Γιατί Χρειαζόμαστε τον Φεμινισμό;

Η πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα, η οποία τόσο πολύ αναπαράχθηκε στα μέσα και φέρνει την Ελλάδα στην τελευταία θέση του Δείκτη της Ισότητας των Φύλων, αντιμετωπίστηκε, στην πραγματικότητα, από την ελληνική κοινωνία με την ίδια απάθεια που αντιμετωπίζει κανείς μια πληροφορία που ήδη γνωρίζει και ταυτόχρονα δεν τον αφορά. Και αυτό μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα: ότι οι αντιλήψεις που οδηγούν σε στερεοτυπικές και άνισες συμπεριφορές είναι τόσο βαθιά εμπεδωμένες στην κοινωνική μας κουλτούρα, που συχνά -ακόμη και όσοι συνειδητά αντιστέκονται σε αυτές- φαίνεται πως τις αναπαράγουν αυτόματα.

Και εδώ βρίσκεται η απάντηση του ερωτήματος που προκύπτει συχνά, “γιατί χρειαζόμαστε τον φεμινισμό;”. Γιατί οι καλές προθέσεις δεν επαρκούν. Και γιατί φαίνεται πως, ακόμη και σήμερα, σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πως η ανισότητα των φύλων είναι ένα ζήτημα υπαρκτό.

Αλλά δεν είναι μόνο η Ελλάδα. Όλη η Ευρώπη φαίνεται να ακολουθεί οκνηρούς ρυθμούς σε ό,τι αφορά την πρόοδο σε θέματα ισότητας των φύλων σε βασικούς τομείς όπως η εργασία, τα χρήματα, η γνώση, ο χρόνος, η εξουσία και η υγεία. Και δεν υπάρχει τίποτε που να το πιστοποιεί καλύτερα αυτό, από τη, σχεδόν, ασύμβατη σχέση μεταξύ ιδιωτικής και επαγγελματικής ζωής που βιώνουν οι περισσότερες γυναίκες. Για την ακρίβεια, κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής -από την επιβάρυνση της προσωπικής ζωής έναντι της επαγγελματικής στοιχειώδους καταξίωσης, από τη γονεϊκή άδεια μέχρι την παιδική μέριμνα και από τη δυνατότητα πρόσβασης σε υψηλόβαθμες θέσεις εξουσίας μέχρι τη μισθολογική εξίσωση- απέχει έτη φωτός από την ημέρα που θα εξαλειφθούν τα σεξιστικά στερεότυπα και οι συμπεριφορικές προκαταλήψεις.

Και εδώ βρίσκεται η απάντηση του ερωτήματος που προκύπτει συχνά, “γιατί χρειαζόμαστε τον φεμινισμό;”. Γιατί οι καλές προθέσεις δεν επαρκούν. Και γιατί φαίνεται πως, ακόμη και σήμερα, σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πως η ανισότητα των φύλων είναι ένα ζήτημα υπαρκτό. Ως εκ τούτου, η μη αναγνώριση της υποβάθμισης της ποιότητας ζωής των γυναικών εξαιτίας των πολλαπλών ρόλων στους οποίους καλούνται να  ανταποκριθούν ιστορικά -από την αναπαραγωγή μέχρι και την “άτυπη” φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων- απαιτεί το σχεδιασμό μιας κοινωνικής πολιτικής που θα προωθεί την οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών και τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, παρέχοντας υποστήριξη σε όλα τα επίπεδα δομών και πρόσβαση σε υπηρεσίες για την κάλυψη βασικών αναγκών. Αντιθέτως, η έλλειψη κοινωνικής πολιτικής στο αίτημα της ισότητας σημαίνει ότι οι άνδρες εξακολουθούν να θεωρούνται εξ ορισμού εκείνοι που μπορούν να “βιοπορίζονται”, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό τις γυναίκες από την αγορά εργασίας και στερώντας τους τη δυνατότητα να είναι οικονομικά ανεξάρτητες.

Σύμφωνα με την ίδια προαναφερθείσα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα “η μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην άτυπη φροντίδα, η οποία επηρεάζει αρνητικά τη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας, αυξάνει επίσης τον κίνδυνο οικονομικής εξάρτησης, φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού”. Επομένως, η ισότητα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εργασία, την αναγνώριση όλων των διαστάσεων και των πτυχών της καθημερινής ζωής των γυναικών και την ενθάρρυνση των ανδρών να αναλάβουν ρόλους που τους αναλογούν μέσα σ’ αυτή. Ακόμη, λοιπόν, κι αν ο πρώτος στόχος είναι η επίτευξη μέρους όλων των παραπάνω, ο φεμινισμός είναι αναγκαίος, καθώς λειτουργεί ταυτόχρονα σαν καμπανάκι αφύπνισης και δύναμη αλλαγής.

Άραγε, μπορεί μια χώρα να αναπτυχθεί και να προχωρήσει χωρίς να συμπεριλαμβάνει γυναίκες στα κέντρα αποφάσεων και εξουσίας; Κατηγορηματικά όχι. Όταν η εκπροσώπηση δεν ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά της κοινωνίας, οι πολιτικοί σχεδιασμοί δεν έχουν πραγματικό έρεισμα. Επομένως, η αδυναμία αξιοποίησης του δυναμικού μιας χώρας δεν στερεί μόνο την δυνατότητα στους πολίτες της να  εξελιχθούν. Στερεί την ίδια την χώρα από την ανάπτυξη που έχει ανάγκη τόσο πολύ.

Αν λοιπόν εμπιστευόμαστε στις γυναίκες τα παιδιά που είναι η ίδια η ζωή και το μέλλον, με ποια λογική δεν τους εμπιστευόμαστε την εξουσία;

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Women Act
Women Act

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Πολιτιστική Πολιτική και Ανάπτυξη και Υπ. Διδάκτωρ με αντικείμενο έρευνας την λογοκρισία στην Τέχνη στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Το 2010 έκανε την επιστημονική έρευνα και τη συλλογή κειμένων για τον τόμο « Κωνσταντινούπολη» (εκδ. Καστανιώτη) και το 2013 συμμετείχε στον τόμο «Παιδιά του Κόσμου» (εκδ. Γκοβόστη). Εργάζεται στον τομέα της επικοινωνίας κι από τον Μάρτιο του 2019 συνεργάζεται με την Women Act.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER