Το σκηνικό είναι έτοιμο: Λάπτοπ, πατατάκια στο χέρι με την αδρεναλίνη να κορυφώνεται, ενώ το βλέμμα μου είναι καθηλωμένο σε άλλο ένα επεισόδιο της επιτυχημένης τηλεοπτικής σειράς «Bridgerton». Αλίμονο, ακολουθεί άλλη μια σεξουαλική σκηνή και, ενώ περιμένω τη σκηνοθετική κονσέρβα του ακραίου πάθους και σχεδόν αυτομάτου οργασμού (και από τους δύο συντρόφους παράλληλα, φυσικά), κάτι συμβαίνει, κάτι διαφορετικό…
Η κοπέλα, ονόματι Francesca, δεν φαίνεται να λάμπει από κρύο ιδρώτα ή να πλέει σε πελάγη σαρκικής ευτυχίας. Αντ’ αυτού, δυσανασχετεί και φωνάζει ενοχλημένη «τι πάει λάθος με εμένα;». Όχι μόνο δεν έχει έρθει σε οργασμό, αλλά τον έχει προσποιηθεί, έχει εκνευριστεί που, όπως το χαρακτηρίζει η ίδια, δεν έχει φτάσει την «κορυφή» (pinnacle) της, ούτε έχει εκτελέσει τα «συζυγικά της καθήκοντα» (ας θυμηθούμε πως η σειρά διαδραματίζεται σε ένα φανταστικό σύμπαν του πρώιμου 19ου αιώνα).
Συνεπώς, διακρίνουμε εδώ ένα μείζον ζήτημα που αφορά τις γυναίκες διαχρονικά: η δυσκολία επίτευξης του οργασμού, η πεποίθηση πως αυτός πρέπει να είναι ο τελικός στόχος στο σεξ και η συνεπακόλουθη αίσθηση μιας υποσυνείδητης, πιθανώς, υποχρέωσης να προσποιηθούν πως έχουν φτάσει στην εκάστοτε «κορύφωση».
Είναι σημαντικό να αναφέρουμε πως το παρόν άρθρο επικεντρώνεται στο βίωμα του γυναικείου οργασμού μέσα από μια ετεροφυλόφιλη συνεύρεση, με αφορμή τη σκηνή από τη διάσημη τηλεοπτική σειρά.
Ένα πράγμα είναι σίγουρο: τα ζευγάρια που μιλάνε για το σεξ έχουν καλύτερη σεξουαλική ζωή.
Συνεχίζοντας, λοιπόν, σε μια πολύ ευάλωτη και ειλικρινή στιγμή της μετά το περιστατικό, η Francesca παραδέχεται στην κουνιάδα της όχι μόνο ότι δεν έχει φτάσει ποτέ στην «κορυφωσή της» της (ας ονομάσουμε την «κορυφή» της εδώ έτσι), αλλά και ότι, μάλλον, δεν γνωρίζει τι είναι αυτή η πολυπόθητη κορύφωση στην οποία πρέπει να φτάσει.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η σειρά ανοίγει ακόμη περισσότερα θέματα: τη μη επαρκή ενημέρωση/εκμάθηση γυναικών για την ανατομία τους, το σεξ και τη δική τους εμπειρία ή πρωτοβουλία μέσα σε αυτό, την ανοιχτή επικοινωνία περί οργασμού μεταξύ γυναικών χωρίς τύψεις ή ντροπές, αλλά και το ίδιο το θέμα του οργασμού ως κάτι που υποτίθεται πως πρέπει να επιτευχθεί απαραιτήτως – και ενώ, θεωρώ, πως κανένας μας δεν θα φέρει αντίρρηση στην ικανοποίηση της «κορύφωσης», είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε πως δεν έχει να κάνει πάντα τόσο με τον προορισμό όσο με το ταξίδι.
Ακόμη ένα αξιοσημείωτο κομμάτι αυτής της σκηνής είναι η ευαισθησία και διαύγεια με την οποία η συνομιλήτρια της Francesca διαχειρίζεται την κουβέντα. Δεν κρίνει την άγνοιά της, ούτε προσβάλλεται από την ερώτηση. Αντ’ αυτού, μοιράζεται τη δική της εμπειρία, εξηγεί το πώς αισθάνεται, το πώς λειτουργεί η «κορύφωση» βιολογικά (όσο πληρέστερα μπορεί για τα δεδομένα της εποχής) και κλείνει με μια όμορφη συμβουλή: να ανακαλύψει η Francesca τι δουλεύει καλύτερα για εκείνη, ποιες συνθήκες μπορεί να βοηθήσουν εκείνη συγκεκριμένα, ώστε να περάσει καλύτερα. Γιατί κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και, αναπόφευκτα, μπορεί να ακολουθήσει αλλιώτικα μονοπάτια προκειμένου να φτάσει σε μια κορυφή.
