Στον απόηχο της επιχείρησης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα στις αρχές της χρονιάς, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έσπευσαν να επικαλεστούν το δίκαιο του ισχυρού για να εξηγήσουν −αν όχι να δικαιολογήσουν− την παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας που συντελέστηκε. Ανάμεσα στις αναφορές που ξεχώρισαν ήταν εκείνη του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος έφερε στη συζήτηση και τον μεγάλο αρχαίο ιστορικό Θουκυδίδη.
Το απόσπασμα στο οποίο αναφέρθηκε προέρχεται από τον Διάλογο των Μηλίων με τους Αθηναίους, ένα από τα δραματικότερα επεισόδια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Το περιστατικό συνέβη το 416 π.Χ. Οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στη Μήλο, μια μικρή αποικία των Λακεδαιμονίων, με σκοπό να την αναγκάσουν να ενταχθεί στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Οι Μήλιοι ζήτησαν να γίνει σεβαστό το δικαίωμά τους να παραμείνουν ουδέτεροι. Τελικά, οι Αθηναίοι, εκμεταλλευόμενοι την τεράστια στρατιωτική τους υπεροχή, κατέλαβαν τη Μήλο, εκτέλεσαν όλους τους ενήλικους άνδρες, εξανδραπόδισαν γυναίκες και παιδιά και εγκατέστησαν στο νησί Αθηναίους εποίκους.
Στον περίφημο διάλογο, οι Αθηναίοι −και όχι ο Θουκυδίδης− ισχυρίζονται ότι «το δίκαιο ισχύει μόνο μεταξύ ίσων. Οι δυνατοί κάνουν ό,τι μπορούν· οι αδύναμοι υποχωρούν σε ό,τι πρέπει». Από το αποτέλεσμα, την καταστροφή δηλαδή των Μηλίων, κάποιος θα μπορούσε να θεωρήσει ότι, πράγματι, ο μεγάλος ιστορικός υποστηρίζει πως η ισχύς είναι από μόνη της νομιμοποίηση· πως το μοναδικό μας μέλημα θα έπρεπε να είναι η εξασφάλισή της – αλλιώς, η υποχώρηση στα κελεύσματα εκείνων που τη διαθέτουν.
Αυτή είναι όμως μια μερική −και τελικά παραπλανητική− ανάγνωση της ιστορίας.
Έντεκα χρόνια μετά τον περίφημο διάλογο, το 404 π.Χ., οι Αθηναίοι, αφού προηγήθηκε η αποστασία μεγάλου αριθμού συμμαχικών πόλεων και η ολοσχερής στρατιωτική τους ήττα στους Αιγός Ποταμούς, παραδόθηκαν άνευ όρων στους Λακεδαιμονίους.
Είμαι σίγουρη ότι καταλάβατε πού το πάω.
Το δίκαιο του ισχυρού δεν είναι κάτι καινούργιο. Από τις απαρχές της ανθρωπότητας, ο πιο ισχυρός είχε πάντα τη δυνατότητα να επιβάλλει τη βούλησή του σε εκείνους που βρίσκονταν σε θέση αδυναμίας. Και πράγματι, η συγκέντρωση ισχύος είναι συχνά μια εξαιρετικά επωφελής πράξη. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αντιμετωπίζεται ως μόνιμη κατάσταση − ως θέση ισορροπίας.
Δεν είναι.
Αξίζει να μετακινηθούμε λίγο από την ιστορία στη θεωρία παιγνίων και να εισαγάγουμε μια κρίσιμη παράμετρο: τον χρόνο. Μία, δύο, ίσως και τρεις φορές, οι αδύναμοι είναι πολύ πιθανό να συντριβούν από τον δυνατό. Αυτό όμως δεν συνιστά σταθερό αποτέλεσμα. Σε βάθος χρόνου, οι αδύναμοι αναζητούν συμμάχους. Δημιουργούν εργαλεία, παγίδες, οχυρώσεις. Εφευρίσκουν τρόπους να προκαλέσουν ασύμμετρη ζημιά. Και τελικά, η επιβολή οδηγεί −ακόμη και την ισχυρότερη δύναμη, ακόμη και την πιο φανταχτερή αυτοκρατορία− στη φθορά και στη συντριβή της.
Αυτή ήταν η ιστορία της ανθρωπότητας μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Μια μόνιμη κατάσταση πολέμου. Μια διαρκής ανισορροπία. Μια αιματηρή προσπάθεια ισχυρών και αδύναμων να επιβιώσουν μέσα σε έναν κόσμο που λειτουργούσε σαν ζούγκλα − και όπου το δίκαιο του ισχυρού ήταν η μοναδική governing principle.
