Η Ιστορία σπάνια φέρθηκε δίκαια στις γυναίκες. Τις αγνόησε, τις διέβαλε, τις παραγκώνισε, τις έκρυψε − σαν να ήταν σκιές που όφειλαν να μην παρεμβαίνουν στον ρου της ανθρωπότητας.
Η Anne Hathaway −όχι η Αμερικανίδα ηθοποιός του «Ο Διάβολος Φοράει Prada», αλλά η γυναίκα της ελισαβετιανής εποχής− αποτελεί ένα από τα πιο κραυγαλέα παραδείγματα αυτής της μεταχείρισης. Η σύζυγος του William Shakespeare καταγράφηκε στα ιστορικά αρχεία με μελανά χρώματα, όχι λόγω μιας τεκμηριωμένης πραγματικότητας, αλλά εξαιτίας μιας ατεκμηρίωτης φημολογίας, η οποία υιοθετήθηκε και αναπαράχθηκε ακόμη και από την ίδια την ακαδημαϊκή έρευνα.
Χρειάστηκαν περισσότερα από 400 χρόνια για να ακουστεί και μια άλλη εκδοχή της «αλήθειας»· σχεδόν τέσσερις αιώνες για να ιδωθεί η ζωή και ο ρόλος της μέσα από ένα διαφορετικό, λιγότερο προκατειλημμένο πρίσμα.
Η επαναφορά της Anne Hathaway στην επικαιρότητα οφείλεται στην ταινία Άμνετ, που σκηνοθέτησε η Κινέζα Chloé Zhao − γνωστή για τη διεισδυτική της ματιά στη γυναικεία ψυχοσύνθεση ήδη από τη «Χώρα των Νομάδων». Η ταινία βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Ιρλανδής Maggie O’Farrell − οι δύο γυναίκες συνυπογράφουν και το σενάριο. Η O’Farrell, εξηγώντας τους λόγους που την παρακίνησαν να γράψει το βιβλίο, ξεκαθάρισε ότι την παρέσυρε το πόσο άδικα έχουν φερθεί τόσο η Ιστορία όσο και η ακαδημαϊκή έρευνα στη σύζυγο του Shakespeare. «Το αφήγημα που έχει επικρατήσει και οι περισσότεροι βιογράφοι απλώς αναπαρήγαγαν ουσιαστικά είναι ένα: ήταν μια αναλφάβητη χωρική που παγίδευσε τον ποιητή σε έναν ανεπιθύμητο για εκείνον γάμο», είπε.
Λίγα Πράγματα που «Ξέρουμε» γι’ Αυτήν
Στην πραγματικότητα, όσα έχουν καταγραφεί για την Anne Hathaway −αλλά και για την προσωπική ζωή του σπουδαίου συγγραφέα− βασίζονται κυρίως σε εικασίες. Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτές οι εικασίες μετατράπηκαν με τον χρόνο σε εδραιωμένες ερμηνείες.
Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως η μελέτη της Germaine Greer «Η Γυναίκα του Σαίξπηρ» και το μυθιστόρημα της Maggie O’Farrell, η Anne Hathaway εμφανίζεται −από ακαδημαϊκές έρευνες έως χολιγουντιανές ταινίες όπως ο «Ερωτευμένος Σαίξπηρ» ή ευρωπαϊκές παραγωγές όπως το «Όλη η Αλήθεια για τον Σαίξπηρ»− ως γριά, χειριστική, αγράμματη, συμφεροντολόγος, μια σύζυγος-βαρίδι.
Χαρακτηριστικό της έλλειψης στοιχείων για τη ζωή της είναι ακόμη και το ίδιο της το όνομα. Οι περισσότεροι τη γνωρίζουν ως Anne. Στο «Άμνετ» αποκαλείται Agnes, βάσει χειρόγραφης διαθήκης του πατέρα της − ο οποίος, πιθανότατα, γνώριζε καλύτερα το όνομα της κόρης του.
Από τα ελάχιστα τεκμηριωμένα στοιχεία γνωρίζουμε ότι η Anne και η οικογένειά της ζούσαν σε ένα μονώροφο αγροτόσπιτο, σε αγρόκτημα περίπου 90 στρεμμάτων στο Σότερι. Το σπίτι, που σήμερα λειτουργεί ως μουσείο, βρίσκεται κοντά σε εκείνο όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Shakespeare. Ο πατέρας της ήταν μικρογαιοκτήμονας και αγρότης και, κατά συνέπεια, σεβαστό μέλος της τοπικής κοινότητας. Μετά τον θάνατό του, της άφησε ένα χρηματικό ποσό που της επέτρεψε να παντρευτεί.
Η Anne παντρεύτηκε τον William το 1582 − εκείνη 26 ετών και έγκυος, εκείνος μόλις 18. Απέκτησαν τρία παιδιά, εκ των οποίων το ένα, ο Άμνετ (όνομα που τότε προφερόταν και ως Άμλετ), πέθανε σε ηλικία 11 ετών, πιθανότατα από βουβωνική πανώλη.
Πάνω σε αυτά τα λιγοστά πραγματικά δεδομένα υφάνθηκε η εικόνα της Anne Hathaway. Παρουσιάστηκε ως γυναίκα που εξανάγκασε τον Shakespeare σε γάμο − ενώ στο Άμνετ εμφανίζονται βαθιά ερωτευμένοι. Καταγράφηκε ως δεισιδαίμων − ενώ στην ταινία και στο βιβλίο παρουσιάζεται ως βοτανολόγος, με γνώσεις θεραπευτικών φίλτρων και έντονη διαίσθηση. Χαρακτηρίστηκε αγράμματη − πράγμα σύνηθες για γυναίκες μη αριστοκρατικής καταγωγής της εποχής, χωρίς όμως να γνωρίζουμε τι ίσχυε πραγματικά στην περίπτωσή της. Υπάρχουν, μάλιστα, φήμες ότι βοηθούσε τον Shakespeare ακόμη και στη συγγραφή των έργων του.
Ακόμη, παρουσιάστηκε ως μέγαιρα, την οποία ο άντρας της δεν άντεχε να βλέπει. Ο χαρακτηρισμός αυτός βασίζεται κυρίως σε δύο υποθέσεις: ότι ο William είχε ερωμένη −ίσως και δεύτερη σύζυγο− και ότι στη διαθήκη του άφησε στη σύζυγό του μόνο το «δεύτερο κρεβάτι» τους. Μια κληρονομιά που συχνά ερμηνεύτηκε ως προσβολή, παρότι αρκετοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι το «δεύτερο κρεβάτι» ήταν εκείνο των ερωτικών συνευρέσεων του ζευγαριού και, άρα, ένα συμβολικό αποτύπωμα οικειότητας.
Το «Άμνετ» μπορεί να ωραιοποιεί την Άγκνες, να της δίνει φωνή, συναίσθημα και υπόσταση − αλλά αυτό είναι μυθοπλασία, όχι ιστορική αποκατάσταση. Έτσι κι αλλιώς, δεν μαθαίνουμε Ιστορία από τις ταινίες· μα συχνά μέσα από αυτές συνειδητοποιούμε ποια Ιστορία δεν μας ειπώθηκε ποτέ.
Το πραγματικό ζητούμενο, ωστόσο, είναι άλλο. Όσο η Ιστορία γράφεται με τις γυναίκες να βρίσκονται ή να υπάρχουν μέσα από την ερμηνεία των ανδρών τόσο η ιστορική αλήθεια θα παραμένει ελλιπής και άδικη.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ και στο μηνιαίο newsletter No Man’s Land – στο οποίο μπορείτε να κάνετε την εγγραφή σας εδώ.
Heated Rivalry: Η Queer Σειρά που Αγάπησαν και οι Άνδρες