Τα τελευταία χρόνια οι άνεμοι αλλάζουν συνεχώς σε ό,τι αφορά τον ενθουσιασμό μας για τα ορυκτά καύσιμα. Τόσο συχνά που προκαλεί ενεργειακό αυχενικό.
Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Ευρώπη έσπευσε να απεξαρτηθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο και να επενδύσει μαζικά σε ανανεώσιμες πηγές. Λίγο αργότερα όμως, η πραγματικότητα της ενεργειακής ασφάλειας επανήλθε με ορμή: LNG, νέες γεωτρήσεις, συζητήσεις για επανεκκίνηση πυρηνικών εργοστασίων.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πολιτική συζήτηση γύρω από την ενεργειακή μετάβαση έχει γίνει όλο και πιο διχαστική. Ο Donald Trump υπενθυμίζει συχνά ότι οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο − και ότι όταν ανεβαίνουν οι τιμές, η χώρα απλώς… βγάζει περισσότερα χρήματα.
Στην Ελλάδα, η ενεργειακή μετάβαση προχωρά με εντυπωσιακούς ρυθμούς στις ΑΠΕ − αλλά ταυτόχρονα η συζήτηση για την αξιοποίηση πιθανών υδρογονανθράκων έχει επανέλθει δυναμικά.
Η ενεργειακή πολιτική της εποχής μας μοιάζει ολοένα και περισσότερο με εκκρεμές.
Κάτι όμως δεν κινείται καθόλου. Το μαντέψατε: η κλιματική κρίση.
Ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται κάθε φορά η πολιτική διάθεση για την ενεργειακή μετάβαση, η φυσική πραγματικότητα του πλανήτη συνεχίζει να προχωρά με σταθερότητα προς τη λάθος κατεύθυνση.
Και τώρα, μια νέα γεωπολιτική κρίση έρχεται να υπενθυμίσει πόσο εύθραυστο παραμένει το ενεργειακό μας σύστημα.
Σχεδόν δύο εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας μίλησε για τη μεγαλύτερη διαταραχή στην ιστορία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου. Παρά την απόφαση των κυβερνήσεων να απελευθερώσουν περίπου 400 εκατομμύρια βαρέλια από στρατηγικά αποθέματα, η αγορά παραμένει σε αναβρασμό.
Το Στενό του Ορμούζ −από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου− έχει ουσιαστικά παραλύσει μετά τις επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια. Οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύθηκαν έως και κατά ένα τρίτο πριν υποχωρήσουν ελαφρώς τις τελευταίες ημέρες.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Στο Βιετνάμ εμφανίζονται πινακίδες «sold out» στα πρατήρια. Στο Πακιστάν συζητείται τετραήμερη εργασία για εξοικονόμηση ενέργειας. Στην Ευρώπη, οι τιμές φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί πάνω από 75%. Και στην Τεχεράνη, οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις έχουν προκαλέσει μαύρη βροχή και πυκνό καπνό − πιθανώς από την καύση mazut, ενός ιδιαίτερα ρυπογόνου υποπροϊόντος του πετρελαίου.
Το ερώτημα, λοιπόν, επανέρχεται με κάθε νέα κρίση: θα επιταχύνει αυτή η αναταραχή τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας;
Η απάντηση, δυστυχώς, είναι λιγότερο αισιόδοξη απ’ όσο θα θέλαμε.
Η ενεργειακή πολιτική του 21ου αιώνα δεν καθορίζεται μόνο από το κλίμα − αλλά από τη γεωπολιτική, το κόστος, την τεχνολογία και, πάνω απ’ όλα, την ασφάλεια.
Κάποιες χώρες πράγματι μπορεί να επιταχύνουν τις επενδύσεις σε αιολικά, φωτοβολταϊκά και μπαταρίες, ώστε να προστατευτούν από τις διακυμάνσεις των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου − όπως συνέβη στην Ευρώπη μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Όμως άλλες, πιθανότατα, θα κινηθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Στο βραχυπρόθεσμο διάστημα, η ενεργειακή ασφάλεια σημαίνει συχνά κάτι πολύ πιο απλό: να βρεις καύσιμο − οποιοδήποτε καύσιμο. Αυτός είναι ο λόγος που ήδη αρκετές χώρες εξετάζουν την επανεκκίνηση παλαιών μονάδων άνθρακα ή την αύξηση της χρήσης φυσικού αερίου. Ο άνθρακας παραμένει το πιο ρυπογόνο καύσιμο, αλλά είναι φθηνός και διαθέσιμος σε πολλές περιοχές του κόσμου.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο της εποχής μας: οι κρίσεις που αποκαλύπτουν τα προβλήματα της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα δεν οδηγούν πάντα σε ταχύτερη απεξάρτηση από αυτά. Μερικές φορές κάνουν το αντίθετο.
Η ενεργειακή πολιτική του 21ου αιώνα δεν καθορίζεται μόνο από το κλίμα − αλλά από τη γεωπολιτική, το κόστος, την τεχνολογία και, πάνω απ’ όλα, την ασφάλεια. Σε έναν κόσμο όπου η ενέργεια χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως γεωπολιτικό όπλο, πολλές χώρες προσπαθούν να μειώσουν την εξάρτησή τους από εισαγωγές.
Κάποιες το κάνουν επενδύοντας σε ανανεώσιμες πηγές. Άλλες το κάνουν επενδύοντας σε περισσότερο άνθρακα. Και μερικές −όπως η Κίνα− κάνουν και τα δύο ταυτόχρονα. Όπως έγραφε πρόσφατα η Δέσποινα Ράμμου σε άρθρο της στην αθηΝΕΑ, η Κίνα έχει εγκαταστήσει περισσότερη ηλιακή και αιολική ενέργεια από τον υπόλοιπο κόσμο μαζί, ενώ ταυτόχρονα κατασκευάζει εκατοντάδες μονάδες άνθρακα.
Η ενεργειακή μετάβαση, όπως φαίνεται, δεν είναι μια ευθεία γραμμή. Είναι μια περίπλοκη, αντιφατική διαδρομή. Το βέβαιο είναι κάτι πολύ απλό: Οι ενεργειακές κρίσεις θα συνεχίσουν να έρχονται. Και η κλιματική κρίση θα συνεχίσει να βαθαίνει − ανεξάρτητα από το αν εμείς, κάθε λίγα χρόνια, αποφασίζουμε να ενθουσιαζόμαστε ξανά με το πετρέλαιο.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Κάναμε Λάθος για την Κίνα; Τι Προβλέψαμε το 2015 και Τι Έγινε Τελικά