Η αρχαιοκαπηλία και η πλαστογραφία έργων τέχνης επανέρχονται στο προσκήνιο της επικαιρότητας με αφορμή τις κατηγορίες που απαγγέλθηκαν σε γνωστό γκαλερίστα. Ωστόσο, το ζήτημα της εγκυρότητας των συνοδευτικών εγγράφων και της πιστοποίησης των έργων τέχνης παραμένει ένα σύνθετο και κρίσιμης σημασίας πεδίο − όχι μόνο για συλλέκτες, αλλά και για κάθε εμπλεκόμενο στην αγορά τέχνης, όπου η αξιοπιστία συχνά κρίνεται πέρα από τα προφανή τεκμήρια.
Δυστυχώς, έχει παρατηρηθεί πως έργα αμφίβολης προέλευσης και γνησιότητας συνήθως συνοδεύονται από ψευδή έγγραφα, πλαστές σφραγίδες, ετικέτες, υπογραφές και λοιπές επιγραφές, οι οποίες ταιριάζουν με προφορικές ευφάνταστες ιστορίες περί «σημαντικής αλλά ανώνυμης προέλευσης», προκειμένου να πείσουν τους υποψήφιους αγοραστές.
Όμως προσοχή! Αυτό δεν σημαίνει πως τα συνοδευτικά έγγραφα είναι περιττά. Το αντίθετο, είναι σημαντικά στοιχεία για την έρευνα και οφείλουμε να τους δίνουμε τη δέουσα προσοχή.
Τα έγγραφα που συνοδεύουν ένα έργο τέχνης μπορούν να τεκμηριώσουν την προέλευση και τη γνησιότητά του ή να προκαλέσουν αμφιβολίες και να φωτίσουν τις αδυναμίες του, να δώσουν τα λεγόμενα red flags. Βασικό κλειδί είναι η διασταύρωση στοιχείων και πληροφοριών προκειμένου να διαπιστωθεί η αξιοπιστία και η εγκυρότητα αυτών των εγγράφων.
Πώς μπορεί να προφυλαχθεί ο υποψήφιος αγοραστής; Κάνοντας την απαραίτητη επισταμένη έρευνα (due diligence) πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε συναλλαγή.
Τα έγγραφα που μπορούν να συνοδεύσουν ένα έργο τέχνης και να λειτουργήσουν ως τεκμήρια προέλευσης και ιδιοκτησίας είναι ενδεικτικά: τα παραστατικά αγοράς, τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, τα ιδιωτικά συμφωνητικά από private sales, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το δελτίο συντήρησης ή κατάστασης διατήρησης (condition report), οι φωτογραφίες του έργου στον χώρο του καλλιτέχνη ή σε έκθεση, η συμμετοχή του έργου σε εκθέσεις, οι δημοσιεύσεις του έργου στη βιβλιογραφία ή σε καταλόγους εκθέσεων κ.ά.
Πώς μπορεί να προφυλαχθεί ο υποψήφιος αγοραστής; Κάνοντας την απαραίτητη επισταμένη έρευνα (due diligence) πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε συναλλαγή.
Ειδικότερα, ο υποψήφιος αγοραστής οφείλει να εξετάσει με προσοχή: (i) την εγκυρότητα των στοιχείων που συνθέτουν την ταυτότητα έργου (Object ID), (ii) την ποιότητα του έργου, (iii) την αντιστοιχία του έργου με το ύφος του καλλιτέχνη, (iv) το ενδεχόμενο το έργο να έχει συμπεριληφθεί σε έγκυρες εκθέσεις (exhibition history) και δημοσιεύσεις (literature), (v) την εγκυρότητα των συνοδευτικών εγγράφων (αν υπάρχουν), (vi) την προέλευση του έργου (provenance) και βεβαίως (vii) να εξετάσει την αξιοπιστία του εμπόρου και (viii) το αν η προτεινόμενη τιμή πώλησης αντιστοιχεί στην τρέχουσα αγοραία αξία (market value). Οφείλω να επισημάνω πως καθένα από τα παραπάνω και όλα μαζί συνδυαστικά πρέπει να εξετάζονται και να διασταυρώνονται σχολαστικά. Ένα και μόνο δεδομένο από τα παραπάνω (π.χ. υπογραφή) δεν αρκεί για να δώσει ασφαλές αποτέλεσμα.
Έχουν όλα τα γνήσια έργα συνοδευτικά έγγραφα; Δυστυχώς όχι. Η χρόνια έλλειψη αρχείου εμπορικών συναλλαγών, οι ανεπίσημες αγοραπωλησίες, η απουσία τήρησης καλλιτεχνικού αρχείου, η ανεπάρκεια ή η έλλειψη καταλόγων καλλιτεχνικού έργου και η ανωνυμία ιδιοκτητών-συλλεκτών έχει προκαλέσει ένα χαώδες κενό, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για τη διαχρονική εξαπάτηση του αγοραστικού κοινού.
Ένα κοινό που δηλώνει φιλότεχνο, όμως, στην πλειονότητά του έχει βασική έλλειψη σχετικών γνώσεων. Ένα κοινό που συχνά επιζητά την προβολή του κοινωνικού status και ταυτόχρονα αναζητά τις αγορές «σε τιμή ευκαιρίας». Ένα κοινό που λειτουργεί αυθόρμητα, βιαστικά και διστάζει να συμβουλευτεί ανεξάρτητους, αντικειμενικούς εμπειρογνώμονες πριν την εκάστοτε συναλλαγή.
Πιστεύω και επιμένω πως η συστηματική τήρηση αρχείου ιδιοκτησίας και συναλλαγών πρέπει να ακολουθείται από τους ιδιοκτήτες και τους διαχειριστές συλλογών έργων τέχνης ανεξαρτήτως καλλιτεχνικής χρονικής περιόδου. Επιπρόσθετα, συστηματικό και πλήρες αρχείο πρέπει να τηρείται τόσο από τους εμπόρους καλλιτεχνών του 19ου και του 20ού αιώνα όσο και από τους σύγχρονους καλλιτέχνες και τις γκαλερί που τους εκπροσωπούν. Η επιμελής τήρηση αρχείου από την πλευρά των δημιουργών και η συνεργασία με αξιόπιστους επαγγελματίες του εικαστικού πεδίου και της αγοράς τέχνης θεωρώ πως θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα στην εξυγίανση του χώρου και θα επαναφέρει την εμπιστοσύνη που έχει κλονιστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Τέλος, πιστεύω ακράδαντα πως επιβάλλεται να καλλιεργηθεί και στην αγορά τέχνης η κουλτούρα που επικρατεί στο real estate, όπου πριν την οποιαδήποτε αγοραπωλησία γίνεται έλεγχος πληρότητας και ορθότητας των συνοδευτικών εγγράφων που αφορούν το εκάστοτε ακίνητο.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Το 1821 ως «Φανταστικό Μέλος» της Οθωμανικής Ιστορίας
