«Ένας φίλος μου απόψε εγκαταλείπει αυτή τη χώρα / Κατά βάθος λυπάται μα δε βλέπει και την ώρα που η ζωή του θ’ αλλάξει».
Όταν ο Κωνσταντίνος Βήτα έγραψε το «Τραγούδι της Φάλαινας» το 1993, ο κόσμος ήταν πολύ διαφορετικός. Τη χρονιά εκείνη το ίντερνετ, εφεύρεση του CERN, ανοίγει στο ευρύ κοινό. Στην Ευρώπη υπογράφεται η Συνθήκη του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η Ελλάδα βλέπει ξανά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. To Disneyclub έχει διαγωνισμό για ένα ταξίδι στο Παρίσι, εποχή που τα αεροπορικά κόστιζαν ολόκληρο μισθό. Κι όμως, οι στίχοι αυτοί −όπως και πολλοί άλλοι των Στέρεο Νόβα− σχεδόν 20 χρόνια μετά θα αποδεικνύονταν αληθινοί για μεγάλη μερίδα Ελλήνων.
Το 2010 έκανα αίτηση για ένα πρόγραμμα σε ένα πανεπιστήμιο στην Ολλανδία. Ο Γιώργος Παπανδρέου είχε ήδη ανακοινώσει την είσοδό μας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Παρ’ όλα αυτά, πολύς κόσμος, συμπεριλαμβανομένου του γράφοντος, δεν είχε ιδέα τι θα σήμαινε αυτό. Η επιλογή μου δεν είχε να κάνει με οποιαδήποτε επερχόμενη κρίση, αλλά με μια εμπειρία πρακτικής που είχα τότε στο εξωτερικό και η εικόνα που αποκόμισα από αυτή για το πώς είναι τα πράγματα εκεί. Ήθελα να φύγω, before it was cool, που λένε και στο χωριό μου.
Βλέποντας στο ημερολόγιο πως φέτος συμπληρώνω 15 χρόνια συνεχούς παραμονής εδώ, συνειδητοποιώ ότι είμαι ίσως από τους πρώτους που έφυγαν, προπομπός μιας πρωτοφανούς αλλαγής τόσο στον πληθυσμό των ανθρώπων που άρχισαν να εγκαταλείπουν τη χώρα μας όσο και μιας αλλαγής κουλτούρας στη συνείδηση των Ελλήνων.
Η αφορμή για τη φυγή στο εξωτερικό μετά τη μεταπολίτευση ήταν κυρίως για σπουδές. Ήταν συνήθως κάτι προσωρινό και αφορούσε λίγους – συνήθως γόνους ευκατάστατων οικογενειών. Ελάχιστοι έμεναν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η Ευρώπη φάνταζε ψυχρή, βαρετή, μακριά από τη θέρμη και τις απολαύσεις που παρείχε η ηλιόλουστη χώρα μας. Επιπλέον, η σχεδόν αποκλειστικότητα που είχε η Μεγάλη Βρετανία (λόγω γλώσσας) στις εισαγωγές, έδινε μερική μόνο εικόνα του εξωτερικού: στην πραγματικότητα, κάθε χώρα έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και είναι λίγο ανακριβές να ομαδοποιούνται όλες μαζί σαν «εξωτερικό».
Τις πρώτες μέρες που έφτασα, ένιωθα σαν τη μύγα μες στο γάλα. Οι ξένοι ήταν τόσο λίγοι που την πρώτη φορά που μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω ελληνικά ήταν με ένα παιδί που δεν είχα ξαναδεί ποτέ, κι όμως αυτό στάθηκε αρκετό για να με καλέσει στα γενέθλιά του. Την επόμενη χρονιά, ένα ευρωπαϊκό πρωτάθλημα έφερε την ελληνική ομάδα υδατοσφαίρισης στην πόλη και η κάλυψή μας στην εξέδρα από την εθνική τηλεόραση, με μόλις ένα πλάνο, με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι είμαστε πραγματικά λίγοι. Οι παρέες επίσης ήταν λίγες και η κουλτούρα αρκετά τοπικιστική (ολλανδική).
Οι εφημερίδες άρχισαν σιγά σιγά να γράφουν τα πρώτα −στερεοτυπικά− άρθρα για τους «Έλληνες του εξωτερικού», την ώρα που η εφορία εργαζόταν πυρετωδώς για τις απαραίτητες διαδικασίες μεταφοράς της φορολογικής κατοικίας. Το τελευταίο ήταν ένας κινούμενος στόχος για πολλούς φοιτητές που αποφάσιζαν −απρόσμενα και λόγω της κατάστασης στην Ελλάδα πια− να μείνουν και να δουλέψουν εδώ. Άνθηση παρατηρήθηκε και στις συμβουλευτικές υπηρεσίες για θέματα στρατολογίας, μια και ξαφνικά ανέκυψε και ζήτημα αναβολής ή αποφυγής στράτευσης.
Οι περισσότεροι Έλληνες ήρθαν στο εξωτερικό αργότερα, λόγω κρίσης, δημιουργώντας το προηγούμενο μιας «μάζας» που αποδείκνυε ότι επρόκειτο για μια βιώσιμη επιλογή. Πέρα από το καθαρά οικονομικό κομμάτι, η διαφορετική (ίσως πιο αξιοκρατική και ατομικιστική) κουλτούρα του εξωτερικού σε συνδυασμό με την απογοήτευση και την απόγνωση στο εσωτερικό της Ελλάδας άλλαξε την εικόνα που είχαν γι’ αυτή πολλοί, με αποτέλεσμα οι ίδιοι οι γονείς να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να φύγουν μόλις τελειώσουν το λύκειο. Κλασικά παραδείγματα, η απότομη διόγκωση του αριθμού των 18χρονων που έρχονταν για bachelor (για πρώτο πτυχίο και όχι μεταπτυχιακό) στην Ολλανδία μετά το Brexit, καθώς και αυτός των Ελληνίδων μανάδων στο σούπερ μάρκετ που εξηγούσαν στο παιδί τους τι να ψωνίζει.
Ωστόσο, η κινητικότητα, αν και αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και μοχλός ανάπτυξης, αποτελεί ταυτόχρονα μελανό σημείο σε ό,τι αφορά την απόκτηση σταθερών δεσμών: γείτονες που ξαφνικά μετακομίζουν, φιλίες και σχέσεις που χάνονται.
Αντίστροφα, πολύς κόσμος που ήρθε καθαρά για οικονομικά κριτήρια −χωρίς ποτέ ουσιαστικά να προσαρμοστεί στην τοπική κουλτούρα− έφευγε με διαφορετική διάθεση. Γκετοποιημένοι στη νέα τους χώρα, δεν ήταν εύκολο να προσαρμοστούν σε μιαν άλλη κουλτούρα και να δημιουργήσουν δεσμούς με τους ντόπιους (πόσο μάλλον όταν η Ελλάδα είχε αποκτήσει «κακό όνομα» λόγω χρέους), χάνοντας έτσι την ευκαιρία της συναισθηματικής σύνδεσης με τη χώρα διαμονής.*
Ταυτόχρονα, η ύπαρξη της υπόλοιπης οικογένειας στην Ελλάδα δημιουργούσε ένα αντίβαρο που κάποιοι, τελικά, δεν άντεξαν. Εκείνοι που δημιούργησαν ένα σταθερό κύκλο ή ταίριαξαν με την κουλτούρα λόγω ατομικής ψυχοσύνθεσης ήταν εξαιρέσεις.
Ωστόσο, η κινητικότητα, αν και αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και μοχλός ανάπτυξης, αποτελεί ταυτόχρονα μελανό σημείο σε ό,τι αφορά την απόκτηση σταθερών δεσμών: γείτονες που ξαφνικά μετακομίζουν, φιλίες και σχέσεις που χάνονται. Μια μοναξιά πλανάται στον αέρα όταν ξέρεις ότι η ζωντανή γειτονιά που μεγάλωσες ή σπούδασες βρίσκεται 3.000 χιλιόμετρα μακριά και ότι όλοι οι άνθρωποι γύρω σου μπορεί να εξαφανιστούν ανά πάσα στιγμή. Αν και καμιά φορά αξίζει να διακρίνει κανείς πως η μοναξιά εκείνου που μένει χρόνια στο εξωτερικό και αναπολεί τα χρόνια του στην πατρίδα εμπεριέχει και την αίσθηση του «μεγαλώνω», το οποίο την επιτείνει, κάτι που θα βίωνε ακόμα κι αν έμενε στο πατρικό του ή αν είχε βρεθεί μόνος σε μια χαοτική Αθήνα χωρίς να γνωρίζει κανέναν.
