Σάββατο πρωί. Ο ήλιος καίει, η πόλη ασφυκτιά. Η περιφερειακή οδός είναι κλειστή για όλο το Σαββατοκύριακο. Η 31η έκθεση Agrotica βρίσκεται σε εξέλιξη. Η δεύτερη πιο προσοδοφόρα έκθεση της ΔΕΘ-HELEXPO δεν είχε την αναμενόμενη επισκεψιμότητα. Ωστόσο, παντού στον περίβολο των 165 στρεμμάτων βρίσκονται φέιγ βολάν, μπαλόνια, κάρτες – σε μία έκταση που έχει διχάσει την πόλη, τον τρόπο διακυβέρνησής της, τις δημοκρατικές διαδικασίες και τις αποφάσεις που λαμβάνονται από την Αθήνα, εκεί όπου είναι συγκεντρωμένο το ελληνικό κράτος.
Οι επισκέπτες περιμένουν υπομονετικά σε ουρές να εξέλθουν από τον σταθμό μετρό «Συντριβάνι». Λίγο πριν από το μεσημέρι, στα εστιατόρια περιμετρικά της έκθεσης αλλά και στις κλασικές αξίες της πόλης, γνωστές για τα σουτζουκάκια και τον χειροποίητο γύρο, σχηματίζονται ουρές για τις value–for–money γαστρονομικές εμπειρίες.
Για εμάς, η μέρα ξεκίνησε από το Orbital, εγκαινιάζοντας τις πρωινές βάρδιες των Γιάννη Λουκάκη και Σπύρου Πεδιαδιτάκη. Εκεί βρήκαμε τον δραστήριο Αλέξανδρο Μπαμπουνάκη να μας σερβίρει πεϊνιρλί με γλυκιά κολοκύθα. Take away, με τα τυριά να στάζουν, ανεβήκαμε, λίγο πιο πάνω, στο αγαπημένο στέκι της ρωμαϊκής αγοράς, το ΕΣΤΕΤ.
Στην ουρά για καφέ TAF speciality στο χέρι, με τον κόσμο να απολαμβάνει τον ήλιο στο πεζοδρόμιο και το grilled cheese με προζυμένιο ψωμί, βιολογικό κασέρι, κρεμμύδι τουρσί, ζάαταρ και τη χειροποίητη, καυτερή, signature σάλτσα του Βασίλη Χαμάμ, να έχει βγει μόλις από την τοστιέρα. Έξω από το καφέ, ένα μεγάλο παζάρι. Ένα συνονθύλευμα διαφορετικών γενιών και εθνικοτήτων. Οι σύγχρονοι hipsters συναντούν τους αυθεντικούς νοσταλγούς των παλιών δεκαετιών, μπροστά από βινύλια, card postal και κειμήλια της αγοράς του Μπιτ Μπαζάρ.
Και εγώ δεν θα μπορούσα να μην προσέξω τις τέντες με τα ονόματα των οδών που συναντώνται, που θα μου ήταν παντελώς αδιάφορες αν δεν είχα την εμμονή με τις μπλε πινακίδες ονοματοδοσίας. Στη νέα minimal πρόσοψη του καφέ της παραδοσιακής γειτονιάς κατοίκων, οι Δημήτρης Βλασίου και Βασίλης Χαμάμ επιβεβαιώνουν πως η αισθητική είναι πολιτισμός.
Μεταφερόμαστε ξανά πίσω στην αίθουσα του Μακεδονικόν. Τι ωραία που το φεστιβάλ απλώνεται σε όλη την πόλη! Μια πόλη που λατρεύει τις κλειστές και ανοιχτές αίθουσες και δίνει μάχη για να παραμείνουν αυτές «ανοιχτές».
Τα φώτα κλείνουν και μεταφερόμαστε πίσω, στον Μάρτιο του 1953. «Κηδεία, Δημόσια Δαπάνη» ο τίτλος του ντοκιμαντέρ του Sergei Loznitsa, που έκανε ελληνική πρεμιέρα στο φεστιβάλ, στο πλαίσιο αφιερώματος στα Αρχεία, καταγράφοντας την κηδεία του Στάλιν. Χωρίς ηχητικό σχολιασμό, εστιάζει στο αρχειακό υλικό που για δύο ώρες και κάτι παρουσιάζει την προσωπολατρία του σοβιετικού έθνους για τον «Πατερούλη». Τέσσερις μέρες εθνικού πένθους και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι να πενθούν σε πόλεις, δρόμους, εργοστάσια. «Η κορυφαία στιγμή της λατρείας προς τον δικτάτορα», όπως περιγράφεται στις σελίδες του καταλόγου, παρουσιάζεται μέσα από επαναλαμβανόμενα πλάνα, μια επαναληψιμότητα, «αποκαλύπτοντας τη φύση του καθεστώτος και την επίδρασή του, που ακόμη στοιχειώνει τον σύγχρονο κόσμο». Οι τίτλοι πέφτουν και βγαίνουμε γρήγορα αναζητώντας το φως.
Λίγο πιο κεντρικά, από την πλατεία Αριστοτέλους μέχρι και το λιμάνι, ουρές σχηματίζονται στις κινηματογραφικές αίθουσες του πιο αγαπημένου φεστιβάλ της πόλης, που φέτος φιλοξένησε πάνω από 250 ντοκιμαντέρ, εκ των οποίων 57 ελληνικά, με περιεχόμενο έντονα πολιτικό, κοινωνικό, αλλά και με σημαντική παρουσία έργων γύρω από τη μνήμη και τα αρχεία.
Μπαίνουμε στο Ολύμπιον, έτοιμοι για light content από το ντοκιμαντέρ «Στον Πυρετό της Σαπουνόπερας». Παιδί των 90s, που μεγάλωσα με «La Usurpadora» και «Μαρία της Γειτονιάς», ήμουν έτοιμη να μοιραστώ τη μανία της εποχής για μία άλλη τηλεοπτική επιτυχία που είχε συγκλονίσει και τα ελληνικά νοικοκυριά. Πώς η «Τόλμη και Γοητεία» βοήθησε το μικρό έθνος της Φινλανδίας να διαχειριστεί τη θλίψη της οικονομικής κρίσης που βίωνε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Μία διέξοδο σε έναν κόσμο που δεν μπορούσαν να ζήσουν. Μια ονειροπόληση στη χλιδή, στον πλούτο και στον Ronn Moss aka Ridge Forrester, που προκαλεί παράκρουση στο κοινό της Φινλανδίας με τις επισκέψεις του. Ένα κράτος που, κατά τη σκηνοθέτρια Inka Achté, διακατέχεται από «κόμπλεξ κατωτερότητας», βιώνοντας μια συνεχή σύγκριση με τη γείτονα χώρα, τη Σουηδία, που έχει καταφέρει τόσα πολλά, με το κυριότερο… τις επαναλαμβόμενες νίκες στη Eurovision!
Η νύχτα έρχεται και κατευθυνόμαστε προς το Λιμάνι, στην καρδιά του φεστιβάλ. Διάλειμμα στα τραπεζάκια της Αποθήκης Γ μέχρι να πάει 20:00 για την «Ενοχλητική Αρκούδα» («Nuisance Bear») των Gabriela Osio Vanden και Jack Weisman. Η «ενοχλητική αρκούδα» αναφέρεται συχνά σε άγριες αρκούδες που πλησιάζουν κατοικημένες περιοχές αναζητώντας τροφή και προκαλώντας φθορές. Στην περίπτωση της συγκεκριμένης πολικής αρκούδας, που γνωρίσαμε το 2022 σε μικρού μήκους, υποψήφια για Όσκαρ, ταινία, το ταξίδι παρατήρησης συνεχίζεται. Η ενοχλητική αρκούδα κινείται στο Τσόρτσιλ της Μανιτόμπα, που συχνά αποκαλείται «Πρωτεύουσα των Πολικών Αρκούδων του Κόσμου» και περιηγείται σε ένα τοπίο γεμάτο τουρίστες, αξιωματούχους άγριας ζωής και συστήματα σχεδιασμένα να διαχειρίζονται την ύπαρξή της. Χαρακτηριζόμενη η παρουσία της ως «ενόχληση», που για την ίδια είναι ταυτόσημη με την επιβίωση, μας αναγκάζει να σκεφτούμε τι σημαίνει πραγματικά η συνύπαρξη. Εκπληκτική φωτογραφία και μουσική, θέτει ερωτήματα χωρίς συναισθηματισμούς και λύπη για το συγκεκριμένο είδος. Τελικά, είμαστε πιο δυνατοί από τις αρκούδες; Φεύγουμε από την αίθουσα σκεπτικοί και κατευθυνόμαστε στον βωμό του φεστιβαλικού clubbing: στο «Ύψιλον».
Κυριακή, τελευταία μέρα, γεμάτη πάλι με ντοκιμαντέρ. Πρωί για καφέ στο «Έλξατε», στην οδό Ισαύρων, με τη δημοφιλή –πλέον– παρέα του σταυρόλεξου της κυριακάτικης εφημερίδας «Καθημερινή» και ξεκινάμε δυναμικά για μία μεγάλη μέρα με προβολές. Η παρέα μπήκε σε όλες τις αίθουσες, εγώ έμεινα έξω.
Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ μας βοηθά να κατανοήσουμε τη σύγχρονη πραγματικότητα. Ωστόσο, τα γεγονότα, τα στέκια, οι παρέες και οι συζητήσεις, η πραγματικότητα που βιώνουμε, δημιουργούν το πραγματικό περιεχόμενο που επιλέγουμε να ζήσουμε, να επεξεργαστούμε και να κατανοήσουμε. Και ίσως όλα αυτά, κάποια στιγμή στο μέλλον, να αποτελέσουν έμπνευση για τα μελλοντικά ντοκιμαντέρ του Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: