Σε ένα χωριό που σταδιακά εγκαταλείπεται, σε μια γραμμή ενός τρένου που δεν περνά πια, υπάρχει ένα σχολείο που κοιτάζει ψηλά, προς τον ουρανό, αλλά και προς το μέλλον των παιδιών του. Εκεί, στον Νικηφόρο Δράμας, αποδεικνύεται καθημερινά πως η παιδεία δεν είναι μόνο οι τοίχοι και οι υποδομές. Αλλά και πως οποιοδήποτε κίνητρο μετεγκατάστασης στην ύπαιθρο –θέμα που επανήλθε πρόσφατα με την ανακοίνωση του επιδόματος των 10.000 ευρώ– θα παραμένει κενό γράμμα αν δεν συνοδεύεται από τις συνθήκες εκείνες που καθιστούν έναν τόπο βιώσιμο, ζωντανό και άξιο να κρατήσει οικογένειες.
Κλειδί σε όλα αυτά είναι —και θα είναι πάντα— οι άνθρωποι.
Άνθρωποι που επιμένουν, που εμπνέουν, που δίνουν χωρίς να τους ζητηθεί και χωρίς να περιμένουν πάντα ανταλλάγματα. Καθηγητές που κάνουν την εκπαίδευση πράξη ουσίας. Κι όσο υπάρχουν αυτοί, όσο υπάρχουν παιδιά που σηκώνουν το βλέμμα ψηλά και τολμούν να ονειρευτούν, αυτό το σχολείο −κι αυτός ο τόπος− θα έχει λόγο να συνεχίζει.
Το σχολείο στον Νικηφόρο έχει κάτι μοναδικό: ένα αστεροσκοπείο και ένα υπαίθριο πάρκο τεχνολογίας, με εργαστήριο Φυσικής, ηλιακά ρολόγια και έναν μικρό χώρο οπτικών ψευδαισθήσεων −μια εκπαιδευτική εμπειρία που συνδυάζει επιστήμη και παιχνίδι−, όπου πραγματοποιούνται πειράματα Φυσικής, Αστρονομίας, Μηχανικής κ.ά. Σε αυτά προστέθηκε πρόσφατα και ένας μετεωρολογικός σταθμός.
Το σχολείο είναι ανοιχτό σε ξεναγήσεις και υποδέχεται μαθητές από όλη την Ελλάδα, που έρχονται να ζήσουν αυτή τη μοναδική εκπαιδευτική εμπειρία. Αποτελεί, δηλαδή, και ένα σχολείο-προορισμό για μαθητικό τουρισμό.
Η Άννα Δόβρολη, η παλαιότερη καθηγήτρια του Γυμνασίου-Λυκείου, θυμάται ότι το 2000, όταν διορίστηκε, οι μαθητές ξεπερνούσαν τους 120. Σήμερα, σε όλες τις τάξεις, δεν φτάνουν τους 50. Αν και φοιτούν μαθητές από τα περισσότερα γειτονικά χωριά: την Αδριανή, την Πλατανιά, την Ψηλή Ράχη, το Τείχος, τον Γύρο.
Η περιοχή δυσκολεύεται να κρατήσει τις οικογένειες στα χωριά παρά τις δυνατότητές της. Παρότι πρόκειται για έναν τόπο με αμπελοτόπια και οινοποιεία που αναπτύσσονται δυναμικά, με ορυχεία −όπως σχεδόν σε όλο τον νομό Δράμας− και με τουρισμό που τα τελευταία χρόνια αυξάνεται. Ωστόσο, η παραμονή μιας οικογένειας σε ένα χωριό −ακόμα κι αν η πόλη της Δράμας απέχει μόλις 20 λεπτά− εξαρτάται από πολλούς παράγοντες
Αλλά δεν είναι μόνο ζήτημα απόστασης. Είναι και ζήτημα ουσίας. Οι χρόνιες παθογένειες του εκπαιδευτικού συστήματος, σε συνδυασμό με την άγνοια του αθηνοκεντρικού κράτους για τις ιδιαιτερότητες απομακρυσμένων περιοχών, όπως ο Δήμος Παρανεστίου, λειτουργούν αποτρεπτικά.
Ο καθηγητής της Φυσικής Μιχάλης Δογραματζίδης ξεναγεί, ακόμη και εκτός διδακτικών ωρών, σχολεία αλλά και μεμονωμένα άτομα στο πρότυπο −και κατά κάποιο τρόπο αυτοσχέδιο− υπαίθριο πάρκο τεχνολογίας του σχολείου. Στο επίκεντρο βρίσκεται το αστεροσκοπείο, που προσφέρει στα παιδιά και στους επισκέπτες μια μοναδική εμπειρία: να αντικρίσουν την απεραντοσύνη του ουρανού και, σε κάποιες περιπτώσεις, να τη συλλάβουν σε εικόνες.
«Τι θα γινόταν αν η Ελλάδα επένδυε στρατηγικά σε 20 τέτοια σχολεία;» είναι το ερώτημα που πλανάται στο μυαλό μου. Δεν θα αρκούσε, σίγουρα, για μια ριζική αλλαγή στην εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά θα θεμελίωνε νέες προοπτικές.
Αλλά ας δούμε πώς ξεκίνησε αυτή η −μοναδική− προσπάθεια.
Μια Ζωντανή Κυψέλη
Το βασικό ερώτημα ήταν πού βρέθηκαν τα χρήματα για όλα αυτά. «Ένας κύριος από την περιοχή που διατηρεί επιχείρηση στη Γερμανία, ο Σάββας Τριανταφυλλίδης, συγκινήθηκε τόσο με την προσπάθεια που μας στήριξε από την αρχή. Αργότερα ήρθε το Ίδρυμα «Πάνος και Χρυσηίδα – Βοήθεια στα Παιδιά», ο Άρης Θεοδωρίδης και η ΚΥΚΛΩΨ. Παλαιότερα, η Raycap μας είχε χορηγήσει υπολογιστές. Και δεν ήταν οι μόνοι. Όλοι έβαζαν ένα λιθαράκι −και οι μάστορες του χωριού κυριολεκτικά−, γιατί πίστεψαν σε αυτό που κάναμε. Ο δήμαρχος Παρανεστίου, ο Τάσος Καγιάογλου, στάθηκε επίσης στο πλευρό μας. Παράλληλα, δεκάδες σχολεία από την ευρύτερη περιοχή, αλλά και από μακρινά μέρη, ήρθαν να μας γνωρίσουν», απαντά ο διευθυντής του σχολείου, Γιάννης Σισμανίδης.
«Ακολούθησαν και άλλοι δάσκαλοι ανά την Ελλάδα;» τον ρωτήσαμε. «Στις υποδομές όχι, αλλά στα πειράματα ναι», μας λέει. «Είναι δύσκολο να ξεκινήσεις ένα τέτοιο εγχείρημα αν δεν είσαι σίγουρος ότι θα μείνεις σε ένα σχολείο για πολλά χρόνια, χωρίς τον κίνδυνο της μετάθεσης».
Ο κ. Σισμανίδης περιγράφει το πώς έφτασαν στο σήμερα, αλλά και πόση προσπάθεια καταβάλλεται αδιάκοπα για να γίνεται το σχολικό συγκρότημα όσο το δυνατόν πιο ελκυστικό για τους μαθητές του, για να είναι χαρούμενοι και να νιώθουν ότι αξίζει η κάθε τους μέρα εκεί.
Ακόμη και στη γυμναστική δίνεται η δέουσα προσοχή. Με τον Δημήτρη Τζεφαλή στο μάθημα της Φυσικής Αγωγής δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς: μια καθημερινή υπενθύμιση ότι το σώμα μας είναι η δύναμή μας. Η χαρά των παιδιών είναι εμφανής − παίζουν μπάσκετ, κάνουν ασκήσεις, χορούς, μαθαίνουν όσο το δυνατόν περισσότερα για τη μυϊκή ενδυνάμωση.
Έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια ζωντανή κυψέλη που ανθίζει κάθε χρόνο, χτίζοντας σχέσεις που ξεπερνούν τα όρια της επαγγελματικής υποχρεωτικής συνθήκης και πολλαπλασιάζοντας την αντοχή της.
Επιπλέον, πέρα από τις σκακιέρες στους εσωτερικούς χώρους, υπάρχει και μια υπαίθρια, με στόχο, όπως τονίζει ο κ. Τζεφαλής, να παρακινηθούν όλοι οι μαθητές να μάθουν σκάκι − να καλλιεργήσουν τη σκέψη, τη στρατηγική και την υπομονή τους. Αν υπήρχε και ένα κλειστό γυμναστήριο, θα λύνονταν πολλά από τα προβλήματα που δημιουργεί ο χειμωνιάτικος καιρός. Τις κρύες και βροχερές μέρες, οι δυνατότητες είναι περιορισμένες.
Στην περιοχή κατοικεί −και έχει περάσει από το σχολείο− η οικογένεια Ανδρέογλου, που έχει αφήσει έντονο αποτύπωμα στον ελληνικό στίβο. Τα παιδιά, ο Άγγελος και ο Αντώνης, διακρίνονται στο δέκαθλο με σημαντικές επιτυχίες, με προπονητή τον πατέρα τους, τον Ευθύμιο Ανδρέογλου, παλιό πρωταθλητή των σύνθετων αγωνισμάτων. Το παράδειγμά τους αποδεικνύει πως δεν είναι μόνο οι συνθήκες που καθορίζουν το αποτέλεσμα, αλλά και ο δάσκαλος-παιδαγωγός και η επιθυμία των παιδιών να ξεπεράσουν τον ίδιο τους τον εαυτό.
Όπως ακριβώς κάνουν όλοι οι καθηγητές στο σχολείο του Νικηφόρου. Έχουν βρει τον τρόπο να παρακινούν και να εμπνέουν τους μαθητές τους. Μαθητές που φοιτούν συχνά σε συνθήκες σχεδόν «ιδιαίτερου μαθήματος», λόγω του μικρού αριθμού τους − σε κάποιες περιπτώσεις, στην κατεύθυνση μπορεί να υπάρχει ένας μόνο μαθητής.
Οι γονείς γνωρίζουν πως τα παιδιά τους, εκτός από το απαραίτητο γνωστικό υπόβαθρο, θα αποκτήσουν και προσλαμβάνουσες, ερεθίσματα και εμπειρίες που ίσως δεν θα μπορούσαν να τους προσφέρουν. Ακόμη και στους διαδρόμους του σχολείου, οι δεκάδες κορνίζες με ασπρόμαυρες φωτογραφίες −ζωντανά τεκμήρια της ιστορίας της Ελλάδας− φέρνουν στον νου μουσειακές καταγραφές.
Ο διευθυντής, ο Γιάννης Σισμανίδης, είναι ο μαέστρος αυτής της προσπάθειας. Παλεύει καθημερινά να πετύχει περισσότερα, ώστε οι μαθητές να έχουν έναν λόγο παραπάνω για να μη φύγουν − ούτε από το σχολείο τους ούτε από το χωριό. Και όλοι οι καθηγητές κινούνται στην ίδια κατεύθυνση.
Έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια ζωντανή κυψέλη που ανθίζει κάθε χρόνο, χτίζοντας σχέσεις που ξεπερνούν τα όρια της επαγγελματικής υποχρεωτικής συνθήκης και πολλαπλασιάζοντας την αντοχή της. Όταν η ανάγκη για προσφορά υπερβαίνει τον ρόλο, τότε η εκπαίδευση νοηματοδοτείται και από τις αξίες της ευθύνης, της συνέπειας, της παρακαταθήκης.
Γιατί τελικά, το πιο φωτεινό αστεροσκοπείο δεν είναι στην αυλή του σχολείου. Είναι μέσα στους ανθρώπους του.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Sharenting: Όταν το Παιδί Γίνεται Περιεχόμενο
