Η Σημαία του Γεωργίου Σισίνη και οι Επαναστατικοί Συμβολισμοί στα Λάβαρα του ’21

Η πολλαπλή καταγωγή των συμβόλων που αναπαρίστανται στις Σημαίες της Επανάστασης καθιστά την εξέτασή τους μία σύνθετη και πολυεπίπεδη διαδικασία, που είναι δύσκολο να αποτυπωθεί επιγραμματικά.

Γι’ αυτόν τον λόγο, θα περιοριστούμε αρχικά στην επισήμανση των κύριων πυλώνων στους οποίους βασίστηκε η “έμπνευση” του κάθε δημιουργού και, στη συνέχεια, στην περιγραφή των σημαντικότερων από τα σύμβολα που τελικώς επικράτησαν σε αυτήν την “πολυχρωμία” των επαναστατικών συμβολισμών του εθνικού ξεσηκωμού, έχοντας ως κεντρική αναφορά τη σημαία που ύψωσε ο πρόκριτος της Γαστούνης Γεώργιος Σισίνης τον Μάρτιο του 1821.

Προεπαναστατικές Σημαίες

Lithograph portrait of Georgio Sissini, Greek politician and rebel (1829)

Ο πρώτος πυλώνας ήταν οι σημαίες που υψώνονταν προεπαναστατικά από τους υπόδουλους Έλληνες, οι οποίες σταδιακά διαφοροποιήθηκαν από τη βυζαντινή και εμπλουτίστηκαν με τα προσωπικά στοιχεία του κάθε αρχηγού, χαρακτηριστικό που διατηρήθηκε και μέσα στο σύνθετο σκηνικό του Αγώνα.

Παρά, όμως, τις επιμέρους διαφορές τους, οι σημαίες αυτές απέκτησαν ως συνεκτικό στοιχείο τον Σταυρό ή/και την εικόνα ενός Αγίου. Ο Σταυρός ήταν το ενοποιητικό σύμβολο των Ελλήνων και αυτό που τους συνέδεε με τη χριστιανική παράδοση.

Αυτό το μοτίβο υιοθέτησαν γνωστοί κλέφτες, αρματολοί και οπλαρχηγοί, όπως οι Καλλέργηδες στην Κρήτη (των οποίων η σημαία ήταν σχεδόν ίδια με την πρώτη επίσημη ναυτική σημαία της Ελλάδας: 9 παράλληλες γαλάζιες και λευκές γραμμές, με λευκό σταυρό σε γαλάζιο φόντο στην πάνω αριστερή γωνία), οι Μαυρομιχαλαίοι, αλλά και οι Κολοκοτρωναίοι (άσπρη σημαία με γαλάζιο σταυρό, την οποία χρησιμοποιούσε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από το 1806).

Ο δεύτερος πυλώνας ήταν τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας. Και εδώ, στο επίκεντρο βρίσκεται ο σταυρός, ως έκφραση του θρησκευτικού αισθήματος, αλλά και της προσπάθειας ετεροπροσδιορισμού προς την ημισέληνο, που κυριαρχούσε στις σημαίες των Οθωμανών.

Τα σύμβολα αυτά αποτυπώθηκαν εν πολλοίς στη σημαία του Γεωργίου Σισίνη, που κατασκευάστηκε υπό τις οδηγίες του Παλαιών Πατρών Γερμανού από λευκό ύφασμα και έφερε τα σύμβολα του εφοδιαστικού των ιερέων της Φιλικής, τον ιερό δεσμό με τις 16 στήλες, και πάνω σ’ αυτόν ερυθρό σταυρό, περιβαλλόμενο από στεφάνι από κλάδους ελιάς.

Κάτω από τον σταυρό εκκινούσαν δύο λογχοφόρες σημαίες που έφθαναν σε πλάγια θέση εκατέρωθεν του σταυρού και έφεραν τα αρχικά ΗΕΑ και ΗΘΣ: Ή Ελευθερία – Ή Θάνατος.

Το Αχαϊκό Διευθυντήριον που σχηματίστηκε στις 26 Μαρτίου κατασκεύασε στα εργαστήρια των Πατρών, όπου γινόταν η παραγωγή των σταμπωτών υφασμάτων (ήταν, άλλωστε, ο μοναδικός τύπος σημαίας που φτιάχτηκε από μετάξι), αρκετές σημαίες με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας, τις οποίες διένειμε στα στρατόπεδα της Πελοποννήσου. Μία από αυτές ύψωσε ο Γεώργιος Σισίνης στην Ήλιδα και είναι η μοναδική που σώζεται στη Συλλογή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Αυτή η σημαία προοριζόταν να γίνει η επίσημη της Επανάστασης και, εν συνεχεία, του ελληνικού κράτους. Αυτή η σκέψη, όμως, φάνταζε μάλλον ουτοπική. Κάθε οπλαρχηγός, βάσει των προσωπικών του αντιλήψεων, των παραδόσεων της περιοχής και της οικογένειάς του, ή της θρησκευτικής του προσήλωσης, υιοθετούσε τα δικά του σύμβολα, που πίστευε ότι λειτουργούσαν προστατευτικά για τον ίδιο.

