Στις 5 Δεκεμβρίου 2025 ανακοινώθηκε η συμφωνία Netflix – Warner Bros. Discovery, με την οποία η πρώτη από τις δύο συμφώνησε να αγοράσει τα κινηματογραφικά και streaming assets της δεύτερης (WBD) έναντι του εξαιρετικά υψηλού ποσού των 82,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Τρεις μέρες αργότερα, η Paramount Skydance κατέθεσε αντιπροσφορά ύψους 108,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Τον Δεκέμβριο και τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου, το διοικητικό συμβούλιο της Warner Bros. αρνήθηκε επανειλημμένα την προσφορά της Paramount, καθώς θεωρεί την πρόταση του Netflix πιο σίγουρη και με λιγότερους κινδύνους.
Στις 12 Ιανουαρίου, η Paramount προσέφυγε σε δικαστήριο του Delaware, ζητώντας να υποχρεωθεί η WBD να αποκαλύψει λεπτομέρειες για την αποτίμηση της πρότασης του Netflix, καθώς και τα επιχειρήματα που τη στηρίζουν. Παράλληλα, επιχειρεί να πείσει τους μετόχους να απορρίψουν τη συμφωνία του Netflix και να υπερψηφίσουν τη δική της πρόταση.
Η αντιπαράθεση για την εξαγορά εξετάζεται και από τις ρυθμιστικές αρχές στην ΕΕ, που θα αξιολογήσουν και τις δύο προσφορές λόγω πιθανών ζητημάτων ανταγωνισμού στη διεθνή αγορά των media.
Trump, σε Πόσα Ταμπλό Παίζεις;
Ταυτόχρονα, ο πρόεδρος Trump φέρεται να είχε προχωρήσει σε επενδύσεις σε Netflix και Warner Bros. λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση του megadeal, αν και έχει εκφράσει δημόσια ανησυχίες για την εξαγορά, λέγοντας ότι θα εμπλακεί στην απόφαση των εποπτικών αρχών για την έγκρισή της, εντείνοντας το πολιτικό ενδιαφέρον γύρω από τη συμφωνία.
Η συζήτηση αυτή για την πιθανή εξαγορά της WBD από το Netflix παρουσιάζεται συχνά το τελευταίο διάστημα ως ένα τεχνικό ζήτημα της αγοράς: αποτιμήσεις, μετοχές, συνδρομητές, ρυθμιστικά φίλτρα. Πρόκειται για μια βολική ανάγνωση, γιατί αφαιρεί από το ζήτημα το πραγματικό του βάρος. Στην πραγματικότητα, αυτό που εξελίσσεται μπροστά μας δεν είναι μια ακόμη επιχειρηματική συμφωνία, αλλά μια ανοιχτή σύγκρουση για τον έλεγχο της πολιτιστικής ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο. Και όταν η πολιτιστική ισχύς συγκεντρώνεται, η πολιτική ακολουθεί − ή συχνά προηγείται.
Πολιτική και Streaming
Το Netflix, ξεκάθαρα πια, δεν είναι ο «αντισυστημικός» παίκτης που κάποτε αμφισβήτησε τα στούντιο. Είναι κάτι απόλυτα οικείο που μπαίνει καθημερινά στα σπίτια μας και ταυτόχρονα ένας γίγαντας με εκατοντάδες εκατομμύρια συνδρομητές, με αλγοριθμική πρόσβαση στις συνήθειες, τις προτιμήσεις, αλλά και τις φοβίες του παγκόσμιου κοινού. Η πιθανότητα να απορροφήσει έναν ιστορικό πυλώνα όπως η Warner Bros. δεν συνιστά απλώς μια κολοσσιαία εξαγορά. Συνιστά την απόλυτη συγκέντρωση στη βιομηχανία της αφήγησης. Και η αφήγηση, σε αντίθεση με τα δεδομένα ή τα logistics, έχει πάντα πολιτικές προεκτάσεις.
Η Warner Bros. όμως δεν είναι ένα ακόμα brand προς αξιοποίηση. Είναι ένας μηχανισμός παραγωγής μύθων, ταυτοτήτων και ιδεολογικών πλαισίων εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Από τον αμερικανικό κινηματογράφο του 20ού αιώνα μέχρι τα σύγχρονα franchise που καταναλώνονται παγκοσμίως, η επιρροή της ξεπερνά κατά πολύ την ψυχαγωγία. Όταν αυτό το κεφάλαιο περνά σε μια πλατφόρμα που λειτουργεί με όρους δεδομένων, βελτιστοποίησης και «engagement», τότε δεν μιλάμε απλώς για επιχειρηματική εξέλιξη, αλλά για αλλαγή καθεστώτος στον τρόπο με τον οποίο παράγεται και κυρίως φιλτράρεται ο πολιτισμός.
Η αντίδραση της Paramount, όσο κι αν προσπαθούμε να την ερμηνεύσουμε με τη γλώσσα της αγοράς, είναι ουσιαστικά μια καθαρά πολιτική πράξη. Όχι με την κομματική έννοια, αλλά με τη δομική. Οι παραδοσιακοί όμιλοι αντιλαμβάνονται ότι δεν χάνουν απλώς μερίδια αγοράς· χάνουν τη δυνατότητά τους να λειτουργούν ως αυτόνομοι πόλοι επιρροής. Σε έναν κόσμο όπου η διανομή περνά από λίγες πλατφόρμες, όποιος δεν ελέγχει το «κουμπί» γίνεται εξαρτώμενος. Η σύγκρουση Netflix – Paramount δεν είναι μάχη αξιών, αλλά σύγκρουση δύο ελίτ που διεκδικούν το ίδιο πράγμα: τον έλεγχο της πρόσβασης στο κοινό.
Ανησυχητικό Μήνυμα
Και κάπου εδώ εμφανίζεται το κράτος. Όχι ως ουδέτερος διαιτητής, αλλά ως παράγοντας που γνωρίζει πολύ καλά ότι τα media δεν είναι απλώς επιχειρήσεις. Η στάση της διακυβέρνησης Trump απέναντι στη συμφωνία αποκαλύπτει αυτή την επίγνωση με τρόπο ωμό. Η επίκληση του «αντιμονοπωλιακού κινδύνου» μπορεί να ακούγεται θεσμικά ορθή, αλλά δεν μπορεί να αποκοπεί από το ιστορικό μιας πολιτικής εξουσίας που αντιμετωπίζει τα media ως εχθρικό πεδίο. Όταν ένας πρόεδρος παρεμβαίνει δημόσια σε μια τέτοια διαδικασία, το μήνυμα δεν είναι απλώς ρυθμιστικό, είναι ανησυχητικό.
Η αντιμονοπωλιακή νομοθεσία δεν είναι από μόνη της πρόβλημα. Το αντίθετο μάλιστα. Το πρόβλημα προκύπτει όταν εφαρμόζεται επιλεκτικά, με πολιτικά φίλτρα και επικοινωνιακούς στόχους. Σε αυτή την περίπτωση, το κράτος δεν περιορίζει τη συγκέντρωση ισχύος, αλλά απλώς διαπραγματεύεται μαζί της. Και όταν το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης είναι η ψυχαγωγία και η ενημέρωση, η γραμμή ανάμεσα στη ρύθμιση και τον έλεγχο γίνεται επικίνδυνα θολή.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το Netflix θα γίνει «πολύ μεγάλο». Είναι αν αποδεχόμαστε ότι η πολιτιστική κυριαρχία μπορεί να συγκεντρώνεται χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση, χωρίς δημόσιο διάλογο, χωρίς πολιτική λογοδοσία. Οι πλατφόρμες υποστηρίζουν ότι «δίνουν στον κόσμο αυτό που θέλει». Στην πραγματικότητα, του δίνουν αυτό που οι ίδιες έχουν μάθει να του σερβίρουν πιο αποτελεσματικά. Και όταν αυτό συνδυάζεται με τον έλεγχο ιστορικών στούντιο, το αποτέλεσμα δεν είναι ελευθερία επιλογής, αλλά… κατευθυνόμενη αφθονία.
Όσοι υπερασπίζονται άκριτα τη συμφωνία επικαλούνται την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα. Όμως η ιστορία των media είναι σαφής: κάθε φορά που ένας παίκτης αποκτά υπερβολική ισχύ, η δημιουργικότητα υποχωρεί έναντι της προβλεψιμότητας. Ο αλγόριθμος δεν ευνοεί το ρίσκο, ευνοεί μάλλον την επανάληψη. Και χωρίς ρίσκο, η τέχνη μετατρέπεται σε προϊόν συνήθειας, όχι ανατροπής.
Σύμπτωμα μιας Βαθύτερης Κρίσης
Από την άλλη πλευρά, όσοι χειροκροτούν την κρατική παρέμβαση οφείλουν να απαντήσουν σε ένα δύσκολο ερώτημα: εμπιστευόμαστε πραγματικά την πολιτική εξουσία να ρυθμίζει την πολιτιστική αγορά χωρίς να επιδιώκει προφανή ανταλλάγματα; Η ιστορία, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν προσφέρει ιδιαίτερα καθησυχαστικά παραδείγματα. Η ρητορική περί «εθνικού συμφέροντος» στα media συχνά λειτουργεί ως άλλοθι για έλεγχο και όχι για προστασία του πλουραλισμού.
Η υπόθεση Netflix – Warner Bros. είναι τελικά σύμπτωμα μιας βαθύτερης κρίσης. Οι πλατφόρμες έχουν αποκτήσει ισχύ μεγαλύτερη από πολλούς θεσμούς, και οι θεσμοί προσπαθούν να ανακτήσουν ρόλο χωρίς να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Το αποτέλεσμα είναι μια σύγκρουση κορυφής, όπου το κοινό, οι δημιουργοί και η πολιτιστική πολυφωνία παραμένουν στο περιθώριο.
Αν κάτι πρέπει να μας ανησυχεί πραγματικά, δεν είναι το αν θα ολοκληρωθεί η συμφωνία, αλλά το πόσο φυσιολογικό μας φαίνεται πια να συζητάμε για την τύχη της παγκόσμιας αφήγησης ως ζήτημα ισολογισμών και πολιτικών παρεμβάσεων. Σε έναν κόσμο όπου οι ιστορίες διαμορφώνουν την πολιτική συνείδηση περισσότερο από τα προγράμματα κομμάτων, το ποιος τις ελέγχει δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Είναι κεντρικό.
Και όσο η συζήτηση περιορίζεται στο ποιος γίγαντας θα επικρατήσει τόσο απομακρυνόμαστε από το μόνο ερώτημα που αξίζει να τεθεί ανοιχτά: ποιος λογοδοτεί όταν η ψυχαγωγία γίνεται εξουσία.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Από το «Λούνα Παρκ των Ιδεών» στη Χειραγώγηση της Πληροφορίας