“Halloween” 2018: Αυστηρά για τους Λάτρεις της Ταινίας του ’78 και τους Κάτω των 16

Είναι η νέα Νύχτα με τις Μάσκες αντάξια της πρώτης του John Carpenter; Κατηγορηματικά όχι. Κι αυτό γιατί 40 χρόνια μετά ξέρεις τι να περιμένεις κι αυτά που βλέπεις δεν σε εκπλήσσουν. Κι αν σε κάτι σίγουρα αποτυγχάνει η συνέχεια του David Gordon Green είναι στο ότι δεν καταφέρνει να προσφέρει κάτι νέο ως σίκουελ.

Έχοντας δει το πρώτο μέρος του 1978, καταλαβαίνει κανείς ότι σ’ αυτή τη συνέχεια έχει να περιμένει την τελική, θανάσιμη αναμέτρηση του Michael Myers με τη Laurie Strode. Και σ’ αυτήν οδηγούμαστε με περισσή σεναριακή ευκολία, καθώς ο “δολοφόνος των babysitter”, το ίδιο το Κακό μετουσιωμένο, καταφέρνει ανήμερα του Halloween να αποδράσει, παρότι αλυσοδεμένος χειροπόδαρα -ω ποια έκπληξη- κατά τη μεταφορά του σε καινούργιο σωφρονιστικό ίδρυμα, κι επιστρέφει στο Haddonfield.

Η Laurie, όμως -κατά κόσμον Jamie Lee Curtis-, με πειστικό look εμμονικής 60άρας εξολοθρεύτριας, έχει πια κάνει τα κουμάντα της, έχοντας μετατρέψει το σπίτι της σε παγίδα, και προσεύχεται στο Θεό να δραπετεύσει ο Michael για να μπορέσει να τον κάνει με τα… κρεμμυδάκια. Βέβαια, στο παιχνίδι τώρα μπαίνουν και οι δύο επόμενες γενιές, η κόρη της και η εγγονή της, με την εκδίκηση να γίνεται οικογενειακή, γυναικεία υπόθεση.

Έχοντας δει το πρώτο μέρος του 1978, καταλαβαίνει κανείς ότι σ’ αυτή τη συνέχεια έχει να περιμένει την τελική, θανάσιμη αναμέτρηση του Michael Myers με τη Laurie Strode. Και σ’ αυτήν οδηγούμαστε με περισσή σεναριακή ευκολία.

Η ταινία, βέβαια, ίσως να μην ήταν τόσο μέτρια, αν δεν τη συνόδευαν υψηλές προσδοκίες, με σημαντικότερη αυτή του να σταθεί στο ύψος που έθεσε ως όριο η πρώτη, πράγμα όχι εύκολο. Μάλιστα, ο Green θα λέγαμε ότι έχει κάνει αξιοπρεπή δουλειά στη σκηνοθεσία, κλιμακώνοντας μεθοδικά κάποιες σκηνές που οδηγούν στην κορύφωση της αγωνίας και στο επιθυμητό πέταγμα από την καρέκλα.

Στα plus, η έντονα σαρκαστική διάθεση/τροφή για σκέψη απέναντι στην ψυχανάλυση και την ψυχιατρική, διερευνώντας τα όρια μεταξύ επιστήμης και κοινής λογικής (οτιδήποτε παραπάνω θα αποτελούσε spoiler), καθώς επίσης και η εξέλιξη του κλασικού κομματιού-συνώνυμο της ίδιας της ταινίας, στο οποίο η νέα ενορχήστρωση προσφέρει τώρα μια πιο επική διάσταση, η οποία δυστυχώς δεν υποστηρίζεται από την υπόλοιπη ταινία.

Τίποτα, όμως, δεν μπορεί να τη σώσει, καθώς όντας τρομερά προβλέψιμη από την αρχή ως το τέλος, σύντομα καταντά βαρετή.

Θα τη δουν: όσοι είχαν λατρέψει την ταινία του ’78, για την τιμή των όπλων, και οι κάτω των 16.

Αρθρογράφος

Απόφοιτη του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ. Έχει εργαστεί στην τηλεόραση, σε εφημερίδες και στον ηλεκτρονικό Τύπο, ωστόσο η δημοσιογραφική της καρδιά ανήκει στο ραδιόφωνο και τα περιοδικά.

Σχολιασμός

Σχολιασμός