Στο Δρόμο για το Μαραθώνα

Γυρνάς σαν τη σβούρα γύρω από το Ζάππειο. Πρέπει να βγάλεις κάποια χιλιόμετρα, πρέπει να είσαι έτοιμος, πρέπει, πρέπει… Βασικά, τίποτα δεν «πρέπει» να κάνεις, όμως έχεις πει «αν κάνω κάτι, ας το κάνω σωστά», κάτι σπάνιο για σένα. Είναι η 4η προετοιμασία για τον Αυθεντικό Μαραθώνιο της Αθήνας. Μια δύσκολη δοκιμασία, πιο δύσκολη στο σύνολό της από τον ίδιο τον αγώνα. Έχεις έναν όγκο χιλιομέτρων να καλύψεις και να φέρεις το σώμα και την ψυχούλα σου έτοιμα και τα δύο στις 12 Νοεμβρίου στο Μαραθώνα.

Φέτος, ο προσωπικός μου στόχος είναι να «σπάσω» το όριο των 4 ωρών. Κάθε χρονιά είναι χειρότερη από την άλλη, μάλιστα πέρσι είχα πει «για μένα τέλος» (#not). Είμαι όμως πάλι εδώ, και προσπαθώ να σπάσω αυτό το άτυπο όριο που για κάποιους είναι αστείο και για κάποιους αντικείμενο θαυμασμού!

Από μόνη της, η προπόνηση είναι μια σχετικά βαρετή διαδικασία, ειδικά τα long runs που μπορεί να είναι 30 χιλιόμετρα σε 3 ώρες. Όπως όμως είχα γράψει σε προηγούμενο άρθρο, η Αθήνα μπορεί να γίνει ένα τεράστιο προπονητήριο: το Ζάππειο και ο Εθνικός Κήπος έχουν γίνει τελευταία το δικό μου, προσωπικό προπονητήριο. Ξέρω πια πότε έχει έκθεση βιβλίου, νυφικών, χαιρετώ τους αστυνομικούς, μιλάω με τις κυρίες που βγάζουν τα σκυλιά τους βόλτα και πίνουμε νερό παρέα (με τα σκυλιά). Χαζεύω τους μπασκετικούς στο Φωκιανό, απέναντι από το Καλλιμάρμαρο, και παρατηρώ τους εύζωνες που υπηρετούν στην Προεδρική Φρουρά.

Όλη αυτή η προσπάθεια για το Μαραθώνιο της Αθήνας θα μπορούσα να σου πω ότι γίνεται για δυο σημεία που με έκαναν να ανατριχιάσω μέσα στον αγώνα: στη στροφή του Δρομέα απέναντι από το Χίλτον και όταν έμπαινα για πρώτη φορά στο Στάδιο.

Ακόμα δεν έχει αρχίσει το κρύο, οπότε όλα πάνε καλά. Ο κήπος ρίχνει τη θερμοκρασία αρκετά, και αυτό κάνει κάποια σημεία της διαδρομής να είναι πιο ανεκτά. Μέσα στον κήπο θα βρω φίλους δρομείς κάθε Σάββατο πρωί. Ομάδες που προετοιμάζονται, μεμονωμένοι, παρεούλες. Ο Βασίλης, ο Νίκος και η Μεταξία, η Άντα και η Σόφη, η Νέλλη (από την αθηΝΕΑ!). Στα δέντρα παπαγάλοι, στα χωμάτινα δρομάκια οι τουρίστες και η καλή κυρία που μας καλημερίζει κάθε φορά που μας βλέπει και, πίστεψε με, σε ένα 25αρι long run είναι πολλές οι φορές αυτές.

Τα δύσκολα έρχονται κάτι Δευτέρες, κάτι Τετάρτες που λίγο η δουλειά, λίγο το γλυκό μου παιδί, η προπόνηση δεν λέει να βγει. Εκεί φεύγω από το Ζάππειο και τρέχω την Αθήνα. Στην Αρεοπαγίτου, με τους τουρίστες να βλέπουν τον ημίγυμνο δρομέα να ξεφυσάει, ανεβαίνω τα σκαλιά του Ηρωδείου και κατεβαίνω από το πλάι, πηγαίνω στο Θησείο και μέσα από την Αγορά βγαίνω στην Πλάκα και στα στενά της, μέχρι να ξαναβγώ στο Ζάππειο και να περάσω μια βόλτα μπροστά από το Καλλιμάρμαρο. Όλη αυτή η προσπάθεια για το Μαραθώνιο της Αθήνας θα μπορούσα να σου πω ότι γίνεται για δυο σημεία που με έκαναν να ανατριχιάσω μέσα στον αγώνα: στη στροφή του Δρομέα απέναντι από το Χίλτον και όταν έμπαινα για πρώτη φορά στο Στάδιο.

Ήπια το μισό μπουκάλι και άρχισα να τρέχω σαν το χαρούμενο σκυλί, ευτυχισμένος για την απροσδόκητη καλοσύνη που μου έδειξαν.

Η αντίδραση στην πλήξη της επανάληψης με έχει οδηγήσει στο Ίδρυμα Νιάρχου στα νότια. Το μέτωπο με το Φάληρο όπως ενώνεται μπορεί να σου δώσει χώρο για χιλιόμετρα – μπορείς να πας ακόμα και με κάποιον που δεν τρέχει. Να πας με το κορίτσι σου λόγου χάριν, να  νοικιάσει ένα ποδήλατο και να βγείτε παρέα μια μεγάλη βόλτα, όσο εσύ κάνεις την προπόνησή σου μακριά από αυτοκίνητα και δρόμους. Στη δυτική μεριά του πάρκου έχει όργανα γυμναστικής και στίβο, οπότε μπορείς, πραγματικά, να προπονηθείς όπως θέλεις.

Όλοι όσοι ετοιμάζονται για κάποια από τις τρεις αποστάσεις, το 5άρι, το 10άρι και το Μαραθώνιο, αυτές τις μέρες κάνουν πλάνα, προπονήσεις και βρίσκονται σε ένα περίεργο σημείο, καθώς «πάνε» για το μεσαίο τμήμα της προετοιμασίας. Δείξε τη συμπάθειά σου αν μιλάνε μόνο για χρόνους και χιλιόμετρα. Θα περάσει!

Θέλω μόνο να σου πω μια μικρή ιστορία για το τέλος. Κατεβαίνω τους Αέρηδες, στρίβω αριστερά και βγαίνω σε ένα μικρό πλατειάκι με 2 ταβέρνες. Έχω σκάσει για νερό. Σταματώ, ιδρωμένος και ημίγυμνος (αυτό πρέπει να το κοιτάξω) και λέω ξέπνοος στο σερβιτόρο: «Σε παρακαλώ, ένα ποτήρι νερό αν δεν είναι κόπος». «Τι λες ρε φίλε», μου απαντά. «Έλα μέσα να σου δώσω ένα μπουκάλι νερό». Του λέω: «Μην πούνε τίποτα που είμαι έτσι;». «Ποιος να πει; Έλα μέσα.»

Ήπια το μισό μπουκάλι και άρχισα να τρέχω σαν το χαρούμενο σκυλί, ευτυχισμένος για την απροσδόκητη καλοσύνη που μου έδειξαν.

Αρθρογράφος

Ο Άρης Γαβριελάτος είναι κοινωνιολόγος και ασχολείται επαγγελματικά με την Έρευνα Αγοράς. Στον ελεύθερο του χρόνο προπονείται στην πόλη και στα γύρω βουνά, ενώ παίρνει μέρος σε αγώνες ορεινού τρεξίματος.

Σχολιασμός

Σχολιασμός