Ημίγλυκα και Ημίξηρα Ροζέ: Ο Απαγορευμένος Καρπός

Είθισται αυτά τα κρασιά να τα σνομπάρουμε εμείς οι… επαΐοντες του κρασιού. Κρασί είναι το ξηρό, λέμε. Όμως, basta!Οι φίλοι των ημίγλυκων και ημίξηρων κρασιών δέχονται τέτοιο bullying από το σινάφι μας –οινολόγους, σομελιέ και οινόφιλους– που αυτό θα έπρεπε κανονικά να γίνει θέμα στα ΜΜΕ και μάλιστα με… πηχυαίους τίτλους.

Για να τα πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Καταρχήν, η γλυκιά γεύση είναι κάτι που έμφυτα αρέσει στον άνθρωπο. Το ένστικτο του προϊστορικού φρουτοσυλλέκτη ζει και βασιλεύει μέσα μας. Είναι αυτό που κάνει μικρά και μεγάλα παιδιά να τρελαίνονται για γλυκά, αλλά είναι και αυτό που εκμεταλλεύεται η βιομηχανία τροφίμων χρησιμοποιώντας κάθε μορφής γλυκαντική ύλη για να προσελκύσει τα δισεκατομμύρια εθισμένων στη ζάχαρη συνανθρώπων μας.

Οπότε δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ότι πολλοί –και ειδικά οι νέοι– έχουν αδυναμία στα off dry κρασιά. Αδυναμία έχουμε όλοι μας λίγο πολύ στη γλυκιά γεύση, γεγονός εξάλλου που ωθεί πολλούς οινοποιούς να «φέρνουν» ακόμη και τα ξηρά κρασιά στο όριο του ημίξηρου.

Είναι, όμως, αλήθεια ότι έχουν υποτιμηθεί σε μεγάλο βαθμό τα ημίγλυκα/ημίξηρα κρασιά. Η πεποίθηση ότι τα κρασιά αυτά απευθύνονται σε άτομα που ενδιαφέρονται μόνο για τη γλυκιά γεύση, οδηγούσε τους οινοποιούς σε όλο και πιο κακές ποιότητες κρασιού. Πράγμα που είχε κατανοήσει και το εμπόριο, το οποίο θεωρούσε ότι το μόνο που μετράει είναι η τιμή.

Όλα αυτά μέχρι πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια. Είναι η εποχή που ένα κρασί στην περιοχή του Παγγαίου κάνει πάταγο. Αυτό το κρασί δεν είναι ξηρό, δεν είναι κάποιου μεγάλου παραγωγού και δεν είναι φθηνό. Το Variété του Κώστα Λαλίκου, ένα ημίξηρο, ποιοτικό και μοντέρνο ροζέ κρασί, έγινε το απόλυτο best seller της περιοχής – σαν ιός άρχισε να απλώνεται η ζήτησή του σε όλη τη βόρεια Ελλάδα. Άνοιξε, όπως λέμε, την κατηγορία, καθώς ακολούθησαν στον ίδιο δρόμο και άλλοι οινοποιοί και, χωρίς να αναφέρομαι σε επίσημα στοιχεία, έχω την πεποίθηση ότι πλέον η κατηγορία αυτή κατέχει πολύ σημαντικό κομμάτι της αγοράς.

Κατά τη γνώμη μου, μάλιστα, πρόκειται για μια πολύ σημαντική κατηγορία, επειδή είναι αυτή που φέρνει κοντά στο κρασί νεανικό κοινό. Μάλιστα, το κάνει με σεβασμό προς το συγκεκριμένο κοινό, το οποίο εκφράζεται τόσο μέσα από την ποιότητα των κρασιών αυτών όσο και από την αισθητική τους.

