Όταν το Facebook Έμπλεξε με τη Δημοσιογραφία

Διαβάζοντας το κατηγορητήριο που κατέθεσε την περασμένη Παρασκευή ο ειδικός ανακριτής για τη ρωσική εμπλοκή στις αμερικανικές εκλογές Ρόμπερτ Μούλερ, υπάρχει μια λέξη που ξεχωρίζει – συγκεκριμένα, αναφέρεται 41 φορές στις 37 συνολικά σελίδες: Facebook. 

Μπορεί οι αρχές να μη κατηγορούν το ίδιο το κοινωνικό δίκτυο για κάποιο αδίκημα, όμως καθίσταται σαφές ότι αποτέλεσε το εργαλείο επιλογής των ρωσικών trolls που βάλθηκαν να αναστατώσουν την εκλογική διαδικασία στις ΗΠΑ. Η πλατφόρμα που έχτισε ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ εξελίχθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε σε λάθος χέρια να μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ζημιά. Πέρα όμως από τον αντίκτυπο που είχε στο εκλογικό αποτέλεσμα, υπάρχει και η ζημιά που έχει συντελεστεί στο προφίλ του πάλαι ποτέ αγαπημένου τέκνου της Σίλικον Βάλλεϋ.

Ο Άνθρωπος Που Θα Γινόταν Πρόεδρος 

Μέχρι πριν από δύο χρόνια, τα πράγματα για το Facebook και τον Ζούκερμπεργκ προσωπικά δεν θα μπορούσαν να πηγαίνουν καλύτερα. 

Το Facebook φαινόταν εξαιρετικά ανθεκτικό στον ανταγωνισμό – είτε εξαγόραζε τις εταιρείες που με κάποιο τρόπο το απειλούσαν, όπως το Istagram και το WhatsApp, είτε αντέγραφε τους  δυνητικούς ανταγωνιστές, όπως συνέβη με το Snap. Η μετοχή του ανέβαινε σταθερά – η αξία της εταιρείας στο χρηματιστήριο έχει σχεδόν πενταπλασιαστεί από το IPO της το 2012. Όσο για το μοντέλο εσόδων του Facebook, βασισμένο στη διαφήμιση, αποδείχθηκε μεγαλοφυές: σήμερα Google και Facebook μαζί κατέχουν το ήμισυ της παγκόσμιας ψηφιακής διαφημιστικής πίτας!

Με κάθε ευκαιρία, το κοινωνικό δίκτυο επέμενε ότι παρέμενε μια πλατφόρμα και ότι δεν είχε μετατραπεί σε μέσο ενημέρωσης, διατυμπανίζοντας την ουδετερότητά του και υποβαθμίζοντας το ρόλο που έπαιζε στη δημοσιογραφική διαδικασία.

Στο μεταξύ, ο Ζούκερμπεργκ είχε εξασφαλίσει άφθονη θετική δημοσιότητα και σε επίπεδο προσωπικό. Η δέσμευσή του να διαθέσει, με αφορμή τη γέννηση της κόρης του Μαξ το 2015, σταδιακά κατά τη διάρκεια της ζωής του το 99% των μετοχών του στο Facebook για φιλανθρωπικούς σκοπούς, ήταν η αρχή ενός charm offensive που πολλοί προέβλεπαν ότι θα τον οδηγούσε μέχρι το Λευκό Οίκο. Το ενδεχόμενο υποψηφιότητάς του για την προεδρία των ΗΠΑ δεν αποτελούσε σενάριο για το απώτερο μέλλον. Κινήσεις όπως ο στόχος που έθεσε τον Ιανουάριο του 2017 να επισκεφθεί και να γνωρίσει ανθρώπους από τις 50 πολιτείες της Αμερικής έδιναν τροφή σε φήμες που τον ήθελαν έτοιμο να κατέβει στις εκλογές, αν όχι το 2020, τότε πιθανότατα το 2024.