Μέχρι που, μετά την ανυπολόγιστη καταστροφή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ορισμένες χώρες αποφάσισαν να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό. Όχι απαραίτητα επειδή έγιναν ξαφνικά ηθικότερες, αλλά επειδή κατάλαβαν ότι το κόστος είχε γίνει δυσβάσταχτο. Την πρώτη φορά δεν τα κατάφεραν − η Κοινωνία των Εθνών αποδείχθηκε τελικά ανίκανη να αναχαιτίσει την επιθετικότητα των Δυνάμεων του Άξονα κατά τη δεκαετία του ’30. Ακολούθησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, με θηριωδίες σε κλίμακα πρωτόγνωρη − και με κάτι ακόμη: για πρώτη φορά, με την εφεύρεση των πυρηνικών όπλων, την πραγματική δυνατότητα της καθολικής, αμετάκλητης αυτοκαταστροφής μας.
Έπειτα από αυτό, η ψευδαίσθηση ότι ακόμη και μια πύρρεια νίκη αρκεί για να «κερδίσει» κάποιος εξαφανίστηκε. Και ίσως αυτό, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, υπήρξε το καθοριστικό κίνητρο για ό,τι ακολούθησε: μια ατελής αλλά ειλικρινής προσπάθεια να περιοριστεί το δίκαιο του ισχυρού από κανόνες.
Μέχρι τότε υπήρχε η ψευδαίσθηση ότι, έστω και μέσα από μια πύρρεια νίκη, ο εκάστοτε ισχυρός στο τέλος μπορούσε να υπερισχύσει: ας το θυμίσουμε εδώ γιατί κάποιοι μοιάζει να το ξεχνούν. Αλλά μετά τον Β’ Παγκόσμιο αυτό έπαψε να ισχύει − ίσως και αυτό, πέρα από τις αγριότητες και τις ζημιές του πολέμου που είχε προηγηθεί, να ήταν το καθοριστικό κίνητρο για εκείνο που ακολούθησε: μια ακόμη προσπάθεια να κάνουμε στην άκρη το δίκαιο του ισχυρού για κάτι καλύτερο.
Η προσπάθεια αυτή έχει υπάρξει ατελής, είχε υποκρισία, κερδισμένους και χαμένους, είχε έναν Ψυχρό Πόλεμο που μας έφερε τουλάχιστον μία φορά στο χείλος της απόλυτης καταστροφής. Είχε στιγμές που ανέδειξαν τη θεμελιώδη δυσκολία του να υπάρχει ένα δίκαιο χωρίς πραγματικό εργαλείο επιβολής του. Όμως πέτυχε τον βασικό της στόχο: να μην καταστραφούμε. Να μην έχουμε μέχρι στιγμής άλλον παγκόσμιο, ολοκληρωτικό πόλεμο. Και, παρά τις ατέλειές της, μας έδειξε τι συμβαίνει όταν η ισχύς αυτοσυγκρατείται. Όταν τα σύνορα δεν αλλάζουν κατά το δοκούν. Όταν οι στρατιωτικές δαπάνες δεν είναι το μοναδικό μέλημα. Όταν δεν χρειάζεται να είμαστε διαρκώς σε επιφυλακή.
Σήμερα, μια προσπάθεια αναθεώρησης αυτής της ιστορίας βρίσκεται εν εξελίξει. Βαφτίζουμε την ειρήνη αδυναμία, τη διεθνή νομιμότητα διακοσμητική, την ωμή επιβολή ένδειξη ισχύος. Προσπαθούμε να βρούμε τη θέση μας σε αυτή τη ζούγκλα και να αποκομίσουμε πρόσκαιρα, κοντόφθαλμα οφέλη που ωχριούν μπροστά στο μέγεθος της συντελούμενης καταστροφής. Ξεχνάμε όμως κάτι θεμελιώδες: ότι και η αυτοσυγκράτηση είναι ισχύς. Και μάλιστα από τις πιο δύσκολες και πιο σπάνιες μορφές της.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο εντυπωσιακό −και πιο εποικοδομητικό− από μια υπερδύναμη που γνωρίζει ότι η δύναμή της, συχνά, βρίσκεται στο να μην τη χρησιμοποιεί απλώς και μόνο επειδή μπορεί. Οι Αμερικανοί, μέχρι πρότινος, το γνώριζαν αυτό. Γνώριζαν επίσης ότι δίπλα στο hard power υπάρχει το soft − οι συμμαχίες, οι δεσμοί, η αόρατη αλλά πανίσχυρη έλξη του κοινού συμφέροντος. Ότι οι συμμαχίες διαρκούν όχι με αίμα και στρατιωτική επιβολή, αλλά με εμπιστοσύνη.
Ας διαβάσουμε λοιπόν την επιστολή που έστειλε ο Αμερικανός πρόεδρος στον πρόεδρο της Νορβηγίας −αυτούσια, γιατί κάθε λέξη της μετράει− και ας αναρωτηθούμε: τι συμβαίνει στους Αθηναίους όταν συνεχίζουν να μιλούν μόνο με τη γλώσσα της ισχύος; Και τι συμβαίνει σε όλους εμάς, στο μεταξύ.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Ένα Μέσο Ενημέρωσης για τον Κόσμο που Έρχεται
Με Βοηθό την AI για να μη «Χάσουμε τη Γη Κάτω από τα Πόδια μας»