«Δεν Είναι Δυνατόν Να Μην Απορρίπτεις το Προηγούμενο Πολιτικό Σύστημα, Αφού Απέτυχε, Χρεοκοπήσαμε, Τελείωσε»

Η πρώτη μου ερώτηση στο Θοδωρή Γεωργακόπουλο ήταν κάτι που είχα στο μυαλό μου καιρό: πώς κατέληξε να κάνει τόσα πράγματα; «Δεν ξέρω, η ζωή…»

Πρόκειται για έναν άνθρωπο δραστήριο. Είναι editorial director του μη κερδοσκοπικού οργανισμού ερευνών διαΝΕΟσις, αρθρογραφεί κάθε εβδομάδα στην Καθημερινή, βρίσκει το χρόνο να στέλνει ένα απολύτως μοναδικό newsletter κάθε Παρασκευή (εγώ έτσι τον «γνώρισα»), είναι ερασιτέχνης φωτογράφος, ενώ δημιούργησε μαζί με τη Στέλλα Κάσδαγλη ένα απ’ τα πιο αγαπημένα book clubs της πόλης, το Bookworm.

Παρακολουθώντας τον εδώ και χρόνια, μου φαινόταν πάνω απ’ όλα μια φωνή λογικής σε ένα παράλογο τοπίο, ενώ οι απόψεις του μ’ έκαναν να πιστεύω ότι πρόκειται για «συγγενές πνεύμα». 

Κάπως έτσι πήρα την πρωτοβουλία να τον γνωρίσω από κοντά, να μάθω περισσότερα για την πορεία του, αλλά και να βολιδοσκοπήσω τις προβλέψεις του για το «πού είμαστε και πού πάμε».

Το Μικρόβιο της Δημοσιογραφίας

Σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Επειδή όμως στο τέλος τεσσάρων ετών σπουδών «δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορείς να κάνεις μ’ ένα πτυχίο βιολογίας», και δεδομένου ότι ασχολιόταν με το internet ερασιτεχνικά, αποφάσισε να στείλει το βιογραφικό του σε κάποια απ’ τα sites της εποχής.

«Ήμουν ένας απ’ τους τρεις πρώτους ανθρώπους που προσελήφθησαν σε ένα καινούριο site που θα έβγαινε τότε, από έναν εκδοτικό οργανισμό του οποίου τα περιοδικά δεν διάβαζα και τους ραδιοφωνικούς σταθμούς δεν άκουγα.»

Άρχισε όμως να γράφει και του άρεσε. Μπορεί λοιπόν το portal στο οποίο ξεκίνησε, σε ενάμιση μόλις χρόνο να πήρε φαραωνικές διαστάσεις και στη συνέχεια να χρεοκόπησε, όμως στο μεταξύ είχε κολλήσει «ένα κάποιο μικρόβιο», και όταν του δόθηκε η ευκαιρία να συνεχίσει στον ίδιο οργανισμό, σε ένα νέο ανδρικό περιοδικό, επέλεξε να μείνει. «Για να μη τα πολυλογώ, πέρασα 11 χρόνια εκεί, έφυγα λίγο πριν κλείσει η εταιρεία.»

Από τη «Μιντιακή Άνθηση» στη Νέα Πραγματικότητα

Τον ρώτησα αν πρόλαβε να ζήσει την εποχή που τα μίντια στην Ελλάδα ήταν «στα πάνω τους». «Στο τέλος», απάντησε. «Aπ’ ό,τι κατάλαβα τα πολύ καλά χρόνια ήταν πιο πριν, ήταν ’96, ’97, με τους ιλιγγιώδεις μισθούς. Πρόλαβα να δω λίγο πώς ήταν.»

Πρόλαβε επίσης να βρει ένα δικό του «niche» από πλευράς περιεχομένου και του δόθηκε η ευκαιρία να γράψει άρθρα όπως αυτά που διάβαζε σε ξένα περιοδικά «που πας και μιλάς με ανθρώπους και αποκαλύπτεις κάτι που δεν ήταν ευρέως γνωστό». Η προσέγγισή του άρεσε, έβγαλε μάλιστα κι ένα βιβλίο το 2011 με μία συλλογή από «αληθινές ιστορίες» Ελλήνων που δεν τους ξέρει πολύς κόσμος, αλλά είχαν κάτι ενδιαφέρον να πουν.

Λίγους μήνες πριν κλείσει η εταιρεία παραιτήθηκε, χωρίς να ξέρει τι θα κάνει στη ζωή του, «τι θα γίνει παρακάτω». Ένας απ’ τους λόγους που ήθελε λίγο χρόνο ήταν για να γράψει ένα βιβλίο το οποίο είχε στο μυαλό του καιρό, το δεύτερό του μυθιστόρημα. Το 2012 έγραψε λοιπόν τον Φεβρουάριο, ένα διαδραστικό λογοτεχνικό πείραμα που πήγε ιδιαίτερα καλά – «είχε μια απήχηση την οποία δεν περίμενα».

Πώς Ζει Κανείς Γράφοντας;

Στο μεταξύ, ένα πράγμα τον απασχολούσε, ξεκινώντας απ’ την προσωπική του ανάγκη να ασχολείται με κάτι: πώς γίνεται να ζει κάποιος γράφοντας;

Είχε δοκιμάσει τον τρόπο τον παραδοσιακό, ήταν όμως δύσκολο να βρει δουλειά και να πληρώνεται «με κάτι που έστω να μοιάζει μ’ αυτά που πληρωνόταν παλιά».

Οι άλλοι δύο τρόποι; «Αφενός κάποιος να κάνει κάτι μόνος του, και αυτό ήταν το επόμενο πράγμα που δοκίμασα, και το τρίτο ήταν κάποιος να γράφει και ουσιαστικά να πληρώνεται από φιλανθρωπικούς πόρους.»

Η δεύτερη απόπειρα ήταν η Nest, μια συμμαχία δημοσιογράφων και παραγωγών περιεχομένου, η οποία θα εκπροσωπείτο κεντρικά και θα διεκδικούσε μέρος της διαφημιστικής πίτας. Η προσπάθεια δεν «πρόλαβε» το παράθυρο της μεγάλης κρίσης, έτσι άρχισε λοιπόν να ψάχνει τον άλλο, τον τρίτο τρόπο.

Στο πλαίσιο της αναζήτησης, πέρασε το καλοκαίρι του 2013 δύο εβδομάδες στην ProPublica και έμαθε πολλά χρήσιμα πράγματα γι’ αυτά που κάνει η διαΝΕΟσις σήμερα. Αυτό που δεν ήξερε είναι ότι παράλληλα, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος ήθελε να κάνει ένα think tank στην Ελλάδα στα πρότυπα του Brookings.

Όταν τα Αστέρια Ευθυγραμμίζονται…

Τον επίτιμο πρόεδρο του ΣΕΒ τον ενδιαφέρουν απ’ ό,τι μου εξήγησε δύο πράγματα: η σύγχρονη τέχνη και το policy, «η πολιτική με την έννοια όμως της παραγωγής πολιτικών προτάσεων», με άλλα λόγια, όχι η μικροπολιτική ή τα εσωκομματικά.

«Ε, για τη σύγχρονη τέχνη έχει κάνει κάτι, ήθελε να κάνει κάτι και για το άλλο κομμάτι.»

Με τον Δασκαλόπουλο πρωτοσυναντήθηκαν το Σεπτέμβριο του 2014, μεσολάβησε ένας κοινός φίλος, ο Πέτρος Ευθυμίου. Ξεκίνησαν να δουλεύουν επισήμως τον Νοέμβριο του 2014, τον Φεβρουάριο του 2015 μπήκαν στα γραφεία του οργανισμού και άρχισαν να στήνουν «τη δομή, τη φιλοσοφία, το όραμα και το καταστατικό της εταιρείας» και να αναθέτουν τις πρώτες έρευνες. Ένα χρόνο αργότερα, η διαΝΕΟσις ήταν έτοιμη να παρουσιάσει τα πρώτα δείγματα γραφής της.

Και Εγένετο… διαΝΕΟσις

Μπολιάζοντας την αρχική ιδέα του Δασκαλόπουλου με όσα είχαν μάθει από την ProPublica και καταλαβαίνοντας ποιες είναι οι ανάγκες εδώ, έφτιαξαν κάτι το οποίο τελικά είναι «πολύ πιο εξωστρεφές απ’ ό,τι το Brookings Institute, ένας οργανισμός ελληνοκεντρικός, αφοσιωμένος 100% στα θέματα της χώρας, κυρίως οικονομικά, θέματα οικονομικής ανάπτυξης, και διατήρησης της κοινωνικής συνοχής».

Η βασική ομάδα της διαΝΕΟσις είναι 11 άτομα, ενώ ο οργανισμός έχει δύο συμβούλια, τα οποία ουσιαστικά επιβλέπουν το έργο του και δίνουν feedback: το εποπτικό που έχει 9 μέλη και του οποίου πρόεδρος είναι ο Δασκαλόπουλος, και ένα advisory board, το οποίο αποτελείται από 40 προσωπικότητες.

«Τις βασικές αποφάσεις τις παίρνουμε οι τρεις που είμαστε εδώ και διοικούμε τον οργανισμό, εγώ, ο Διονύσης Νικολάου που είναι ο γενικός διευθυντής, και ο Κυριάκος Πιερρακάκης που είναι διευθυντής ερευνών. Αποφασίζουμε τα πράγματα που θέλουμε να αναζητήσουμε. Παίρνουμε συμβουλές, μαθαίνουμε από τους ανθρώπους που ξέρουν καλά και ζητάμε να μας κάνουν προτάσεις. Συνδιαμορφώνουμε το τι θέλουμε να μελετήσει η κάθε έρευνα, πού θέλουμε να καταλήγει».

Το Κλειδί Είναι η Εκλαΐκευση 

Οι περισσότερες απ’ τις έρευνες της διαΝΕΟσις καταλήγουν σε προτάσεις πολιτικής, έτοιμες να υιοθετηθούν απ’ το πολιτικό σύστημα. Αν κάτι μάλιστα χαρακτηρίζει την όλη αντίληψη του οργανισμού είναι ότι τόσο από αισθητικής άποψης όσο και από πλευράς ουσίας, γίνεται μια προσπάθεια τα συμπεράσματα να είναι όσο το δυνατόν πιο προσεγγίσιμα.

Οι μελέτες εκλαϊκεύονται με διάφορους τρόπους, είτε μέσα από infographics, είτε με βίντεο, είτε μέσα από μονόφυλλα που συνοψίζουν τα ευρήματα. «Κάποιος μας είπε ότι οι υπουργοί έχουν χρόνο να διαβάζουν μόνο μια σελίδα, οτιδήποτε μεγαλύτερο το πετάνε. Οπότε φτιάχνουμε σε μια σελίδα το πρόβλημα, τα βασικά στοιχεία και τη λύση, έτσι ώστε κανείς να κρατήσει κάτι.»

Στη συνέχεια, τα βασικά αυτά συμπεράσματα παρουσιάζονται στους αρμόδιους υπουργούς, σε γενικούς γραμματείς, σε όλα τα πολιτικά κόμματα, «σε όποιον δέχεται να μας δει», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Μέσα απ’ την εκλαΐκευση, μέσα απ’ το site και με εμφανίσεις σε μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και μια σειρά από εκδηλώσεις, η διαΝΕΟσις επιδιώκει να φτάσουν τα συμπεράσματά της «σε όσο το δυνατόν περισσότερα μάτια».