Μια γενιά ανθρώπων, που προσπαθεί −ένα μέρος της επιτυχημένα− να προσανατολιστεί χωρίς πυξίδα σε ξένο τοπίο, αναδεικνύοντας σε κάποιο βαθμό τον πραγματικό της χαρακτήρα, μακριά τόσο από τη «μαμά» πατρίδα όσο και από την ίδια τους τη μαμά.
Εν τω μεταξύ, ο κόσμος γύρω συνέχιζε να αλλάζει. Η τεχνολογία επέτρεπε πλέον βιντεοκλήσεις από το κινητό, το ίντερνετ φρόντιζε για άμεση ενημέρωση (χαρακτηριστικό παράδειγμα το ότι έμαθα για μια δολοφονία κοντά στο πατρικό μου, στη Ρόδο, νωρίτερα από τους γονείς μου), τα σόσιαλ μίντια και η ευκολία των αεροπορικών συνδέσεων έδιναν τη δυνατότητα άμεσης και συχνής επιστροφής στην πατρίδα. Δεν ήταν τυχαίο ότι την περίοδο του κορωνοϊού υπήρξε ένα μικρό κύμα επιστροφής στην Ελλάδα, εν μέρει και εξαιτίας της απομόνωσης που διόγκωσε ξαφνικά την αίσθηση της απόστασης.
Επίσης, η κλιματική κρίση έκανε τα καλοκαίρια στη Βόρεια Ευρώπη πιο ευχάριστα − και ταυτόχρονα αφόρητα στη νότια. Οι Έλληνες τραγουδιστές άρχισαν τα μαζικά τουρ στην Ευρώπη, τα ελληνικά καφέ, μπακάλικα, κομμωτήρια και νυχάδικα έκαναν αισθητή την παρουσία τους, ενώ πρόσφατα ψήφισαν και οι ομογενείς για πρώτη φορά στις εθνικές εκλογές.
Πλέον, έχει δημιουργηθεί μια νέα πραγματικότητα, με κάποιους να κάνουν παιδιά, Έλληνες δεύτερης γενιάς, σε περιβάλλον και με κουλτούρα αρκετά διαφορετικά από εκείνα των βιοπαλαιστών του ’60 ή των εφοπλιστών της Ελβετίας. Μια γενιά ανθρώπων, που προσπαθεί −ένα μέρος της επιτυχημένα− να προσανατολιστεί χωρίς πυξίδα σε ξένο τοπίο, αναδεικνύοντας σε κάποιο βαθμό τον πραγματικό της χαρακτήρα, μακριά τόσο από τη «μαμά» πατρίδα όσο και από την ίδια τους τη μαμά. Κάποιοι επίσης μπορούν να επιστρέφουν στην Ελλάδα σαν «τουρίστες», με οικονομική άνεση που δεν είχαν ενόσω ζούσαν σε αυτή, βιώνοντας τη χώρα και τις ανέσεις της με διαφορετικό τρόπο.
Ταυτόχρονα, τα πράγματα αλλάζουν και στην Ελλάδα, με την τεχνολογία να κερδίζει έδαφος (π.χ. ηλεκτρονικές υπηρεσίες, έξυπνα εισιτήρια στα μέσα μεταφοράς), την ψυχική υγεία να λαμβάνεται πιο σοβαρά υπόψη, τα δικαιώματα των υποεκπροσωπούμενων ομάδων του πληθυσμού να συζητιούνται −τουλάχιστον− περισσότερο. Αλλά και η ζωή να αποκτά πιο έντονο καταναλωτικό χαρακτήρα − χαρακτηριστικό παράδειγμα η Black Friday και το Halloween, που συναγωνίζονται σε λάμψη τις παραδοσιακές γιορτές. Εκφάνσεις της ζωής που οδηγούν μακριά από το παραδοσιακό κολεκτιβιστικό μοντέλο της ευρύτερης οικογένειας και εγγύτερα στο ατομικιστικό, γεφυρώνοντας το χάσμα με το «εξωτερικό».