Η επικοινωνία χτίζει εμπιστοσύνη και εγγύτητα και, συνεπώς, καλύτερο σεξ, καθώς οι όποιες επιθυμίες, φαντασιώσεις, ανάγκες ή ακόμη και ενοχλήσεις γίνονται ξεκάθαρες.
Επίσης, δείχνει τη Francesca να δυσκολεύεται να μιλήσει στον σύζυγό της για την εμπειρία της στο σεξ – και αυτή η δυναμική είναι πραγματική και επικρατεί έως και σήμερα.
Παρ’ όλα αυτά, ένα πράγμα είναι σίγουρο: τα ζευγάρια που μιλάνε για το σεξ έχουν καλύτερη σεξουαλική ζωή. Η επικοινωνία χτίζει εμπιστοσύνη και εγγύτητα και, συνεπώς, καλύτερο σεξ, καθώς οι όποιες επιθυμίες, φαντασιώσεις, ανάγκες ή ακόμη και ενοχλήσεις γίνονται ξεκάθαρες ευθέως. Εάν μια γυναίκα έχει προσποιηθεί οργασμούς με τον σύντροφό της, όπως κάνει η Francesca, αυτό μπορεί να προσθέσει ένα επιπλέον επίπεδο περιπλοκότητας σε οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με το σεξ και την ευχαρίστηση.
Η Jess Brownell, κύρια παραγωγός της σειράς, επέμεινε στη συμπερίληψη των παραπάνω σκηνών σε αυτή τη σεζόν, θέλοντας να προσφέρει μια διαφορετική οπτική γωνία σε ό,τι αφορά τη γυναικεία εμπειρία στο σεξ και τον οργασμό.
Έτσι, η σειρά ρίχνει φως σε διαφορετικά είδη οικειότητας, περισσότερο ρεαλιστικά και αντιπροσωπευτικά των πολλαπλών πραγματικοτήτων, απομακρύνοντάς μας από τους μαγικά συντονισμένους οργασμούς, που επιτυγχάνονται από την πρώτη προσπάθεια, ενώ στο παρασκήνιο αντηχεί κάποιο νοσταλγικό μουσικό χαλί.
Για τη Francesca δεν υπάρχουν ούτε νοσταλγικές μελωδίες ούτε η κορύφωση της στιγμής, αλλά ένας σύζυγος που την υποστηρίζει και της λέει ότι δεν είναι ατελής με κανένα τρόπο και ότι συχνά χρειάζεται χρόνος για να γνωρίσεις τον σύντροφό σου και τις προτιμήσεις ή τις αποστροφές του στο σεξ, ειδικά αν δεν έχεις αφιερώσει χρόνο εσύ ο ίδιος για να γνωρίσεις τον εαυτό σου με αυτόν τον τρόπο.
Συνεπώς, η απουσία οργασμού της ηρωίδας δεν παρουσιάζεται ως αδυναμία της σχέσης ή σύνδεσης με τον σύντροφό της. Αντιθέτως, είναι κάτι που τους φέρνει πιο κοντά, καθώς καλούνται να αφήσουν πίσω κάθε είδους προσποίηση ή παράσταση και να επικοινωνήσουν ανοιχτά και παραγωγικά ως ζευγάρι.
Η έλλειψη συναισθηματικής οικειότητας, η κακή επικοινωνία σεξουαλικών προτιμήσεων, η απιστία ή παραβίαση της εμπιστοσύνης μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα επίτευξης οργασμού.
Από το Bridgerton στο Σήμερα
Ας αφήσουμε, ωστόσο, για λίγο τη φανταστική εποχή του κόσμου του Bridgerton, ώστε να στρέψουμε την προσοχή μας στο σήμερα. Το θέμα του γυναικείου οργασμού –ή η έλλειψή αυτού– επικρατεί ακόμη.
Σε όλες τις γυναίκες, η συχνότητα και η ένταση των οργασμών ποικίλλουν. Επίσης, για κάθε άτομο, οι οργασμοί μπορεί να διαφέρουν κάθε φορά: ο τύπος αλλά και ο βαθμός διέγερσης που απαιτείται για να επιτευχθεί ποικίλλει.
Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους μια γυναίκα μπορεί να δυσκολεύεται να έρθει σε οργασμό – τόσο βιολογικοί, για παράδειγμα παθήσεις όπως ο διαβήτης, διαταραχές του νευρικού συστήματος ή του πυελικού εδάφους, τραυματισμοί κατά τον τοκετό, πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή και ορμονικές διαταραχές, όσο ψυχολογικοί, με συχνότερους το άγχος, τα σεξουαλικά τραύματα, τα προβλήματα με την εικόνα του σώματος και η έλλειψη γνώσεων σχετικά με τη σεξουαλική διέγερση.