Λύσεις Υπάρχουν Παντού

Πρόσφατα εκδόθηκε και το νέο βιβλίο της διαΝΕΟσις, το πρώτο μεταφρασμένο, ονόματι Λύσεις Υπάρχουν του Jonathan Tepperman, ο οποίος βρέθηκε στην Αθήνα και μίλησε γι’ αυτό. «Το βιβλίο έχει ενδιαφέρον, είναι προτάσεις από άλλες χώρες που έχουν λύσει κάποια σημαντικά προβλήματα, και κάποιες απ’ τις οποίες είναι αρκετά σχετικές με τη δική μας περίπτωση». 

Μπορεί λοιπόν το πώς γλίτωσε η Ρουάντα και ανασυγκροτήθηκε μετά τη γενοκτονία του ’94 να μην είναι πολύ σχετικό μ’ εμάς, όμως κάποιες άλλες περιπτώσεις, όπως αυτή του Μεξικού, όπου τα 3 μεγαλύτερα κόμματα έφτιαξαν το 2012 ένα εσωτερικό μνημόνιο για να περάσουν μέσα σε 18 μήνες 80 μεταρρυθμίσεις, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. «Ψιλo-απέτυχε. Αλλά ως concept και υλοποίηση, η όλη συνωμοσία, οι κρυφές συνεργασίες και η πολιτική βούληση, είναι χρήσιμο.»

Η Εποχή της Μετά-Αλήθειας

Πόσο επίκαιρος είναι όμως ένας οργανισμός που καταπιάνεται με την ερευνητική αλήθεια σε μια εποχή που τα στοιχεία βάλλονται από παντού; Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να παρουσιάζουμε «facts» σε έναν κόσμο που μοιάζει να τα αποστρέφεται;

«Νομίζω ότι ο μόνος τρόπος που υπάρχει αυτή τη στιγμή είναι απλά να συμμετέχεις στη συζήτηση, όσο το δυνατόν περισσότερο γίνεται.» Άλλωστε, όπως επισημαίνει, θεωρίες συνωμοσίας και ψεύτικες πληροφορίες υπήρχαν πάντα. «Αυτό που έχει αλλάξει είναι τα δίκτυα διάχυσης.»

Κατά τη γνώμη του, το πρόβλημα σήμερα είναι ότι τα νέα μέσα επικοινωνίας προσφέρουν εντελώς προσωποποιημένη πληροφόρηση. Επομένως, ενώ παλιά, ακόμη και «στις πιο χρωματισμένες ή περίεργες εφημερίδες» διάβαζες και πράγματα που δεν ήθελες, έστω κατά λάθος, σήμερα, έχοντας πρόσβαση σε όλες τις εφημερίδες και σε όλα τα άρθρα, «αντί να έχεις μεγαλύτερη τριβή με τα πράγματα με τα οποία δεν συμφωνείς ή δεν ξέρεις ή δεν σου αρέσουν, παραδόξως αποκτάς μικρότερη».

«Δεν μπορείς να πεις σε κάποιον που πιστεύει ότι η Γη είναι επίπεδη ότι δεν είναι επίπεδη η Γη, κοίτα δυο φωτογραφίες από τη NASA.» Άρα αυτόν δεν μπορούμε να τον πείσουμε; «Αυτό είναι το διακύβευμα αυτή τη στιγμή παγκοσμίως, είναι πολιτικό διακύβευμα γιατί υπάρχει μία ασυνέχεια. Έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο παίρνουν την πληροφόρησή τους και κατά συνέπεια τις αποφάσεις οι πολίτες, πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι έχει αλλάξει το πολιτικό σκηνικό και το πώς τους μιλάει.»