Η πατρίδα έπαψε να είναι το μέρος από το οποίο ξεκινάς και καταλήγεις και έγινε το μέρος στο οποίο επιλέγεις (ή αρνείσαι) να ανήκεις. Η ελευθερία αυτή είναι, τελικά, η πιο σκληρή δοκιμασία της ταυτότητάς μας.
Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια υπάρχουν κάποιες φωνές και πρωτοβουλίες ανθρώπων αλλά και της κυβέρνησης για «brain regain». Στην πραγματικότητα, το θέμα είναι πολυπαραγοντικό, καθώς η μεγάλη φυγή ήταν και το αποτέλεσμα μιας τεχνητής «ουτοπίας» που ζούσαμε, η οποία «έσκασε» φανερώνοντας τις αδυναμίες του συστήματος.
Οι άνθρωποι πλέον είναι ελεύθεροι να αποφασίζουν πού θέλουν να ζήσουν, έχοντας περισσότερη και σφαιρικότερη ενημέρωση. Η πατρίδα έπαψε να είναι το μέρος από το οποίο ξεκινάς και καταλήγεις και έγινε το μέρος στο οποίο επιλέγεις (ή αρνείσαι) να ανήκεις. Η ελευθερία αυτή είναι, τελικά, η πιο σκληρή δοκιμασία της ταυτότητάς μας.
Όταν με τις εξετάσεις του 2004 βρέθηκα φοιτητής στη Θεσσαλονίκη −μια «χρυσή» χρονιά για την Ελλάδα− παιζόταν στους κινηματογράφους η ταινία «Μη Φεύγεις», την οποία ακολούθησε η σειρά «504 Χιλιόμετρα Βόρεια της Αθήνας». Αν και ερασιτεχνική παραγωγή με κακές κριτικές, μου κέντρισε το ενδιαφέρον γιατί ήταν φτιαγμένη από φοιτητές − κάποιοι από τους οποίους αναδείχθηκαν αργότερα σε γνωστούς ηθοποιούς. Στο τέλος της, όταν ένας από τους πρωταγωνιστές φεύγει για το εξωτερικό, διερωτάται τι χρώμα έχει η ζωή − μια σκηνή που μου έρχεται στο μυαλό σε κάθε μεγάλη και πολύπλοκη απόφαση ζωής, όπως το πού αποφασίζει να μείνει κάποιος. Η απάντηση ήταν ότι είναι γκρίζα.
Η επιλογή κάποιου να μείνει στο εξωτερικό ή στην Ελλάδα δεν έχει ούτε μαύρο ούτε λευκό χρώμα – ή, τουλάχιστον, το ίδιο χρώμα για όλους. Αποτελείται από μαύρες ψηφίδες που προσπαθούμε να αποφύγουμε και από λευκό που πάντα θα κυνηγάμε.
* Αυτό το φαινόμενο περιγράφεται μερικώς σε ένα πρόσφατο βιβλίο που έγινε επιτυχία και στην Ελλάδα, στην «Τελειότητα» του Ιταλού συγγραφέα Vincenzo Latronico (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Loggia). Στις σελίδες του πετυχαίνει να ανασύρει το συλλογικό, την εμπειρία πολλών που επέλεξαν αυτή τη ζωή στο εξωτερικό, μέσα από το ατομικό: την ιστορία ενός νεαρού ζευγαριού ψηφιακών νομάδων που ζει το «όνειρό» του στο Βερολίνο.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Big Zag: Ζούμε Μια Κρίσιμη Καμπή της Ιστορίας;
Σε Ένα Yoga Retreat Κάπου στην Ισπανία: Τι Περίμενα, Τι Βρήκα
H Elif Shafak και η Lea Ypi Λένε πως η Μνήμη Είναι Θεραπευτική