Λέτε η Moët να είδε την επιτυχία αυτή του Κώστα Λαλίκου και να προχώρησε, μετέπειτα, στην επαναστατική για τα δεδομένα των Champagne πρώτη εμφιάλωση, το 2011, της γλυκιάς Moët Ice; Μπα, εκείνοι μάλλον θα πλήρωσαν κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ σε κάποια εταιρεία για να τους κάνει την κατάλληλη έρευνα αγοράς, η οποία απέδειξε το αυτονόητο: το γλυκό έχει πάντα και σε κάθε κοινωνική τάξη το κοινό του.

Melenia 2023

Οινοποιία Κούκος, Μοσχάτο Ρίου – Merlot, Αχαΐα

Για το Μελένια αξίζει να αναφέρουμε και τους τρόπους παραγωγής των ημίξηρων/γλυκών κρασιών. Η μέθοδος που εφαρμόζεται κατά βάση είναι αυτή της προσθήκης ανακαθαρισμένου μούστου. Πρόκειται για μούστο που καθαρίζεται, αποστειρώνεται και ρυθμίζεται έτσι ώστε να έχει σταθερή γεύση και περιεκτικότητα σε σάκχαρα. Με αυτόν τον τρόπο ο παραγωγός παίρνει ένα ξηρό κρασί και ρυθμίζει τη γλυκύτητα που θέλει, προσθέτοντας αντίστοιχης ποσότητας ανακαθαρισμένο μούστο. Ο τρόπος αυτός έχει επικρατήσει, καθώς έτσι ο παραγωγός ελέγχει πιο εύκολα το τελικό του προϊόν.

Η δεύτερη μέθοδος έχει να κάνει με τη διακοπή της ζύμωσης. Αυτό έχει, όμως, τα εξής προβλήματα. Η ζύμωση είναι μια διαδικασία εν κινήσει. Θα πρέπει, δηλαδή, ενόσω τρέχει η διαδικασία της να μετράς τα σάκχαρα και να τη σταματήσεις τη σωστή στιγμή. Αν δεν γίνει η διακοπή στο σωστό σημείο, το τελικό προϊόν θα είναι είτε πιο γλυκό είτε πιο ξηρό από εκείνο που θα επιθυμούσε ο παραγωγός.

‘Ενα δεύτερο πρόβλημα έχει να κάνει με το πώς σταματάς τη ζύμωση. Η εύκολη λύση είναι προσθέτοντας μεγάλες ποσότητες θειώδους. Η δύσκολη, με έντονη ψύξη.

Ο Παναγιώτης Κούκος είναι ένας άνθρωπος που δεν του αρέσουν τα εύκολα και προσπαθεί να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες με τον καλύτερο τρόπο. Δουλεύει βιολογικά τόσο στο αμπέλι όσο και στο οινοποιείο, οπότε για εκείνον ήταν μονόδρομος όχι μόνο να χρησιμοποιήσει τα σάκχαρα του σταφυλιού, αλλά και να εφαρμόσει τη «δύσκολη» μέθοδο της ψύξης για να κρατήσει τα ζαχαράκια του μούστου στο κρασί.

Αυτό είναι ένα στοιχείο που, μυρίζοντας το κρασί, μπορείτε εύκολα να το αντιληφθείτε, καθώς σου έρχεται πρώτο πρώτο το άρωμα φρεσκοπατημένου μούστου από Μοσχάτο σταφύλι. Τριαντάφυλλο, γιασεμί, αγιόκλημα, αλλά και βύσσινο έπονται. Στο στόμα η γλυκιά γεύση απλώνεται ομοιόμορφα πάνω στη γλώσσα (μπορεί να σας φαίνετα αστείο αυτό, αλλά θα με καταλάβετε όταν το δοκιμάσετε), ενώ η πολύ νόστιμη οξύτητα ερεθίζει τους γευστικούς κάλυκες, τόσο που στέλνουν αμέσως στον εγκέφαλο το μήνυμα «αυτό πρέπει να το ξαναπιείς», οπότε ξαναπίνεις και ξαναπίνεις.

Για να μη σε πειράξει όμως, βάλε δίπλα του ελαφρώς πικάντικα fajitas, χοιρινό με κυδώνια ή και σκέτα γλυκά κυδώνια. Όσο για τους πιο τολμηρούς Πελοποννήσιους φίλους μου, θα συνιστούσα και μια τραγανή γουρουνοπούλα!