«Τι είναι βέβαια καλύτερο», αναρωτιέται, «να έχεις 5 εφημερίδες που να σου λένε τι να πιστεύεις ή να έχεις ένα άναρχο αλλά δημοκρατικό τοπίο; Ε, αν είναι να διαλέξεις ανάμεσα στα δύο, κι εγώ θα διάλεγα το δεύτερο, δεν μπορείς να διαλέξεις το πρώτο.»

Στην ερώτησή μου αν πιστεύει ότι βρισκόμαστε σε μια μετάβαση, κι ότι μπορεί να βρεθεί μια ισορροπία πιο υγιής, απαντά πως αυτό ακριβώς είναι το στοίχημα, «να δούμε πώς πάμε μέχρι εκεί».

Μας Λείπουν οι Δημιουργικές Μειοψηφίες

Όσον αφορά την Ελλάδα, ένα απ’ τα προβλήματα τα οποία εντοπίζει είναι το γεγονός ότι «ποτέ δεν είχαμε μία μειοψηφία δημιουργική». Τι εννοεί;

«Πάντα στις κοινωνίες και στις δημοκρατίες υπήρχαν οι επονομαζόμενες δημιουργικές μειοψηφίες, οι οποίες έθεταν το πλαίσιο, τις βασικές ιδέες τις οποίες ακολουθούσαν, όχι πειθήνια, συνειδητά, οι πλειοψηφίες. Έθεταν τον τόνο, το ρυθμό, πίσω απ’ τον οποίον προχωρούσε η κοινωνία.»

Στη δική μας όμως χώρα, δεν είχαμε ποτέ μια τέτοια αποτελεσματική μειοψηφία που να παράγει αυτές τις ιδέες. «Πάντα ζούσαμε με τη σύγκρουση δύο ομάδων, οι οποίες αλλάζουν μορφή πολιτική, ταυτότητα, αλλά δεν αλλάζουν αυτό που είναι: τη συντήρηση με την πρόοδο.» Η καθεμιά απ’ αυτές «συγκέραζε παραδοσιακά μέσα της ετερόκλητα στοιχεία, όπως άλλωστε συμβαίνει και σήμερα».

Δεν Είναι Δυνατόν Να Μην Απορρίπτεις το Παλιό

Είχαμε τη συνάντησή μας λίγο μετά την πρώτη νίκη του Macron στη Γαλλία, τον ρώτησα λοιπόν, τι μαθήματα μπορούμε να πάρουμε στην Ελλάδα απ’ το παράδειγμά του.

Μου απάντησε ορμώμενος απ’ τις ιδέες του πρόσφατου βιβλίου του Τάκη Παππά, Σε Τεντωμένο Σκοινί, το οποίο περιγράφει τρεις προηγούμενες ελληνικές κρίσεις, οι οποίες μοιάζουν με τη δική μας, και ήταν στην ουσία κρίσεις νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος. «Ο Παππάς λέει ότι τέτοια κρίση περνάμε και σήμερα.»

Οι κρίσεις αυτές είχαν πολλά κοινά και μέσο όρο διάρκειας 16 χρόνια: η μία ήταν η χρεοκοπία του 1893, η άλλη ήταν του ’35 και η άλλη του ’61. «Και οι τρεις τελείωσαν όταν το πολιτικό σύστημα που παρέπαιε μετά από χρόνια κρίσης, καλούσε κάποιον να έρθει απ’ έξω να αναλάβει την κυβέρνηση. Έναν σωτήρα, ο οποίος είχε πολιτική εμπειρία και διεκδίκησε κάποιους όρους για να κυβερνήσει αυτοδύναμα. Και στις τρεις περιπτώσεις έφτιαξε καινούργιο κόμμα, που δεν υπήρχε πριν. Τη μία φορά ήταν ο Βενιζέλος, την άλλη ήταν ο Παπάγος, την τελευταία ο Καραμανλής. Αυτό μου θυμίζει ο Macron.»

Είναι με άλλα λόγια ένας μετριοπαθής ορθολογιστής ο οποίος εμφανίζεται ως καινούργιο, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς «δεν είναι όλοι όσοι απορρίπτουν τα παλιά συστήματα ακροδεξιοί ή ακροαριστεροί». Άλλωστε, ειδικά στη δική μας χώρα, «δεν είναι δυνατόν να μην απορρίπτεις το προηγούμενο πολιτικό σύστημα, αφού απέτυχε, χρεοκοπήσαμε, τελείωσε».

Φταίει ο Άλλος

Για να βγεις απ’ την κρίση χρειάζεσαι, σύμφωνα με τον Γεωργακόπουλο, αυτοδυναμία και πολιτική ισχύ, γιατί το στοίχημα είναι η πολιτική νομιμοποίηση. «Όλες οι χώρες που βγήκαν απ’ τις κρίσεις και τα μνημόνια έκαναν σε κάποιο βαθμό συναίνεση. Εδώ όμως πάντα είχαμε αντιμνημονιακή ρητορική, από την αρχή, όχι μόνο από τον ΣΥΡΙΖΑ, και αυτό ήταν καταστροφικό.» 

Το κεντρικό αφήγημα του πολιτικού μας συστήματος ήταν και παραμένει ότι φταίει κάποιος άλλος. Όμως, επειδή κανείς δεν έχει εμπιστοσύνη στο πολιτικό μας σύστημα, από την πρόσφατη έρευνα της διαΝΕΟσις για το Τι Πιστεύουν οι Έλληνες προκύπτει ότι «φταίμε εμείς» που ζούσαμε πάνω απ’ τις δυνάμεις μας. Όταν βέβαια ρωτάς τον Έλληνα ποιοι είμαστε εμείς, σου λέει με τη σειρά του ότι εννοεί το πολιτικό μας σύστημα, ο ίδιος δεν φταίει. «Εγώ ποτέ δεν ψήφισα ΠΑΣΟΚ. Φταίνε οι ξένοι, φταίνε τα ΜΜΕ, φταίει το σύστημα.»

Στο μεταξύ, το πολιτικό σκηνικό ποτέ δεν ανέδειξε τι κάνει η Ευρώπη για μας. Πιστωνόταν οτιδήποτε καλό, και για οτιδήποτε κακό την ενοχοποιούσε. «Κανείς δεν αναφέρει ότι πολλά απ’ τα δημόσια έργα είναι πληρωμένα απ’ τους Γερμανούς φορολογούμενους, τους Ολλανδούς, μέχρι πρόσφατα και τους Άγγλους. Πρόσφατα μάλιστα ανακάλυψα ότι πολλοί νομίζουν ότι τα ΕΣΠΑ είναι δάνεια και ότι αύξησαν το χρέος!»

Αυτό πιστεύει ότι έχει τρομακτικές συνέπειες, όχι μόνο όσον αφορά το αφήγημα για τους λόγους που μας οδήγησαν στην κρίση, αλλά και στο πώς βλέπουμε τη θέση της Ελλάδας στη Ευρωπαϊκή Ένωση και γενικότερα στην Ευρώπη, ένα απ’ τα κορυφαία στοιχήματα αυτή τη στιγμή και το επόμενο πράγμα με το οποίο σκοπεύει να ασχοληθεί. Αν μάλιστα ισχύει η θεωρία που προκύπτει απ’ το βιβλίο του Παππά και είμαστε όντως στα μισά της κρίσης, πριν φτάσουμε στο τέλος εκτιμά ότι θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το ζήτημα αυτό. «Είναι το σημαντικότερο διακύβευμα: η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη.»

Αλλάζει ο Έλληνας;

Ήθελα τέλος να μάθω τι τον εξέπληξε περισσότερο από τα ευρήματα της έρευνας για τα πιστεύω μας. Προσωπικά, με είχε καταπλήξει το οικονομικό προφίλ του Έλληνα, το οποίο μοιάζει να γίνεται απροσδόκητα φιλελεύθερο, όπως όμως μου εξήγησε, μια πιο προσεκτική ανάγνωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για αντίδραση στην υψηλή φορολογία κυρίως. Εξακολουθεί να υπάρχει μια απέχθεια προς το ρίσκο, οι Έλληνες εξακολουθούν να ανέχονται ένα μοντέλο κρατικά ελεγχόμενου καπιταλισμού, και βέβαια, δεν είναι φιλελεύθεροι σε όλα τα άλλα. «Είναι συντηρητικοί, και μάλιστα πολύ.»

Αυτό που εξέπληξε τον ίδιο ήταν το πολύ υψηλό ποσοστό ανθρώπων που πιστεύουν ότι υπάρχουν μυστικές οργανώσεις που κινούν τα νήματα στο παρασκήνιο. «Οι ‘ψεκασμένοι’ ήταν ένας στους τέσσερις, είναι υψηλό, αλλά κάπου εκεί το φανταζόμουν. Αλλά τους άλλους που είναι 80% δεν το περίμενα.» Αναφέρθηκε επίσης στην αντίληψη των Ελλήνων απέναντι στην έννοια του συμβιβασμού, «οι μισοί θεωρούν ότι είναι κακό πράγμα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορεί κάνεις πολιτικός να κάνει τη δουλειά του έτσι και αυτή να γίνει αποδεκτή από τον πολύ κόσμο». Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στο τέλος «η πολιτική είναι μόνο συμβιβασμοί, τίποτα άλλο».

Συγκρατημένα… Απαισιόδοξος

Συνολικά αισιοδοξεί για τις προοπτικές τις χώρας αυτή τη στιγμή; «Νομίζω ότι ισχύει αυτό που λέει ο Παππάς», μου εξήγησε, «ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι οικονομικό αλλά πολιτικής νομιμοποίησης, είναι λοιπόν πιο βαθύ και δεν είναι τόσο εύκολο να λυθεί».

Δεν βλέπει για παράδειγμα αυτή τη στιγμή ότι θα έρθει η ΝΔ, θα γίνει αυτοδύναμη, και με το υπάρχον στελεχιακό δυναμικό της ξαφνικά το πολιτικό προσωπικό θα αποκτήσει τη νομιμοποίηση που θα του επιτρέψει να υλοποιήσει τα βασικά τα οποία χρειάζονται για να έρθει η ανάπτυξη. «Χρειάζεται να έρθει μια πολιτική δύναμη η οποία θα έχει αποδοχή από μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας και χρόνο.»

Πώς θα αποκτήσει όμως την αποδοχή αυτή, λέγοντας πράγματα που ο κόσμος δεν θέλει να ακούσει; «Αυτό που δείχνει η έρευνά μας είναι ότι ίσως είναι δεκτικός ο κόσμος να ακούσει κάποια πράγματα, φτάνει να τα ακούσει με τη σωστή γλώσσα, κι από τους σωστούς ανθρώπους.»

Μπορεί λοιπόν ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος να μην αισιοδοξεί ακόμα, αφήνει όμως μια χαραμάδα ελπίδας ότι κάτι μπορεί να αλλάξει στην ελληνική κοινωνία. Από έναν ορθολογιστή, ακόμη κι αυτό είναι αρκετό.

Όλες τις έρευνες της διαΝΕΟσις μέχρι στιγμής μπορείτε να τις βρείτε εδώ.

Αρθρογράφος

Ιδρυτής και αρχισυντάκτρια της αθηΝΕΑς. Σπόυδασε Oικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Bristol και κατέχει μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση (MPA in Public Policy & Management) από τo London School of Economics. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Λονδίνο, ως αναλυτής στο τμήμα επενδυτικής τραπεζικής της Goldman Sachs.

Σχολιασμός

Σχολιασμός