Ακόμη, παίζει ρόλο η χημεία και η σύνδεση με τον εκάστοτε σεξουαλικό σύντροφο. Για παράδειγμα, η έλλειψη συναισθηματικής οικειότητας, η κακή επικοινωνία σεξουαλικών προτιμήσεων, η απιστία ή παραβίαση της εμπιστοσύνης μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα επίτευξης οργασμού.
Καθώς οι σχέσεις ωριμάζουν, οι σύντροφοι μπορεί να αναπτύξουν καλύτερες επικοινωνιακές και σεξουαλικές δεξιότητες.
Οι παραπάνω αιτίες στηρίζονται και από διάφορες έρευνες, οι οποίες έχουν γίνει ανά τα χρόνια. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μια έρευνα του 2018 με τίτλο «Women’s Attributions Regarding Why They Have Difficulty Reaching Orgasm» του David l. Rowland, είναι πιο σύνηθες να επικρατούν πολλαπλές μεταβλητές και όχι ένας και μοναδικός αιτιολογικός παράγοντας.
Στις 452 γυναίκες, οι επικρατέστεροι λόγοι που αναδείχθηκαν ήταν: πρωτοστατεί το άγχος-στρες με ένα 58%, ακολουθεί η ανεπαρκής διέγερση-λίπανση κατά την πράξη με 47%, προβλήματα με την εικόνα του σώματος που προκαλούν αμηχανία και επηρεάζουν την ψυχική διάθεση του ατόμου με 28%, πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή με 25%, ενώ τελευταία έρχονται τα ιατρικά προβλήματα με 16%.
Αξίζει εδώ να σημειώσουμε τους περιορισμούς αυτής της έρευνας, καθώς παρουσιάζει πολύ συγκεκριμένα γνωρίσματα που αφορούν τη δυσκολία επίτευξης οργασμού ετεροφυλόφιλων γυναικών μόνο κατά τη σεξουαλική επαφή με κάποιο σύντροφο· δεν εξερευνήθηκε, δηλαδή, η περίπτωση του αυνανισμού.
Ακόμη, δεν μπορεί να προσδιοριστεί ακριβώς εάν η σεξουαλική επαφή αναφερόταν μόνο σε διείσδυση ή και σε άλλους τρόπους ικανοποίησης. Τέλος, η διάρκεια της εκάστοτε σχέσης θα μπορούσε να επηρεάσει τις αιτίες δυσκολίας επίτευξης οργασμού: καθώς οι σχέσεις ωριμάζουν, οι σύντροφοι μπορεί να αναπτύξουν καλύτερες επικοινωνιακές και σεξουαλικές δεξιότητες.
Αν γυρίσουμε την προσοχή μας σε μια ακόμη μελέτη, του 2024 αυτή τη φορά, διαπιστώνεται πως οι άνδρες όλων των σεξουαλικών προσανατολισμών ανέφεραν υψηλότερα ποσοστά οργασμού κατά τη διάρκεια του σεξ σε σύγκριση με τις γυναίκες. Οι ομοφυλόφιλες και αμφιφυλόφιλες γυναίκες ανέφεραν, επίσης, υψηλότερα ποσοστά οργασμού σε σύγκριση με τις ετεροφυλόφιλες γυναίκες.
Σύμφωνα με τη γιατρό δρ Mintz, που πραγματοποίησε τη μελέτη, συγκριτικά με το ζευγαρωμένο σεξ, οι γυναίκες σχεδόν πάντα φτάνουν σε οργασμό κατά τη διάρκεια του αυνανισμού, προσθέτοντας ακόμη πως είναι πιο πιθανό να φτάσουν σε οργασμό όταν κάνουν σεξ με άλλη γυναίκα παρά με άνδρα. Η διαφοροποίηση έγκειται στο ότι ο οργασμός δεν είναι καθαυτός το κύριο γεγονός, αλλά ένα πολύ ευχάριστο και καλοδεχούμενο bonus, ενώ η απουσία του δεν αποτελεί πρόβλημα και η ύπαρξή του προσθέτει παρά εξασφαλίζει μια ευχάριστη σεξουαλική εμπειρία.
Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε, ωστόσο, που να ευνοεί την ουσιαστική απόλαυση από τη γυναικεία πλευρά; Είτε αυτό σημαίνει επίτευξη οργασμού είτε όχι.
Η δρ Mintz προτρέπει τους ανθρώπους να επαναπροσδιορίσουν τη σημασία του σεξ και να επικεντρωθούν στην εξερεύνηση και στη γενικότερη ευχαρίστηση. Ο αυνανισμός κατά τη διάρκεια του σεξ ή η χρήση παιχνιδιών μπορούν επίσης να διευρύνουν το σεξουαλικό ρεπερτόριο ενός ζευγαριού και, παράλληλα, να αυξήσουν τις πιθανότητες οργασμού για τη γυναίκα.
Η προσποίηση οργασμού αποτελεί μια διέξοδο ικανοποίησης προσδοκιών παρά αληθινών σεξουαλικών επιθυμιών ή αναγκών τους.
Προσποίηση: Ποιον Βοηθάει Τελικά;
Ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους πολλές γυναίκες αναφέρουν ότι προσποιούνται οργασμούς είναι η συντριπτική πίεση να συμμορφωθούν με μη ρεαλιστικά πρότυπα σεξουαλικής απόδοσης.
Η ιδέα ότι το σεξ είναι μια παράσταση, όπου ο κύριος στόχος είναι να φτάσει κανείς τη φημισμένη «κορύφωση», μπορεί να κάνει πολλές γυναίκες να αισθάνονται ανεπαρκείς όταν δεν καταφέρνουν να επιτυγχάνουν αυτόν το στόχο. Για αυτές τις γυναίκες, η προσποίηση οργασμού αποτελεί μια διέξοδο ικανοποίησης προσδοκιών παρά αληθινών σεξουαλικών επιθυμιών ή αναγκών τους.
Το φαινόμενο ενισχύεται από το γεγονός ότι η πορνογραφία συχνά απεικονίζει σκηνές που εξιδανικεύουν τύπους σεξ οι οποίοι μπορεί να μην ταιριάζουν με αυτό που πραγματικά απολαμβάνουν πολλές γυναίκες. Αντίθετα, αυτού του είδους οι αναπαραστάσεις φαίνεται να δημιουργούνται για να ικανοποιήσουν την ανδρική ματιά (male gaze), προάγοντας λανθασμένες προσδοκίες και αντιλήψεις σε όποιον τις παρακολουθεί.
Ίσως θα έπρεπε να επαναπροσδιορίσουμε τον στόχο του σεξ, από την επίτευξη οργασμού στη γενικότερη απόλαυση και στην ασφάλεια όλων των συντρόφων που συμμετέχουν στην εκάστοτε εμπειρία.
Οι γυναίκες συχνά καταφεύγουν στην προσποίηση υπό το βάρος της κοινωνικής πίεσης να είναι αρεστές. Η ανάγκη να δείχνουν περιπετειώδεις ή «απελευθερωμένες» τις ωθεί να υποδύονται την απόλαυση σε πράξεις που τις αφήνουν αδιάφορες, θυσιάζοντας την αυθεντική τους εμπειρία στον βωμό της αποδοχής και της εξωτερικής εικόνας.
Πολλές φορές, η προτεραιότητα μεταφέρεται από την προσωπική ευχαρίστηση στην ικανοποίηση του ερωτικού συντρόφου – και όχι μόνο τη σωματική. «Καταλαβαίνεις ότι δεν θα σταματήσει μέχρι να τελειώσεις», παραδέχεται η Shelby σ’ ένα άρθρο του Guardian, ως απάντηση στο γιατί νιώθει την ανάγκη να προσποιείται. Φαίνεται συνεπώς πως, εκτός από εξωτερικευμένη πίεση από τον ίδιο τους τον εαυτό, μερικές γυναίκες δέχονται έμμεση πίεση και από συντρόφους, οι οποίοι επίσης επιστρατεύουν την πεποίθηση πως αν δεν φτάσει η σύντροφός τους σε οργασμό κάτι δεν έχουν κάνει σωστά, αγνοώντας τελείως τη δική της εμπειρία.
Με βάση τα παραπάνω, ίσως θα έπρεπε να αρχίσουμε να μπαίνουμε στη διαδικασία να σκεφτόμαστε διαφορετικά, να επαναπροσδιορίσουμε τον στόχο του σεξ από την επίτευξη οργασμού στη γενικότερη απόλαυση και την ασφάλεια όλων των συντρόφων που συμμετέχουν στην εκάστοτε εμπειρία. Συνεπώς, αντί η τελειωτική ερώτηση να είναι αν έφτασε κάποιος την «κορύφωσή» του να είναι αν πέρασε καλά, αν απόλαυσε κάτι συγκεκριμένο που έγινε, αν απόλαυσε τον εαυτό του μέσα στη διαδικασία.
Μπορεί η κορύφωση να είναι απολαυστική, αλλά, εντέλει, αποκτά όση σημασία της δίνουμε εμείς…
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ και στο μηνιαίο newsletter No Man’s Land – στο οποίο μπορείτε να κάνετε την εγγραφή σας εδώ.
Όταν τα Παραμύθια δεν Τελειώνουν Ποτέ…
Ποια Ήταν η Anne Hathaway; Από τον Άμνετ στον Shakespeare
Γεωργία Πανάκια: «Το Ζητούμενο Είναι η Καθαρότητα της Πρόθεσης»
