Απαγόρευση των Social Media στους Εφήβους. Και Μετά;

απαγόρευση

Η πρόσφατη απόφαση ενόρκων στο Λος Άντζελες που καταδίκασε μεγάλες πλατφόρμες για τον εθιστικό σχεδιασμό και την επίδρασή τους στην ψυχική υγεία μιας νεαρής χρήστριας επαναφέρει με ένταση τη συζήτηση γύρω από τον ρόλο των social media στους εφήβους. Από τα οικογενειακά τραπέζια μέχρι τα κοινοβούλια, το ερώτημα ακούγεται ολοένα και πιο επιτακτικά: «Πρέπει να μπουν όρια ή/και απαγορεύσεις;». Η Αυστραλία ήδη προχώρησε σε απαγόρευση για παιδιά κάτω των 16 ετών, ενώ Γαλλία, Ισπανία, Ηνωμένο Βασίλειο και Δανία προχωρούν τις διαδικασίες προς την ίδια κατεύθυνση. Η Ελλάδα φαίνεται να ακολουθεί. «Ας απαγορευτούν να τελειώνουμε…». Αλλά τι ακριβώς «τελειώνουμε»; Τι προσπαθούμε να ρυθμίσουμε και με ποια μέσα;

«It’s Complicated»

Πράγματι, στοιχεία δείχνουν ότι η έντονη χρήση social media συνδέεται με αυξημένους ψυχολογικούς κινδύνους στους εφήβους: πάνω από 3 ώρες ημερησίως διπλασιάζουν τον κίνδυνο άγχους και κατάθλιψης, ενώ η καθημερινή χρήση μπορεί να εκτοξεύσει τα συναισθήματα που συνδέονται με την κατάθλιψη κατά 319%. Επιπλέον, 1 στα 10 παιδιά εκτέθηκε σε επικίνδυνο περιεχόμενο, με τον ΠΟΥ να καταγράφει αύξηση προβληματικής χρήσης. Αν λοιπόν τα social media βλάπτουν, μια οριζόντια απαγόρευση μοιάζει λογική. Μήπως, όμως, είναι μια απλοϊκή λύση;

Η επιστημονική εικόνα, όντως, δείχνει πιο σύνθετη. Αν και υπάρχει συσχέτιση μεταξύ έντονης χρήσης των social media και αρνητικών δεικτών ψυχικής υγείας στους νέους, αυτή δεν αποδεικνύεται με απευθείας αιτιότητα. Η σχέση φαίνεται αμφίδρομη: έφηβοι με στρες στρέφονται περισσότερο στα social media, ενώ η υπερβολική χρήση μπορεί να το επιδεινώνει. Παράλληλα, η μέτρια, πλαισιοθετημένη χρήση φαίνεται να έχει πολύ μικρότερες ή καθόλου αρνητικές επιπτώσεις. Με απλά λόγια, δεν είναι όλα τα social media ίδια, ούτε όλοι οι έφηβοι επηρεάζονται το ίδιο, ενώ οι λεπτομέρειες χρήσης παίζουν κρίσιμο ρόλο.

Επίσης, αξίζει να επισημανθούν επιστημονικά σχόλια στα οποία υπογραμμίζεται ότι οι κάθε είδους συναισθηματικές προκλήσεις στην κρίσιμη εφηβική ηλικία δεν αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά με απαγορεύσεις ή αυστηρούς περιορισμούς. Αντίθετα, η ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας, η καλλιέργεια δεξιοτήτων αυτορρύθμισης και η καθοδήγηση από γονείς ή φροντιστές επιτρέπουν στους εφήβους να διαχειρίζονται καλύτερα τις ψηφιακές αλληλεπιδράσεις, να προστατεύουν την ψυχική τους υγεία, να διατηρούν την αυτονομία τους και να αξιοποιούν τα θετικά των social media. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι η ύπαρξη κινδύνων –αυτοί όντως υπάρχουν–, αλλά το αν η απαγόρευση αποτελεί το κατάλληλο εργαλείο για να τους αντιμετωπίσει.

Τι Συμβαίνει στην Πράξη

Ας είμαστε ρεαλιστές. Μεγάλο μέρος της κοινωνικής ζωής των εφήβων είναι πλέον ψηφιακό, οπότε μια βίαιη αποκοπή δεν πρόκειται να τους κάνει να επιστρέψουν σε έναν «αγνό», αναλογικό κόσμο. Αντίθετα μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική απομόνωση, απώλεια πρόσβασης σε σημαντικές πληροφορίες, άλλου είδους προβλήματα ψυχικής υγείας και πιθανή μετατόπιση σε λιγότερο ρυθμιζόμενες πλατφόρμες ή «κλειστά» δίκτυα, όπου η εποπτεία είναι ακόμη δυσκολότερη.

Επιπλέον, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τέτοιοι περιορισμοί είναι δύσκολο να εφαρμοστούν, με τα έως τώρα δεδομένα να θέτουν σε αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητά τους: στην Αυστραλία, για παράδειγμα, η χρήση υπηρεσιών Virtual Private Network (VPN) αυξήθηκε κατά περίπου 170% ήδη από την πρώτη ημέρα απαγόρευσης. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι οι νέοι βρίσκουν τρόπους να διατηρούν την πρόσβασή τους, ενισχύοντας τελικά μια κουλτούρα παράκαμψης και δυσπιστίας αντί ψηφιακής ωριμότητας.

Στην ελληνική πραγματικότητα, όπου η ψηφιακή παιδεία στο σχολείο παραμένει ανύπαρκτη –ή στην καλύτερη περίπτωση αποσπασματική– και η εμπιστοσύνη μεταξύ πολιτών και πολιτείας είναι εύθραυστη, ένα τέτοιο μέτρο θα λειτουργούσε πιθανότατα περισσότερο ως συμβολική κίνηση που δίνει αίσθηση δράσης παρά ως κανονισμός ουσιαστικής μεταρρύθμισης.

Κι όμως, το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Οι γονείς ανησυχούν –και όχι αβάσιμα–, αφού οι οθόνες διεκδικούν χρόνο, προσοχή και επηρεάζουν την αντίληψη των παιδιών για τον εαυτό τους. Άρα, αν όχι απαγόρευση, τότε τι;

Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται στο πού εστιάζεται η αντιμετώπιση. Η απαγόρευση, όσο «καθαρή» κι αν ακούγεται πολιτικά, εστιάζει στο σύμπτωμα και όχι στην αιτία. Αντί να αναρωτηθούμε γιατί οι πλατφόρμες έχουν χτιστεί πάνω σε μοντέλα που επιβραβεύουν τη μέγιστη παραμονή, γιατί οι αλγόριθμοι ανταμείβουν την υπερδιέγερση, γιατί το «μαραθώνιο» scroll είναι προεπιλογή και γιατί τα δεδομένα ανηλίκων αποτελούν πρώτη ύλη για διαφημιστικά οικοσυστήματα, κοπτόμαστε για το πώς θα κρατήσουμε τα παιδιά μακριά.

Δεν είναι τυχαίο ότι η χρήση των social media μελετάται πλέον ως συμπεριφορά με χαρακτηριστικά εθισμού, όπως η υπερβολική ενασχόληση και η απώλεια ελέγχου, παρόμοια με εκείνα άλλων εθισμών (αλκοόλ, καπνός κ.ά.). Με μια θεμελιώδη διαφορά όμως: εδώ ο «μηχανισμός» δεν είναι δεδομένος. Μπορεί να αλλάξει, μέσα από παρεμβάσεις στις πλατφόρμες, τόσο στον σχεδιασμό όσο και στους αλγόριθμους, ώστε να προσφέρουν ασφαλέστερη εμπειρία χωρίς να περιορίζονται οι δυνατότητες που προσφέρουν.

Αν Όχι Απαγόρευση, τι;

Η αναγνώριση της πολυπλοκότητας είναι το πρώτο βήμα: η πολιτική πρέπει να αντανακλά τη σύνθετη πραγματικότητα και όχι μια απλοποιημένη εκδοχή της.

Σε δεύτερο επίπεδο, η διεθνής συζήτηση πρέπει να μετατοπιστεί κυρίως προς τη λογοδοσία των πλατφορμών και την παρέμβαση στον σχεδιασμό τους. Η πρόσφατη δικαστική απόφαση στις ΗΠΑ δείχνει μια τέτοια μετατόπιση: από την ατομική ευθύνη των χρηστών προς τη θεσμική ευθύνη που έχουν οι ίδιες οι πλατφόρμες, αναδεικνύοντας μάλιστα τη νομική λογοδοσία ως κρίσιμο εργαλείο πίεσης.

Ειδικοί προειδοποιούν ότι οι απαγορεύσεις δεν εξαλείφουν την έκθεση σε επιβλαβές περιεχόμενο και ζητούν ολοκληρωμένες πολιτικές με αλγοριθμική λογοδοσία και ισχυρότερη εποπτεία περιεχομένου: σχεδιαστικά πρότυπα συμβατά με την ηλικία, περιορισμούς στο εθιστικό scrolling για ανηλίκους, ελαχιστοποίηση συλλογής δεδομένων και μεγαλύτερη διαφάνεια αλγορίθμων.

Εξίσου κρίσιμη είναι η ψηφιακή παιδεία. Η καλλιέργεια κριτικής ματιάς και ικανότητας αυτορρύθμισης στα ψηφιακά περιβάλλοντα αποδίδει περισσότερο από την απαγόρευση. Μια πολιτική μακροπρόθεσμη μεν, ουσιαστικότατη δε, που ενισχύει την ανθεκτικότητα των παιδιών απέναντι σε κάθε είδους εθισμούς. Χωρίς αυτές τις δεξιότητες, καμία απαγόρευση δεν αρκεί.

Μια ακόμη ιδέα είναι η συμμετοχή των ίδιων των νέων στη διαμόρφωση πολιτικών, αφού οι έφηβοι δεν είναι μόνο αντικείμενα προστασίας αλλά και εν δυνάμει ενεργοί πολίτες. Η εμπειρία τους από τα ψηφιακά περιβάλλοντα μπορεί να φωτίσει το πώς λειτουργούν πραγματικά οι πλατφόρμες και ποιες παρεμβάσεις έχουν νόημα.

Και κάτι ακόμη πολύ βασικό: είμαστε μιμητικά όντα – και τα παιδιά ακόμη περισσότερο. Μαθαίνουν κυρίως από αυτά που βλέπουν παρά από όσα ακούν. Όταν τους ζητάμε να αφήσουν το κινητό, αλλά γύρω τους βλέπουν διαρκώς ενήλικους μπροστά σε μια οθόνη, ή όταν η χρήση και εξοικείωση με οθόνες ξεκινά ως «βολική λύση» από πολύ μικρές ηλικίες, το μήνυμα ακυρώνεται στην πράξη. Η υπερβολική χρήση παύει να αποτελεί πρόβλημα και γίνεται κανονικότητα. Κι εκεί, ούτε συμβουλές ούτε απαγορεύσεις έχουν πραγματικό βάρος.

Ναι, OK, να προστατεύσουμε τους εφήβους. Αλλά πώς ώστε, τελικά, να έχει νόημα; Με μια απαγόρευση που μας γλιτώνει από τη δύσκολη, άβολη συζήτηση για τα επιχειρηματικά μοντέλα της ψηφιακής οικονομίας και τις ευθύνες μας ως κηδεμόνες; Ή με μεταρρυθμίσεις που επαναδιαπραγματεύονται ουσιαστικότερα τις σχέσεις κράτους, πλατφορμών, γονέων και παιδιών;


Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:

Social Media: Η Ζωή μας Μέσα στις Οθόνες (των Άλλων)

Η Ανάγκη του «Ανήκειν» σε Offline Εκδοχή

Μπορεί ένα Chatbot να Αντικαταστήσει τον Θεραπευτή;

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Συντάκτρια | Thunder Road
Συντάκτρια | Thunder Road

H Μαρία Σπανουδάκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι μητέρα τριών παιδιών, πτυχιούχος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθήνας (Τμήμα Οικ. Επιστήμης) και του Εθνικού Ωδείου Αθήνας (Πιάνο). Την κέρδισε η μουσική, με την οποία ασχολείται επαγγελματικά. Αγαπά τους ήχους, τις παύσεις, τη φωτογραφία, το τρέξιμο, το διάβασμα, τα ταξίδια, τη μαύρη σοκολάτα, τα βαμβακερά σεντόνια. Προτιμά τις ανατολές από τα ηλιοβασιλέματα, το τσάι αντί του καφέ και στο μεγάλο δίλημμα «κιθαρίστας ή ντράμερ» διαλέγει «μπασίστας».

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+