Γιατί Χρειαζόμαστε την Πόλη-Σφουγγάρι

Πλημμύρες και «Πόλεις-Σφουγγάρια»

Όταν ο Ντάνιελ προσγείωσε προ διετίας έναν πρωτοφανή όγκο νερού, με τη μέγιστη βροχόπτωση να φτάνει τα 750-880 χιλιοστά σε περιοχές όπου τέτοια ύψη θεωρούνταν −μέχρι πρότινος− ακραία και εξαιρετικά σπάνια, μιλούσαμε −και ορθώς− για βιβλική καταστροφή. Έκτοτε, έχουμε σταθεί «τυχεροί» και δεν έχουμε βιώσει μια αντίστοιχη θεομηνία. Όμως η αυξανόμενη συχνότητα και η ένταση των καιρικών φαινομένων στη χώρα μας −όπως αυτά που βιώνουμε και αυτές τις μέρες− καθιστούν σαφές ότι δεν επρόκειτο για παρένθεση. Ζούμε ήδη μια άλλη κλιματική πραγματικότητα, η οποία σύντομα και αναπόφευκτα θα μετατραπεί σε μια άλλη κλιματική καθημερινότητα.

Μια καθημερινότητα για την οποία οι πόλεις μας είναι εξαιρετικά ανέτοιμες. Για πολλούς λόγους − κρατήστε όμως έναν και κρίσιμο: έχουν σχεδιαστεί με παραδοχές που δεν ισχύουν πια. Συγκεκριμένα, με παραδοχές για μέσες βροχοπτώσεις, για σπάνια ακραία φαινόμενα και για μια στατιστική «κανονικότητα» που η κλιματική κρίση έχει ήδη ακυρώσει.

Οι κακοτεχνίες, οι παθογένειες και οι προχειρότητες που χαρακτηρίζουν διαχρονικά τις υποδομές στην Ελλάδα −ιδιωτικές και δημόσιες− είναι δεδομένες. Το πραγματικά ανησυχητικό, όμως, είναι κάτι διαφορετικό: στις νέες συνθήκες που έρχονται, ακόμη και οι καλύτερα σχεδιασμένες υποδομές του παρελθόντος αποδεικνύονται ανεπαρκείς.

Αρκεί να ξαναδούμε τι συνέβη το 2023 με τον Ντάνιελ. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες εκτιμήσεις, στη Θεσσαλία τότε έπεσαν περίπου 8 δισεκατομμύρια τόνοι νερού. Στα υφιστάμενα Σχέδια Διαχείρισης Κινδύνου Πλημμύρας, τα σενάρια για εξαιρετικά σπάνια φαινόμενα −αυτά που θεωρητικά εμφανίζονται μία φορά στα 1.000 χρόνια− κινούνται σε όγκους της τάξης των 6-8 δισεκατομμυρίων τόνων, ενώ οι περισσότεροι χάρτες βασίζονται στο χαμηλότερο εύρος αυτών των εκτιμήσεων. Την ίδια στιγμή, τα αντιπλημμυρικά έργα στην Ελλάδα, βάσει του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, σχεδιάζονται, κατά κανόνα, για πλημμύρες επαναφοράς 50 (όχι χιλίων) ετών!

Το φαινόμενο Ντάνιελ κινήθηκε τότε πολύ πέρα από τις παραδοχές σχεδιασμού στις οποίες βασίζονται τα περισσότερα υφιστάμενα έργα. Με άλλα λόγια: ανεξαρτήτως επιμέρους αστοχιών, παραλείψεων ή ευθυνών −οι οποίες προφανώς πρέπει πάντα να διερευνώνται και στην περίπτωση της χώρας μας περισσεύουν− δεν υπήρχε αντικειμενικά περίπτωση έργα σχεδιασμένα για πλημμύρα 50 ετών να συγκρατήσουν ένα τέτοιο φαινόμενο.

Το ίδιο δομικό πρόβλημα αντιμετωπίζουμε και στις πόλεις μας − όπως διαπιστώσαμε ξανά προ ημερών, όταν η πρόσφατη κακοκαιρία συνδέθηκε με τον θάνατο δύο ανθρώπων, μία εκ των οποίων εντός του αστικού ιστού. Οι υποδομές αποχέτευσης στις περισσότερες ελληνικές πόλεις, όπως και στην Αθήνα, δεν σχεδιάστηκαν για τους όγκους νερού που μπορεί να πέσουν σήμερα μέσα σε λίγες ώρες. Τα παλαιά, συχνά συνδυασμένα δίκτυα, υπερφορτώνονται, με αποτέλεσμα το νερό να επιστρέφει στην επιφάνεια − εκεί όπου ζούμε.

Λύση, άραγε, υπάρχει ή είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε στο έλεος των καιρικών φαινομένων που θα γίνονται ολοένα σφοδρότερα και συχνότερα; Μια σειρά από πόλεις σε όλο τον κόσμο δοκιμάζουν πολιτικές για να αυξήσουν την ανθεκτικότητα των πόλεων σε τέτοια φαινόμενα. Κοινό χαρακτηριστικό τους, μια αλλαγή προσέγγισης: μια φιλοσοφία που έχει ως βασικό άξονα τη συνειδητοποίηση ότι μία μαγική λύση πολύ απλά δεν υπάρχει −τόσο από πλευράς κόστους όσο και κλίμακας− και, αντ’ αυτού, πρέπει μέσα από ένα σφιχτό πλέγμα μέτρων να χτίσουμε την ανθεκτικότητα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) σε στρώσεις − στην επιφάνεια, στο υπέδαφος, στον δημόσιο χώρο, στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε δρόμους, πάρκα και κτίρια.

Πίσω από αυτή τη λογική κρύβεται μια βαθύτερη μετατόπιση: δεν προσπαθούμε πια να σταθούμε απέναντι στη δύναμη της φύσης όταν εκδηλώνεται ένα ακραίο φαινόμενο, αλλά να τη χρησιμοποιήσουμε για να αποσβέσουμε, να διασπάσουμε και να κατανείμουμε το πλήγμα. Αντί το νερό να οδηγείται βίαια και μαζικά σε υπερφορτωμένους αγωγούς, αφήνεται να απλωθεί ελεγχόμενα. Πάρκα και πλατείες λειτουργούν ως προσωρινές λεκάνες συγκράτησης, δρόμοι σχεδιάζονται ώστε να κατευθύνουν με ασφάλεια τη ροή, πορώδη υλικά επιτρέπουν την απορρόφηση στο έδαφος, ενώ πράσινες υποδομές −όπως βιοφίλτρα, δενδροστοιχίες και φυτεμένα δώματα− καθυστερούν και μειώνουν την ένταση της απορροής.

Το αποτέλεσμα δεν είναι η «εξαφάνιση» του νερού, αλλά η αποφόρτιση του συστήματος τη στιγμή της αιχμής, εκεί όπου κρίνονται οι ανθρώπινες απώλειες και οι μεγάλες ζημιές. Σημαντικό είναι ότι αυτή η προσέγγιση δεν είναι μόνο «παθητική». Σε πολλές πόλεις, η πόλη-σφουγγάρι συνδυάζεται με ενεργή διαχείριση του νερού σε πραγματικό χρόνο. Δίκτυα αισθητήρων, μετεωρολογικά δεδομένα και αυτοματοποιημένα συστήματα επιτρέπουν τη ρύθμιση της ροής, το άνοιγμα και το κλείσιμο θυροφραγμάτων, την εκτροπή ή την προσωρινή αποθήκευση του νερού πριν το σύστημα φτάσει στα όριά του. Έτσι το νερό δεν αντιμετωπίζεται πια ως κάτι ανεξέλεγκτο, αλλά ως ένα δυναμικό φορτίο που μπορεί −μέχρι ενός σημείου− να προβλεφθεί, να κατευθυνθεί και να γίνει πιο διαχειρίσιμο.

Η Κοπεγχάγη είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα. Το καλοκαίρι του 2011, μια καταιγίδα με ρεκόρ βροχής μέσα σε ελάχιστες ώρες προκάλεσε πλημμύρες σε νοσοκομεία, δρόμους και κρίσιμες υποδομές, με ζημιές που ξεπέρασαν τα 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Η απάντηση της πόλης δεν ήταν απλώς περισσότερα αντιπλημμυρικά έργα, αλλά ένα ριζικά διαφορετικό σχέδιο: το Cloudburst Management Plan.

Το μακροπρόθεσμο αυτό πρόγραμμα περιλαμβάνει περίπου 300 παρεμβάσεις σε βάθος 20ετίας, σχεδιασμένο ώστε ακόμη και μια «καταιγίδα 100ετίας» να μην οδηγεί σε γενικευμένη πλημμύρα στην πόλη. Σύμφωνα με τις επίσημες μελέτες, χωρίς το σχέδιο αυτό, σε ένα τέτοιο σενάριο θα πλημμύριζαν 742 εκτάρια της πόλης· με την εφαρμογή του, η έκταση περιορίζεται σε περίπου 235 εκτάρια. Αντιμέτωπη με βροχοπτώσεις που αποκλίνουν σημαντικά από τις παραδοχές βάσει των οποίων οικοδομήθηκε η πόλη, η Κοπεγχάγη δεν προσπαθεί να διώξει το νερό όσο πιο γρήγορα γίνεται, αλλά να το καθυστερήσει, να το αποθηκεύσει και να το κατευθύνει με ασφάλεια. Το πετυχαίνει αυτό με τη βοήθεια πάρκων που πλημμυρίζουν ελεγχόμενα, δρόμων που λειτουργούν ως προσωρινοί αγωγοί, καθώς και υπόγειων δεξαμενών και σηράγγων.