Πλατφόρμα ή Μέσο Ενημέρωσης;

Τα προβλήματα του Facebook θα έλεγε κανείς ότι ξεκίνησαν όταν το κοινωνικό δίκτυο άρχισε να αναμιγνύεται στη δημοσιογραφία. Σύμφωνα με το ενδιαφέρον αφιέρωμα του Wired στα «δύο χρόνια που ταρακούνησαν την εταιρεία», ένας από τους λόγους που ο Ζούκερμπεργκ μετέτρεψε το feed του Facebook σε feed ειδήσεων ήταν η απειλή του Twitter, συγκεκριμένα, ο κίνδυνος να γίνει το Twitter συνώνυμο με τη διανομή νέων στο διαδίκτυο. O Ζούκερμπεργκ κατάφερε να αναχαιτίσει το Twitter, όμως δεν συνυπολόγισε τις επιπτώσεις και τις ευθύνες που συνεπάγεται το να μαθαίνουν οι χρήστες τις ειδήσεις μέσω του Facebook.

Με κάθε ευκαιρία, το κοινωνικό δίκτυο επέμενε ότι παρέμενε μια πλατφόρμα και ότι δεν είχε μετατραπεί σε μέσο ενημέρωσης, διατυμπανίζοντας την ουδετερότητά του και υποβαθμίζοντας το ρόλο που έπαιζε στη δημοσιογραφική διαδικασία. Με επιχείρημα ότι ο εκδημοκρατισμός της πληροφορίας θα έλυνε εν καιρώ τα όποια προβλήματα προέκυπταν (βλέπε fake news), το Facebook αρνήθηκε συστηματικά να πάρει θέση ως προς το περιεχόμενο και την αξία του υλικού που έβρισκε κανείς στο news feed του, όπως αρνήθηκε την ευθύνη για το γεγονός ότι άρθρα με ψευδείς πληροφορίες έμοιαζε να «επιπλέουν καλύτερα» σ’ αυτό, με τα αντίστοιχα θλιβερά επακόλουθα για τη δημόσια συζήτηση. 

Ακόμη όμως και στον απόηχο της εκλογής του Ντόναλντ Τραμπ το 2016, απαντώντας σε όσους έσπευσαν να χρεώσουν στο κοινωνικό δίκτυο την επικράτηση του υποψηφίου, ο Ζούκερμπεργκ χαρακτήρισε την άποψη ότι οι ψεύτικες ειδήσεις στο Facebook επηρέασαν την εκλογή με οποιονδήποτε τρόπο ως «μια πολύ τρελή ιδέα».

Κάλλιο Αργά Παρά Ποτέ

Σήμερα, σχεδόν κανείς δεν θεωρεί «τρελή ιδέα» το γεγονός ότι το Facebook, άθελά του, έπαιξε έναν εξαιρετικά επικίνδυνο ρόλο για την ίδια τη λειτουργία της αμερικανικής δημοκρατίας στις προεδρικές εκλογές του 2016. Όσο μάλιστα η έρευνα του Μούλερ συνεχίζεται, θα μαθαίνουμε ακόμη περισσότερα για το πώς ένα αποδυναμωμένο σε πραγματικού όρους Κρεμλίνο κατάφερε να επιφέρει ένα τόσο αποφασιστικό χτύπημα στην Αμερική.

Αν το Facebook έχει υπάρξει τόσο επιτυχημένο είναι επειδή κατάλαβε και αξιοποίησε στο έπακρο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ίδια η ανθρώπινη ψυχολογία.

Ο ίδιος ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ ζήτησε συγγνώμη για τους τρόπους με τους οποίους η δουλειά του «χρησιμοποιήθηκε για να διχάσει τον κόσμο αντί να τον ενώσει», και ανακοινώνει το ένα μετά το άλλο μέτρα για να ενισχύσει τη διαφάνεια, να περιορίσει την παραπληροφόρηση και να στηρίξει την ποιοτική δημοσιογραφία. Μένει να δούμε αν και πόσο αποτελεσματικά θα αποδειχθούν αυτά.

Όμως, στο τέλος της ημέρας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αν το Facebook έχει υπάρξει τόσο επιτυχημένο είναι επειδή κατάλαβε και αξιοποίησε στο έπακρο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ίδια η ανθρώπινη ψυχολογία. Είμαστε «κοινωνικά ζώα», έχουμε ανάγκη την επιβεβαίωση και, για καλό και για κακό, προτιμούμε να σχολιάζουμε αυτά που μας διχάζουν και αυτά που μας θυμώνουν. Το γεγονός ότι τα απλά, επιφανειακά, ασπρόμαυρα θέματα και οι έντονες, μονοκόμματες απόψεις «τρέχουν καλύτερα» στα κοινωνικά δίκτυα, κάθε άλλο παρά τυχαίο δεν είναι. Όσο λοιπόν το business model του Facebook βασίζεται σε αυτά ακριβώς τα ένστικτά μας, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξει με τρόπο ουσιαστικό.
 
Η Συνέχεια του Δρόμου

Σε κάθε περίπτωση, οι πονοκέφαλοι του γίγαντα των social media δεν τελειώνουν εκεί.
 
Τελευταία, πληθαίνουν οι φωνές που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, όσον αφορά την κατάχρηση των κοινωνικών δικτύων. Μια σειρά από προσωπικότητες από το χώρο της τεχνολογίας έχουν μιλήσει πολύ ανοιχτά για τους κινδύνους που καιροφυλακτούν και την εθιστική τους φύση. Πάρτε για παράδειγμα τον διευθύνοντα σύμβουλο της Apple Τιμ Κουκ, ο οποίος αναφέρθηκε πριν ένα περίπου μήνα στα όρια που θέτει στον νεαρό ανιψιό του, στον οποίο δεν επιτρέπει να βρίσκεται σε κανένα κοινωνικό δίκτυο. Ακόμη και πρώην συνεργάτες του Ζούκερμπεργκ, όπως ο Σον Πάρκερ, παραδέχονται δημοσίως πόσο προβληματική είναι η εξάρτηση που είναι εγγενής σε κοινωνικά δίκτυα όπως το Facebook – ο Πάρκερ αναφέρει χαρακτηριστικά: «ένας Θεός ξέρει τι κάνει στα μυαλά των παιδιών μας».
 
Την ίδια στιγμή, το μέγεθος και ο πρωτοφανής όγκος πληροφοριών που έχει συγκεντρώσει για τους χρήστες του στα 14 χρόνια λειτουργίας του, μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που θα του κοστίσει περισσότερο. Η παντοδυναμία του Facebook -όπως και αυτή των άλλων μεγαθηρίων της τεχνολογίας Google και Amazon- θα έχει αργά ή γρήγορα επακόλουθα και σε επίπεδο ρυθμιστικό. Οι αρχές έχουν μπροστά τους ένα δύσκολο έργο που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς, προκειμένου να περιορίσουν μεν τις μονοπωλιακές τάσεις των τεχνολογικών αυτών γιγάντων, χωρίς όμως να καταπνίξουν την καινοτομία που δημιουργούν.
 
Τέλος, κάποιοι αναλυτές έχουν εκφράσει την υποψία ότι το Facebook, σε ώριμες αγορές όπως η αμερικανική, έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει προβλήματα και όσον αφορά το χρόνο που οι χρήστες περνούν στην πλατφόρμα του, ένα στοιχείο που έχει παραλείψει να δώσει στη δημοσιότητα από το πρώτο τρίμηνο του 2016. Ο ίδιος ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ, σχολιάζοντας μια από τις πρόσφατες αλλαγές που ανακοίνωσε η εταιρεία για το news feed, με βάση την οποία αναρτήσεις φίλων και γνωστών θα έχουν προτεραιότητα σε σχέση με αυτές των brands και των διάφορων εκδοτικών οργανισμών, προειδοποίησε ότι περιμένει ότι θα έχουν ως αποτέλεσμα οι χρήστες να περνούν λιγότερο χρόνο στο Facebook. 
 

Θα ήταν αν μη τι άλλο ειρωνικό αν ο γίγαντας αρχίσει να βλέπει μείωση στο user engagement, πάνω στην ώρα που μπαίνει στο στόχαστρο των ρυθμιστικών αρχών. Ακόμη όμως κι αν κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιωθεί, ένα είναι σίγουρο: η συνέχεια του δρόμου για το Facebook δεν θα είναι σπαρμένη με ροδοπέταλα.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» τη Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου.
Αρθρογράφος

Ιδρυτής και αρχισυντάκτρια της αθηΝΕΑς. Σπόυδασε Oικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Bristol και κατέχει μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση (MPA in Public Policy & Management) από τo London School of Economics. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Λονδίνο, ως αναλυτής στο τμήμα επενδυτικής τραπεζικής της Goldman Sachs.

Σχολιασμός

Σχολιασμός