Παναγιώτη, ποιες είναι οι ιδιαιτερότητες της Μελένιας έναντι των ξηρών κρασιών που παράγεις; Το ότι ακολουθείς τη βιολογική παραγωγή σημαίνει και κάποιες επιπλέον δυσκολίες;

Η Μελένια είναι ένα ημίγλυκο ροζέ κρασί από Μοσχάτο Ρίου Πατρών και Merlot. Η ιδιαιτερότητά της έγκειται, αφενός, στο ότι περιέχει ένα τμήμα των φυσικών σακχάρων του μούστου που το καθιστούν ελαφρά γλυκό και, αφετέρου, στο ότι προσπαθούμε να της δώσουμε –και το πετυχαίνουμε– την ιδανική γευστική ισορροπία ανάμεσα στα σάκχαρα (τη γλυκιά γεύση) και την οξύτητα (την όξινη γεύση), έτσι ώστε να μην εμφανίζεται το κρασί «πλαδαρό» ή αδιάφορο στον ουρανίσκο.

Παραγωγικά, το κρασί αυτό δημιουργείται με διακοπή της ζύμωσης στο επιθυμητό επίπεδο σακχάρων, και αυτή ακριβώς είναι τόσο η δυσκολία όσο και η ομορφιά του, καθώς στα οινοποιεία όπως το δικό μας, που έχουν υιοθετήσει μια «βιολογική θεώρηση των πραγμάτων» στην καλλιέργεια και την παραγωγή τους, κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί κύρια με την εφαρμογή πολύ γρήγορης και ισχυρής ψύξης, μια και η χρήση του θειώδους είναι περιορισμένη. Επίσης, όλες αυτές οι διεργασίες πρέπει να εφαρμοστούν γρήγορα, ώστε να μην καταστραφεί το ευαίσθητο άρωμα του Μοσχάτου, που δίνει και την κύρια φρουτώδη και αιθέρια αίσθηση.

Μελένια ροζέ, αντιπροσωπευτικός ανθός του κλίματος και του εδάφους της περιοχής, πάντα με τη βιολογική μας φροντίδα!

 

Variété Rosé 2023

Oινοποιείο Λαλίκος, Grenache – Μοσχόμαυρο, Καβάλα

Όλη η κατηγορία αυτών των ροζέ κρασιών οφείλει πολλά στον Κώστα Λαλίκο. Ημίξηρα κρασιά υπήρχαν σχεδόν πάντα. Δύο από τις πιο δυνατές «μπράντες» της χρυσής εποχής του… ΠΑΣΟΚ, ο Μακεδονικός και ο Αγιορείτικος του Τσάνταλη, ανήκαν σε αυτή την κατηγορία, χωρίς ωστόσο να το «φωνάζουν». Παρότι είχαν τοπωνύμια, δεν δημιούργησαν γευστική κατηγορία.

Ο Κώστας Λαλίκος, όπως μας είπε ο ίδιος, οδηγήθηκε πρώτος στη δημιουργία ενός τέτοιου κρασιού. Η επιτυχία του όμως ξέρετε ποια είναι; Ότι σεβάστηκε τον κόσμο που ήθελε κάτι γλυκό. Μέχρι εκείνη τη στιγμή –και σε μεγάλο βαθμό δυστυχώς ακόμη και τώρα– τα περισσότερα ημίγλυκα κρασιά είναι υποβαθμισμένα ποιοτικά, πρακτική βασισμένη στην αιτιολογία του ανεκπαίδευτου καταναλωτή αυτής της κατηγορίας, που αρκείται στη γλυκύτητα. Έλα, όμως, που η ποιότητα πάντα γίνεται αντιληπτή. Έστω και υποσυνείδητα. Ο Λαλίκος χρησιμοποίησε ποιοτικό σταφύλι, έκανε ποιοτική οινοποίηση, επένδυσε το κρασί του με ποιοτικό packaging και η «μοίρα» τον αντάμειψε για αυτό.