Στην άλλη άκρη του φάσματος, το Τόκιο επί δεκαετίες επένδυσε σε μια πιο «μηχανική» λύση. Το Metropolitan Area Outer Underground Discharge Channel (G-Cans Project), που λειτουργεί από το 2006, είναι ένα από τα μεγαλύτερα υπόγεια συστήματα διαχείρισης πλημμυρών στον κόσμο. Πέντε κάθετοι πύργοι συλλογής, βάθους περίπου 65 μέτρων, συνδέονται με 6,4 χιλιόμετρα υπόγειων σηράγγων περίπου 50 μέτρα κάτω από την επιφάνεια. Η κεντρική δεξαμενή, μήκους περίπου 177 μέτρων και πλάτους 78 μέτρων, διαθέτει αντλίες ικανές να διοχετεύουν έως και 200 κυβικά μέτρα νερού ανά δευτερόλεπτο στον ποταμό Edo. Το έργο δεν «λύνει» το πρόβλημα της κλιματικής κρίσης, δείχνει όμως πώς η αποθήκευση και η ελεγχόμενη εκτόνωση μπορούν να προστατεύσουν πυκνοκατοικημένες περιοχές όταν δεν επαρκούν τα παραδοσιακά δίκτυα.

Πέρα από μεμονωμένα έργα, όμως, τα τελευταία χρόνια διαμορφώνεται διεθνώς μια ευρύτερη λογική που έχει ενδιαφέρον και για εμάς στην Αθήνα: αυτή των «Sponge Cities», που αντιμετωπίζουν την πόλη όχι ως χωνί, αλλά ως σφουγγάρι. Πόλεις που απορροφούν, συγκρατούν, καθυστερούν και απελευθερώνουν σταδιακά το νερό της βροχής, μειώνοντας το φορτίο στα δίκτυα. Από το 2014, περισσότερες από 70 πόλεις στην Κίνα έχουν εφαρμόσει αυτή τη στρατηγική. Μελέτες δείχνουν μετρήσιμη μείωση του όγκου και της ταχύτητας απορροής, ενίσχυση των υπόγειων υδάτων και περιορισμό πλημμυρικών αιχμών στη διάρκεια έντονων βροχοπτώσεων.

Παραδείγματα υπάρχουν. Καινοτομία, επίσης, αρκετή. Καθώς, λοιπόν, περιμένουμε την επόμενη θεομηνία, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι να αναζητήσουμε τον επόμενο ένοχο μετά την καταστροφή. Είναι να πιέσουμε −ως κοινωνία− για σχέδια που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τα σενάρια που πλέον είναι ρεαλιστικά και συχνά. Γιατί το γνώριμο πινγκ-πονγκ ευθυνών μπορεί να εκτονώνει την πολιτική αντιπαράθεση, αλλά δεν προστατεύει ζωές, υποδομές και περιουσίες. Και, το κυριότερο, μας αφήνει επικίνδυνα ανήμπορους απέναντι σε μια πραγματικότητα που ήδη έχει αλλάξει.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:

Οι Μήλιοι στη Γροιλανδία

GEO-7: «Οι Λύσεις Είναι Γνωστές. Αυτό που Απαιτείται Είναι Θάρρος»

Με Βοηθό την AI για να μη «Χάσουμε τη Γη Κάτω από τα Πόδια μας»

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Editor-in-Chief & CEO
Editor-in-Chief & CEO

Η Μαριάννα Σκυλακάκη είναι οικονομολόγος, εκδότρια και αρχισυντάκτρια της αθηΝΕΑς, του βραβευμένου ελληνικού διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης που έχει τα μάτια του στραμμένα στο μέλλον. Σπούδασε Oικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Bristol και κατέχει μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση (MPA in Public Policy & Management) από τo London School of Economics. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως αναλυτής στο τμήμα επενδυτικής τραπεζικής της Goldman Sachs για μια τριετία. Επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε την αθηΝΕΑ το 2014 με σκοπό να απευθυνθεί σε ένα ευρύ κοινό δραστήριων και απαιτητικών ελληνόφωνων αναγνωστών που αναζητούσαν μια ενημέρωση πιο κοντά στα δικά τους ενδιαφέροντα. Αρθρογραφεί τακτικά στον ελληνικό τύπο ως πολιτική και οικονομική αναλύτρια και έχει αποκομίσει σημαντική εμπειρία στο συντονισμό συζητήσεων σε συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Εργάζεται παράλληλα ως σύμβουλος σε θέματα οικονομικών και δημόσιας διοίκησης, με ιδιαίτερη εμπειρία σε projects στον κλάδο του τουρισμού, της αγροδιατροφής και του clustering.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+