δηλαδή λειτουργεί όταν μια πληροφορία αναγνωρίζεται, ξεχωρίζει από τις άλλες και κατηγοριοποιείται στον εγκέφαλό μας, τότε θα έχουμε απαντήσει στο «εύκολο ερώτημα», το οποίο μπορεί να εξηγηθεί κάποια στιγμή στο μέλλον, με τη χρήση καλύτερων μηχανημάτων απεικόνισης και με καλύτερη κατανόηση του εγκεφάλου ως όργανο.

Το «εύκολο» ερώτημα επιζητά να εξηγήσει ένα μηχανισμό από καθαρά πρακτική σκοπιά. Το «δύσκολο» από την άλλη, αναφέρεται στην εμπειρική αίσθηση του ερεθίσματος που έχει ένας άνθρωπος. Τι σημαίνει για μένα να νιώθω το Χ; Κάθε ερέθισμα συνοδεύεται και από μια εμπειρία, άρα «πώς γίνεται από ένα σύστημα λειτουργιών να αναδύεται η αίσθηση του ‘εγώ’ και τι είναι ακριβώς αυτό».

Και τα δύο παραμένουν προς το παρόν αναπάντητα, θέτοντάς τα όμως, μπορούμε να εστιάσουμε το έργο μας καλύτερα. Κι αν τώρα αναρωτιέστε γιατί στο καλό σας απασχολώ τόση ώρα με τα τερτίπια της μοντέρνας φιλοσοφίας, είναι επειδή θέλω να σας δείξω το χαρακτήρα των προβλημάτων που την απασχολούν, με την ελπίδα ότι θα σας γίνει αντιληπτή η ομορφιά τους. Ξεκινήσαμε με ένα ερώτημα και καταλήξαμε με δύο. Παραδόξως όμως, είμαστε πιο κοντά τώρα σε μια απάντηση!

Αρθρογράφος

Σπούδασε φιλοσοφία και εργάστηκε στο υπουργείο Εξωτερικών, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας. Ασχολείται με τις τελευταίες εξελίξεις στο χώρο της πολιτικής, είναι ιδεαλιστής και γι’ αυτό αρθρογραφεί συχνά, παρά τον γενικό πεσιμισμό που κυκλοφορεί.

Σχολιασμός

Σχολιασμός