Πρόκειται για ένα κρασί με πολύ ισορροπημένο στόμα. Όντως, η οξύτητα του υψόμετρου είναι το στοιχείο που δίνει ζωντάνια, καθαρότητα και πολύ καλή ροή στην απόλαυσή του. Κόκκινα φρουτάκια, ρόδι και λουκουμάκι τριαντάφυλλο αλληλοεξισορροπούνται στη μύτη.

Ένα ροζέ που μπορώ να το φανταστώ με γαρίδες σαγανάκι, σούπα κολοκύθας, αλλά και πολλά spicy πιάτα της ασιατικής κουζίνας.


Κώστα, αναμφίβολα η κατηγορία αυτή του κρασιού σού χρωστάει πολλά. Είσαι αυτός που άνοιξε τον δρόμο των ποιοτικών ημίξηρων και ημίγλυκων ροζέ κρασιών και σε ευχαριστούμε γι’ αυτό. Ωστόσο, πάντα ήθελα να μάθω πώς γεννήθηκε η ιδέα του Variété και πώς είδες εσύ από μέσα την εξέλιξη αυτής της κατηγορίας.

Κοίτα Ανέστη, εγώ είμαι παιδί της νύχτας. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 πουλούσαμε sangria και bowles, που φυσικά είχαν ως βάση το κρασί. Εκεί σκέφτηκα για πρώτη φορά τη δημιουργία ενός κρασιού.

Είχα φίλο έναν οινοποιό από τη Νότια Γαλλία, ο οποίος με βοήθησε γενικά πολύ και μου είπε να φυτέψω στην πατρίδα μου, στα ορεινά της Καβάλας, Grenache και Syrah. Στη συνέχεια, φύτεψα και το μικρόρωγο μαύρο Μοσχάτο, το οποίο έμελλε να δώσει το χαρακτηριστικό άρωμα στο Variété.

Αρχικά μάλιστα, το 1989, έκανα ένα ξηρό ροζέ κρασί, το 1990 το έκανα ημίξηρο με 8-9 γραμμάρια υπολειμματικά σάκχαρα και την επόμενη χρονιά έγινε ακόμη πιο γλυκό, στα 18 γραμμάρια/λίτρο, όπου –στο περίπου– είναι ακόμη και σήμερα.

Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν απίστευτη. Αυξήσαμε την παραγωγή μας στις 120.000-150.000 φιάλες, ανάλογα με τη χρονιά. Το μυστικό μας βρίσκεται σίγουρα στο υψόμετρο – εμένα μου άρεσαν πάντα οι οξύτητες. Το υψόμετρο συμβάλλει επίσης στη φυσική μείωση της στρεμματικής απόδοσης στα 700-800 κιλά, άρα και της ποιότητας.

Γενικά, χαίρομαι για την εξέλιξη της κατηγορίας, γιατί… έχει για όλους ο Θεός, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι οδηγήσαμε πολλούς νέους στο κρασί και στον πολιτισμό που αυτό δημιουργεί.

Τρεις Μάγισσες 2023

Κτήμα Μπαραφάκα, Αγιωργίτικο – Μοσχοφίλερο – Syrah, Νεμέα

Πάνε εννιά χρόνια από την πρώτη εμφάνιση του κρασιού αυτού στην αγορά. Η εξάπλωσή του ήταν εντυπωσιακή. Και πώς να μην είναι, όταν έχεις τη βοήθεια όχι μιας, όχι δύο, αλλά Τριών Μαγισσών.

Γνώρισα το Κτήμα Μπαραφάκα χάρη στις εξαιρετικές «Νεμέες» του, στις οποίες πάντα διέκρινα έναν παραγωγό που του αρέσει να ανοίγει νέους δρόμους. Όταν όλοι επένδυαν στον όγκο και στη στιβαρότητα, εκείνος μας χάριζε Αγιωργίτικα με βουργουνδέζικη, θα έλεγα, φινέτσα.

Κάπως έτσι νομίζω προέκυψαν και οι Τρεις Μάγισσες. Προφανώς προϋπήρχε η τάση της αγοράς, αλλά δεν αρκέστηκε σε μια αντιγραφή. Προχώρησε πιο πέρα.

Σε αυτό το κρασί, εκτός από την εξαιρετική ποιότητα της πρώτης ύλης, που είναι εμφανής, και τη χρήση ψύξης για τη διακοπή της ζύμωσης, το μυστικό της επιτυχίας είναι αναμφίβολα το γαργαλιστικό παιχνίδισμα που κάνουν στη γλώσσα κάποιες φυσαλίδες, τις οποίες περίτεχνα «τοποθέτησε» ο παραγωγός στο κρασί. Του δίνουν ζωντάνια, εύκολη πόση και μεγάλη απόλαυση.

Επίσης, το ότι χρησιμοποιεί ψύξη για τη διακοπή της ζύμωσης είναι κάτι που προσδίδει αυθεντικότητα και οτιδήποτε αυθεντικό είναι και καλύτερο.

Στο άρωμα, το κόκκινο φρούτο του Αγιωργίτικου μπλέκει πανέμορφα με τον ανθικό, τριανταφυλλένιο χαρακτήρα του Μοσχοφίλερου.

Είναι από τα κρασιά που ακόμη και αν τα σνομπάρεις, δεν θα καταλάβεις πότε άδειασες το ποτήρι. Για τον λόγο αυτό νομίζω ότι είναι ιδανικό απεριτίφ, με ή χωρίς κάθε είδους finger food. Γλυκόξινα πιάτα κάθε προέλευσης επίσης θα χαρούν αν συνδυαστούν μαζί του. Εννοείται και οι φρουτοσαλάτες.

Χρήστο, πάντα ήθελα να μάθω ποιες είναι οι Τρεις Μάγισσες που έδωσαν το όνομά τους στο κρασί. Θα ήθελα όμως να έχω και την άποψή σου για το μέλλον αυτής της κατηγορίας κρασιών και για το αν θεωρείς ότι μπορεί να αναπτυχθεί περαιτέρω.

Δεν μπορώ να σου αποκαλύψω ποιες είναι οι Τρεις Μάγισσες, γι’ αυτό άλλωστε είναι και μάγισσες… Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι είναι υπαρκτές και κυκλοφορούν ανάμεσά μας… Είναι φωτεινές, μεθυστικές και στο απόγειο της έκφρασής τους. Η πρώτη γενναιόδωρη, η δεύτερη πληθωρική και η τρίτη σπινθηροβόλα, και οι τρεις μαζί εμπλέκονται σε έναν χορό αρωμάτων από κόκκινα φρούτα, δροσερών λουλουδιών και γλυκών αισθήσεων. Αποτελούνται από τρεις ποικιλίες: Αγιωργίτικο, Syrah και Μοσχοφίλερο.

Όταν κυκλοφόρησαν οι Τρεις Μάγισσες το 2015 για πρώτη φορά, δεν υπήρχε κάποιο αντίστοιχο ελληνικό κρασί στην αγορά σε αυτό το στιλ, ροζέ ημίγλυκο ημιαφρώδες με προσθήκη διοξειδίου, τόσο ώστε να κάνει ένα μικρό παιχνίδισμα στο στόμα. Αυτό θεωρούμε ότι κέρδισε και τις εντυπώσεις, ίσως περισσότερο του νεανικού κοινού, οι οποίοι και ξεκινούν από αυτές τις κατηγορίες κρασιών για να μπουν αργότερα στη διαδικασία να δοκιμάσουν και άλλες. Βέβαια, η ηλικία δεν είναι περιοριστική, καθώς βλέπουμε και μεγαλύτερες ηλικίες να μαγεύονται από το συγκεκριμένο κρασί.

Όπως φαίνεται σήμερα στην αγορά, υπάρχει μεγάλη τάση σε αυτή την κατηγορία, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ποσοστό αντιγραφής των Τριών Μαγισσών. Αυτό βέβαια μας κάνει να αισθανόμαστε περήφανοι, διότι δημιουργήσαμε μια κατηγορία. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλές ετικέτες που προσπαθούν να γίνουν (μία) από τις Τρεις Μάγισσες.

Στην Ελλάδα, η συγκεκριμένη κατηγορία γνωρίζει άνοδο, που ίσως οφείλεται και στο ήπιο κλίμα του χειμώνα και στην παράταση της καλοκαιρινής περιόδου. Τα κρασιά αυτά είναι ό,τι αποζητά κάνεις αυτούς τους μήνες· είναι αρωματικά, έχουν λίγα υπολειπόμενα σάκχαρα, που με το διοξείδιο έρχονται σε απόλυτη ισορροπία, και επιπλέον καταναλώνονται δροσερά.

Γενικότερα, οι κατηγορίες ημιαφρωδών οίνων κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος στην αγορά. Το γεγονός αυτό και σε συνάρτηση όλων των παραπάνω, θεωρώ πως είναι μια κατηγορία στην οποία μπορείς να επενδύσεις, να εξελιχθείς, και –γιατί όχι;– να πρωτοτυπήσεις.

 

Zantia 2023

Οινοποιία Τσικρικώνη, Μαλαγουζιά – Cabernet Sauvignon, Καβάλα

Θα ήταν σίγουρα το κρασί της «Τρελής κι Αδέσποτης» του Ρασούλη. Ίσως κάτι τέτοιο να σκέφτηκε ο Θοδωρής Τσικρικώνης όταν έδωσε το όνομα στο κρασί, αφού ζαντία στα ποντιακά σημαίνει η «τρελή».

Δεν ξέρω σήμερα πόσο «τρελό» να το χαρακτηρίσω, αφού από όλα τα ημίξηρα έχω την εντύπωση ότι αυτό είναι ένα από τα πιο σοβαρά και… ξηρά. Η τρέλα ίσως αφορά το θάρρος του Θοδωρή να κινείται στα όρια του ξηρού, ξέροντας ότι μπορεί να χάσει ένα κομμάτι του παραδοσιακού κοινού. Αλλά, όπως λέει ο ίδιος, εξελίσσεται και το κοινό μαζί με το κρασί του.

Στο χρώμα είναι ροζέ Provençal. Αρωματικά ξεχωρίζει από την έντονη παρουσία λευκόσαρκων φρούτων (ροδάκινο, βερίκοκο, κορόμηλο), όπως και ανθέων, τα οποία χρεώνονται στη Μαλαγουζιά. Τα κόκκινα φρούτα του Cabernet έπονται σε ένταση, αλλά αυτό δεν μας χαλάει καθόλου. Απεναντίας, του δίνει μοναδικό χαρακτήρα. Γευστικά, η γλυκόξινη αίσθηση διαθέτει πολύ γοητευτική ισορροπία, προς όφελος της ζωντάνιας και της ανέμελης απόλαυσης. Spicy και γλυκόξινα πιάτα της ασιατικής, της μεξικανικής αλλά και της ελληνικής κουζίνας μεγαλουργούν δίπλα σε αυτό το κρασί. Δοκιμάστε το π.χ. με κοτόπουλο στιφάδο και θα με θυμηθείτε.


Θοδωρή, πότε «μπήκατε» στην κατηγορία των ημίξηρων ροζέ; Να υποθέσω ότι ήταν δική σου ιδέα; Ποια ήταν η εξέλιξη του Zantia μέσα στον χρόνο και πώς βλέπεις το μέλλον όχι μόνο του δικού σου κρασιού, αλλά και όλης της κατηγορίας;

To 2010 ήταν η πρώτη χρονιά που κυκλοφόρησε το Zantia. Θα σε απογοητεύσω, αλλά δεν ήταν δική μου ιδέα, ή τουλάχιστον όχι μόνο δική μου. Ο πατέρας μου είχε την ιδέα, βλέποντας την τάση της αγοράς. Εγώ έδωσα το όνομα του κρασιού και φυσικά τις οινολογικές μου γνώσεις για να το παράγουμε.

Αρχικά το κρασί είχε πιο έντονο, τριανταφυλλί χρώμα. Αναγκαστικά ήταν και με περισσότερες τανίνες. Επίσης, χαμηλότερη οξύτητα και περισσότερα σάκχαρα. Η ποικιλιακή του σύνθεση ξεκίνησε με Grenache Rouge και Merlot. Το απόλυτο target group ήταν το γυναικείο κοινό, που όταν έβγαινε θα έπινε είτε το γνωστό αναψυκτικό σκέτο ή με κάποιο αλκοολούχο ποτό είτε κάποιο λικέρ.

Νομίζω ότι το κοινό αυτό ωρίμασε γευστικά μαζί με το κρασί μας. Χρόνο με τον χρόνο αφαιρούσαμε σάκχαρα και περνούσαμε σε πιο προσεκτικές και μικρές εκχυλίσεις, οπότε και το χρώμα όλο και άνοιγε περισσότερο, οι οξύτητες γίνονταν όλο και πιο ζωηρές και το κρασί όλο και πιο καλό. Σήμερα δημιουργούμε ένα blend από Μαλαγουζιά και Cabernet Sauvignon, που κινείται στα κατώτερα όρια του ημίξηρου.

Αυτή την τάση βλέπω γενικά. Γίνονται όλο και καλύτερα κρασιά, με συνέπεια, κερδίζοντας την εύνοια ενός κοινού που συνεχώς αυξάνεται και που δεν περιορίζεται στις γυναίκες. Οι πωλήσεις επίσης αυξάνονται κάθε χρόνο, οπότε θεωρώ ότι αυτό επιβεβαιώνει την τάση.

Συγκεκριμένα για το Zantia, τελειώνουμε αυτή την περίοδο ένα πολλά υποσχόμενο rebranding, στο οποίο, εκτός από πιο μοντέρνα και ελκυστική εμφάνιση, επενδύουμε και σε ποιοτικό πώμα Stelvin, το οποίο θα κάνει την απόλαυσή του ακόμη πιο εύκολη.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:

Ετικέτες Κρασιών ή Μικρά Έργα Τέχνης

Δάφνη Τσεβρένη | Ο Πολιτιστικός Τουρισμός Είναι Έργο σε Εξέλιξη

#ΒraveNewHospitality με Πρωταγωνιστή τη Βιωσιμότητα 

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

Ο Ανέστης Χαϊτίδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γερμανία, όπου από πολύ μικρός ασχολήθηκε με τη γαστρονομία και την εστίαση. Οι σπουδές οινολογίας που ακολούθησαν στην Ελλάδα και τη Γερμανία τον οδήγησαν να ασχοληθεί με τη γευσιγνωσία, την προώθηση και το εξαγωγικό εμπόριο κρασιού μέσα από διάφορες θέσεις σε σημαντικά οινοποιεία της Ελλάδας. Παράλληλα ασχολήθηκε και με την οινική εκπαίδευση, καθώς και με την αρθρογραφία σε διάφορα περιοδικά (κυρίως ελληνικά, αλλά και ξενόγλωσσα), ενώ είναι και ο συγγραφέας δύο βιβλίων με θέμα το κρασί με το ψευδώνυμο Τρύφων Μακρίδης. Είναι μέλος της κριτικής επιτροπής διαφόρων διεθνών διαγωνισμών οίνου και συνδιοργανωτής του μεγαλύτερου καλοκαιρινού οινικού φεστιβάλ της Ελλάδας Summerwine-Festival στη Θεσσαλονίκη. Eίναι συνιδιοκτήτης των εταιρειών συμβουλευτικής και διακίνησης επιλεγμένων οίνων TheWinehouse Ελλάδας και TheWinehouse Germany, στόχος των οποίων είναι η ανάδειξη ποιοτικών Eλλήνων παραγωγών.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+