Ο δεσμός του κάθε οπλαρχηγού και της ομάδας του με τη σημαία τους ήταν ιερός, όπως και με τον οπλισμό τους. Το ανυπέρβλητο αυτό στοιχείο, σε συνδυασμό με τη διαιώνιση των αντίπαλων πολιτικών σκοπιμοτήτων, συνέτεινε στη διατήρηση μιας ποικιλομορφίας, παρά την κοινή συνισταμένη του σταυρού ή άλλων παραδοσιακών συμβόλων (αετός, κουκουβάγια, φοίνικας, φίδι) ή φράσεων, με συνηθέστερη την “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ” (ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ, ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ, ΕΚ ΤΗΣ ΣΤΑΚΤΗΣ ΜΟΥ ΑΝΑΓΕΝΝΩΜΑΙ, ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ, Ή ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ, συναντώνται επίσης συχνά).

Σχέδια για την Κοινή Σημαία

Καθοριστικό ρόλο στην ανατροπή των σχεδίων των Φιλικών, όσον αφορά την υιοθέτηση των συμβόλων τους, πέραν της περιθωριοποίησής τους στο πολιτικό και στρατιωτικό πεδίο, που αποτυπώνεται και στην πολυκύμαντη πολιτική σταδιοδρομία του ίδιου του Σισίνη, ήταν η απόφαση της Α΄ Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου τον Ιανουάριο του 1822 να μη χρησιμοποιήσει τη σημαία του Αλέξανδρου Υψηλάντη, που έφερε στην Ελλάδα ο αδελφός του Δημήτριος (τρίχρωμη λευκή-κόκκινη-μαύρη, με τον φοίνικα και σταυρό μέσα σε δάφνη) ή οποιαδήποτε άλλη έφερε Φιλικά σύμβολα, ως εθνική σημαία, μετά και τον αφορισμό της εξέγερσης από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄.

Αντίθετα, η Εθνοσυνέλευση καθιέρωσε ως σύμβολο της σημαίας τον σταυρό και ως χρώματα το κυανό και το λευκό. Με την απόφασή της αυτή, θέλησε να υπογραμμίσει τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα της Επανάστασης και να διαψεύσει την εντύπωση που επικρατούσε στις ευρωπαϊκές Αυλές ότι επρόκειτο για το κίνημα μίας μυστικής οργάνωσης, που απέβλεπε στην ανατροπή του πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος στα Βαλκάνια.

Οι λεπτομέρειες της απόφασης εξειδικεύτηκαν από το Εκτελεστικό Σώμα που συνήλθε στην Κόρινθο τον Μάρτιο του 1822, όταν προσδιορίστηκε η μορφή της σημαίας. Το τοπικιστικό πνεύμα, ωστόσο, αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτικό, παρά την επανάληψη της απόφασης στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους το 1823.

Η πολυδιάσπαση σε άτακτα σώματα, που εκπροσωπούσαν διάφορες περιοχές, οικογένειες, φατρίες και παραδόσεις και η ταυτόχρονη ανυπαρξία ενιαίας διοίκησης, καθιστούσαν αδύνατη την αποκλειστική χρησιμοποίηση μίας κοινής σημαίας.

Τοπικισμός και Σημαίες

Από τους Σουλιώτες, τους Θεσσαλούς, τους Στερεοελλαδίτες και τους Μακεδόνες, μέχρι τους αδούλωτους Μανιάτες με τις επιγραφές “ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ” και “Ή ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ”, όλοι χρησιμοποίησαν τον σταυρό σαν κεντρικό σύμβολο με παραλλαγές στην πλαισίωσή του, διατηρώντας ακέραιη την ποικιλομορφία και τον αυτοσχεδιασμό των συμβόλων στα λάβαρά τους.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σημαίες των νησιωτών, ιδιαίτερα της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών, που είχαν υιοθετήσει τα αλληγορικά Φιλικά στοιχεία (σταυρό, φίδι, άγκυρα, κουκουβάγια, δόρυ, που πατούσαν επί της ανεστραμμένης ημισελήνου).

Ο σταυρός πάνω στην ημισέληνο εξέφραζε την ελπίδα για τη νίκη του Χριστιανισμού, ενώ το φίδι πάνω στην άγκυρα που κουλουριάζεται και περιστρέφεται γύρω από τον σταυρό ή τη λόγχη πιθανότατα συμβόλιζε τη δικαιοσύνη του αγώνα και την αποφασιστικότητα για τη συνέχισή του.

Παρ’ όλα αυτά, η κυανόλευκη επικράτησε σταδιακά, μέχρι και την οριστική καθιέρωσή της με το Ψήφισμα της 30ης Ιουλίου 1830. Το ενδιαφέρον είναι ότι, παρά τις πλείστες όσες ερμηνείες έχουν δοθεί για την αλληγορική σημασία τους, η επιλογή των χρωμάτων και του σχήματος της κυανόλευκης δεν αιτιολογήθηκε ποτέ επισήμως σε κυβερνητικά έγγραφα. Αυτό δεν την εμπόδισε, όμως, να εμπνεύσει γενιές και γενιές υπερασπιστών της, που αποτέλεσαν τους συνεχιστές των Αγωνιστών του ’21.

“Μικρά Τεκμήρια για το ’21”: μια πλειάδα επιστημόνων διαφόρων ειδικοτήτων προσεγγίζει το 1821 μέσα απ’ αυτά. Γλυπτά, έγγραφα, αντικείμενα, νομίσματα και έργα τέχνης γίνονται αφορμή για να φωτιστούν πτυχές της εποχής. Η έκδοση, που θα φτάσει σύντομα στο κοινό μας αρχικά ως e-book και στη συνέχεια θα “δεθεί” σε βιβλίο, αποτελεί μία σύμπραξη της αθηΝΕΑς, των “hιστορισταί” και της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, με την ευγενική χορηγία της Eurolife FFH.

Ο Χρήστος Αναστασίου είναι διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται ως Υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου στο Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής».

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER