Οι Μικροί Μετανάστες με τις Αλήθειες τους, με τον Φακό της Δήμητρας Κουζή

Καλημέρα Κύριε Φώτη

Συνήθως το μεταναστευτικό/προσφυγικό ζήτημα περιγράφεται με νούμερα και αντιμετωπίζεται με ψυχρές πολιτικές αποφάσεις. Λες και οι μετανάστες και οι πρόσφυγες δεν έχουν πρόσωπο, δεν έχουν προσωπικότητα, ανάσα, γονείς, παιδιά, όνειρα, ανάγκες, φιλοδοξίες, δικαίωμα σε ανθρώπινη ζωή. Στο “Passage to Europe”, το βραβευμένο ντοκιμαντέρ της Δήμητρας Κουζή, το οποίο εστιάζει στη σχολική καθημερινότητα των ξένων παιδιών ενός δημόσιου δημοτικού σχολείου στην πλατεία Βάθη, οι αριθμοί απουσιάζουν ολότελα από το κάδρο.

Τα μικρά παιδιά που ζουν στην Αθήνα, έχουν και πρόσωπο, και προσωπικότητα, και ανάσα, και γονείς, και όνειρα, και ανάγκες, και φιλοδοξίες, και δικαίωμα σε ανθρώπινη ζωή. Κι αυτή είναι η αξία του ντοκιμαντέρ. Αυτά τα παιδιά από διαφορετικές χώρες, με διαφορετικές θρησκείες και διαφορετικές προσλαμβάνουσες έχουν διαφορετικές προσδοκίες για το μέλλον τους. Εκτός από μια, που ηχεί ως πικρή πιθανότητα στ’ αυτιά μου.

Κανένα δεν φαντάζεται τον εαυτό του μετά από δέκα χρόνια να εξακολουθεί να ζει στην Ελλάδα. Γιατί “η Ελλάδα έχει παρελθόν, δεν έχει μέλλον”.

Στο βιογραφικό σημείωμα στο site σας λέτε πως σας απασχολεί η μεταμόρφωση της πραγματικότητας. Πώς το εννοείτε; Τι εργαλεία χρειάζονται για να μεταμορφωθεί η πραγματικότητα και ποιο αντίκρισμα έχει αυτή η επιθυμία/επιδίωξη στο ντοκιμαντέρ σας;

Εάν δεχτούμε ότι δημιουργικό ντοκιμαντέρ είναι η πραγματικότητα, μια αποτύπωση του κόσμου, είμαστε ήδη σε λάθος μονοπάτι, γιατί απλούστατα αποκλείεται να είναι τέχνη. Η τέχνη ουδέποτε αναπαριστά τον κόσμο. Βασίζεται στην “αλήθεια” αλλά την υποκειμενική αλήθεια του σκηνοθέτη. Δείχνεις προς μια κατεύθυνση, προς κάτι που βλέπεις ώστε, ίσως, ο θεατής να κοιτάξει κι εκείνος προς τα εκεί.

Δήμητρα Κουζή

φωτογραφία: Μάνια Μπενίση

Αξίζει να βλέπουμε πέρα από το οπτικό μας πεδίο, από αυτά που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε ή επιλέγουμε να δούμε, νομίζοντας συχνά ότι αυτό είναι “ο κόσμος”, αφού σήμερα φτάνει σε εμάς ό,τι περνάει από τα φίλτρα που εμείς έχουμε υποδείξει.

Πώς εντοπίσατε τον κύριο Φώτη Ψυχάρη και για ποιους λόγους αποφασίσατε να κινηματογραφήσετε τη δική του περίπτωση;

Τον γνώρισα τον Φεβρουάριο 2017, σε μια προβολή του KinderDocs, που είναι το φεστιβάλ για παιδιά και νέους που διοργανώνω στο Μουσείο Μπενάκη. Ήταν ο μόνος, μπορώ να πω πια στα 5 χρόνια της διοργάνωσης, που άκουσα να μιλάει με τους μαθητές του για τις προσωπογραφίες του Αντώνη Μπενάκη από Έλληνες ζωγράφους στο κλιμακοστάσιο του Μουσείου (το οποίο βρίσκεται στην Πειραιώς 138) που οδηγεί στο αμφιθέατρο.

Φτάνοντας στο ισόγειο μιλούσαν για τον Τρελαντώνη. Αναφερόμαστε σε μαθητές οι περισσότεροι από τους οποίους μιλούσαν πολύ περιορισμένα ελληνικά. Τους επισκέφτηκα στην τάξη και από την πρώτη στιγμή έζησα αυτό που εν μέρει βλέπετε και στην ταινία μου. Άρχισα να πηγαίνω καθημερινά σχολείο, έγινα ένα με την τάξη, “a fly on the wall”.

Με ενδιέφερε ότι οι ερωτήσεις είναι πιο σημαντικές από τις απαντήσεις. Ότι η τέχνη προσφέρει υψηλά κίνητρα στους ανθρώπους για την επίτευξη της προσωπικής τους ανάπτυξης.

Χωρίς, βέβαια, την υποστήριξη που είχα από όλο το σχολείο, δεν θα είχε γίνει τίποτα! Στον Φώτη είδα έναν ατόφιο, δημιουργικό, μορφωμένο άνθρωπο, μια φωτεινή πλευρά του κόσμου. Ο ίδιος είναι αυτό που κάνει, όχι αυτό που λέει. Είναι πρωτοπόρος και ταυτόχρονα σαν να βγήκε από άλλη εποχή, από μερικές γενιές πίσω, από μιαν Ελλάδα πιο προσιτή, πιο αργή, πιο σοφή, πιο φτωχή σε αγαθά αλλά πιο πλούσια, ώριμη, γνώριμη αλλά και μακρινή.

Φώτης ΨυχάρηςΑυτό που με απασχόλησε εξαρχής ήταν η διαχείριση τόσων διαφορετικών ανθρώπων από τόσα διαφορετικά μέρη και κουλτούρες στο κέντρο της Αθήνας. Τι σημαίνει Έλληνας, ελληνικότητα. Το γεγονός ότι κανένα από αυτά τα παιδιά δεν σκοπεύει να παραμείνει στην Ελλάδα, που τη βιώνουν ως χώρα υποδοχής, προσωρινό σταθμό. Η ευρωπαϊκή διάσταση του θέματος του μεταναστευτικού, που θα παραμείνει επίκαιρο, πόσο μάλλον στη μετά-Covid εποχή.

Ο δάσκαλος, ο “δασκαλοφίλος” όπως τον αποκαλεί μία από τις τρεις πιτσιρίκες σε μια από τις τελευταίες σκηνές του ντοκιμαντέρ, στην ταινία τουλάχιστον, δεν κανακεύει πάντα τους μαθητές του. Τους φροντίζει, δεν τους λογοκρίνει και τους οριοθετεί όταν δεν πειθαρχούν στις υποχρεώσεις τους. Φαντάζομαι μιλήσατε για τις παιδαγωγικές μεθόδους με τον κύριο Φώτη Ψυχάρη. Τι πιστεύει;

Καλύτερα να ρωτήσετε τον ίδιο. Αυτό που εγώ μπορώ να σας πω είναι πως η ανάγκη για εργαλεία πέραν του λόγου -που ήταν ανεπαρκής αφού ήδη από τη δεκαετία 1990, με τους πρώτους μετανάστες από την Αλβανία και την πρώην Σοβιετική Ένωση, οι μαθητές του δεν μιλούσαν ελληνικά- έκανε τον Φώτη να αναζητήσει λύσεις σε διαφορετικές παιδαγωγικές μεθόδους, ώστε να φτιάξει, στα 30 χρόνια που διδάσκει εκεί, τη δική του μέθοδο, με συγκερασμό πολλών.

Αυτό που με ενδιέφερε σε όλη τη διαδικασία είναι πιο οικουμενικό και συμβολικό από τη διδακτική και τις μεθόδους της. Με ενδιέφερε πώς η μάθηση γίνεται ευκαιρία για προσωπική ανάπτυξη. Πώς μπορείς να μετατρέψεις τα πάντα σε πηγή για τη δουλειά σου. Ότι οι ερωτήσεις είναι πιο σημαντικές από τις απαντήσεις. Ότι η τέχνη προσφέρει υψηλά κίνητρα στους ανθρώπους για την επίτευξη της προσωπικής τους ανάπτυξης.

Επιπλέον, με ενδιαφέρουν η κοινωνικοποίηση, η ανάπτυξη θετικών προσαρμοστικών συμπεριφορών (στο σχολικό πλαίσιο και στη συνέχεια έξω από αυτό), όπως για παράδειγμα η αυτορρύθμιση, η αξία αυτών που σήμερα ονομάζουμε ανάπτυξη ήπιων δεξιοτήτων.

Η μεταμόρφωση της πραγματικότητας είναι κάτι που συμβαίνει και στη δουλειά που γίνεται στη συγκεκριμένη τάξη. Δεν βλέπω αντίφαση, βλέπω μια διαδικασία που φέρνει αποτέλεσμα.

Στο συγκεκριμένο σχολείο φοιτούν μόνο ξένα παιδιά;

Όχι, το συγκεκριμένο σχολείο είναι ένα κανονικό δημόσιο ελληνικό σχολείο σαν όλα τα άλλα. Λόγω της πληθυσμιακής σύστασης της γειτονιάς, φοιτούν σε αυτό ως επί το πλείστον παιδιά προσφύγων και μεταναστών.

Ποια ήταν η αντίδραση των μαθητών όταν έμαθαν ότι θα γυρίζατε το ντοκιμαντέρ;

Δεν το έμαθαν εκ των υστέρων αλλά ρωτήθηκαν εκ των προτέρων, αφού περάσαμε πολύ χρόνο μαζί. Ήταν και δική τους, συνειδητή απόφαση να συμμετάσχουν και πήραμε βεβαίως άδεια από τους γονείς τους.

Πόσες φορές είπατε “cut” στα γυρίσματα; Οι αντιδράσεις των παιδιών μου φάνηκαν φυσικές, αυθόρμητες. Ισχύει ή με κάποιο τρόπο “στήσατε” αυτόν τον αυθορμητισμό;

Το ντοκιμαντέρ μου είναι ένα ντοκιμαντέρ παρατήρησης, δεν παρεμβαίνω σε αυτά που συμβαίνουν ούτε με ενδιέφερε να “στήσω” τον αυθορμητισμό τους. Οι άνθρωποι επαναλαμβάνουμε διαρκώς ένα σύνολο από συμπεριφορές που ξεκινάνε από τις πεποιθήσεις μας.

Περνώντας αρκετό καιρό στην τάξη μπόρεσα και ξεχώρισα τόσο τους χαρακτήρες όσο και τις αντιδράσεις, τον τρόπο που λειτουργούσαν καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί. Δεν μπορείς να κάνεις μια τέτοια ταινία αν δεν υπάρχει συμμετοχή, συνεργασία, ελευθερία και εμπιστοσύνη.

Η πλατεία Βάθη είναι δύσκολη περιοχή, υποβαθμισμένη, φτωχή, με παραβατικότητα, μετανάστες και ρατσισμό. Η ζωή μέσα στο σχολείο “σας” δεν είχε τίποτε απ’ όλα αυτά. Αντιθέτως, στο ντοκιμαντέρ επικρατεί η εικόνα της αρμονικής συνύπαρξης. Πού οφείλεται αυτή η αντίφαση;

Πιστεύω ότι η ταινία δείχνει πολύ καλά πώς είναι η γειτονιά, όπως πολύ σωστά την περιγράφετε. Από εκεί και πέρα, η μεταμόρφωση της πραγματικότητας είναι κάτι που συμβαίνει και στη δουλειά που γίνεται στη συγκεκριμένη τάξη. Δεν βλέπω αντίφαση, βλέπω μια διαδικασία που φέρνει αποτέλεσμα.

Γιατί το πρώτο πλάνο του “Passage to Europe” δείχνει τους μαθητές την ώρα της πρωινής προσευχής στο σχολείο; Φαντάζομαι δεν ήταν τυχαία η επιλογή του πλάνου.

Αυτός είναι ο τρόπος που ξεκινάει η ημέρα στο ελληνικό σχολείο. Η σκηνή της προσευχής σηματοδοτεί το πλαίσιο στο οποίο διαδραματίζεται η ταινία, το πλαίσιο των μαθητών που θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια.

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στη διάρκεια των γυρισμάτων;

Το πώς θα κινηματογραφούσαμε την γειτονιά, που είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που συμβαίνει στην τάξη, χωρίς να είναι “εικονογράφηση”, ρεπορτάζ. Ένα άλλο θέμα ήταν πώς τα παιδιά, όντας παιδιά, ήταν πάρα πολύ κινητικά. Η κάμερα ήταν διαρκώς στα χέρια ενώ η έλλειψη χώρου και τα δύο επίπεδα στην αίθουσα μας δυσκόλεψαν πολύ στα γυρίσματα, και εμένα και τον διευθυντή φωτογραφίας της ταινίας, Κωνσταντίνο Γεωργούση.

Το γεγονός ότι διαρκώς κάτι συνέβαινε και έπρεπε να παίρνω διαρκώς αποφάσεις ήταν επίσης μια δυσκολία, όπως επίσης ότι ο Φώτης χρησιμοποιεί συχνά μουσική, η οποία όταν εγγραφόταν μαζί με την εικόνα μας δυσκόλευε στο μοντάζ. Ευτυχώς είχα εξαιρετικούς συνεργάτες, τη Nelly Ollivault, με την οποία μοντάραμε το “Καλημέρα κύριε Φώτη”, και την Πηνελόπη Κουβαρά που μοντάραμε από το “Καλημέρα κύριε Φώτη” το”Passage to Europe”.

Ο Αρίφ, ένας μαθητής από το Μπαγκλαντές, απαντάει: “Η Ελλάδα έχει παρελθόν, δεν έχει μέλλον”. Νομίζω ότι το σχόλιο αφήνει χώρο σε όλους εμάς τους θεατές να δούμε τι σημαίνει αυτό για καθένα από μας. Για μένα έχει να κάνει με το θέμα της έλλειψης ενός πλαισίου.

Επίσης τον Μιχάλη Καπούλα που έγραψε τη μουσική για την ταινία, τη Βάλια Τσέρου, που έκανε το μοντάζ του ήχου και τα folleys, και τον Κώστα Βαρυπομπιώτη που έκανε τη μίξη του ήχου.

Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι κανένας μαθητής δεν θέλει να παραμείνει στην Ελλάδα και πώς τη φράση ενός εξ αυτών “η Ελλάδα δεν έχει μέλλον”;

Μετά από μια συζήτηση που έχουν στην τάξη, όπου όλοι ανεξαιρέτως δηλώνουν ότι θέλουν κάποτε να φύγουν από την Ελλάδα, ο Φώτης ρωτάει: “Μα κανείς δεν θέλει να ζει στην Ελλάδα 10 χρόνια μετά;”. Ο Αρίφ, ένας μαθητής από το Μπαγκλαντές, απαντάει: “Η Ελλάδα έχει παρελθόν, δεν έχει μέλλον”. Νομίζω ότι το σχόλιο αφήνει χώρο σε όλους εμάς τους θεατές να δούμε τι σημαίνει αυτό για καθένα από μας. Για μένα έχει να κάνει με το θέμα της έλλειψης ενός πλαισίου.

Όταν οι κάμερες έσβησαν και το ντοκιμαντέρ ολοκληρώθηκε, ποιο συναίσθημα και ποια σκέψη κυριαρχούσαν στην καρδιά και το μυαλό σας;

Η τύχη και η απόφαση -προνομιακή επιλογή- την οποία μας υπέδειξε η πανδημία να μείνουμε και να δουλέψουμε στο Γαλαξίδι (από τέλος Αυγούστου 2020), μας έδωσε τη χαρά μιας, ομολογουμένως ακόμα πιο μοναδικής, παγκόσμιας πρεμιέρας με κοινό για την ταινία μου “Καλημέρα κύριε Φώτη”! Όλοι όσοι ήρθαν στις 25 Οκτωβρίου 2020 εξέφρασαν την επιθυμία για κάτι περισσότερο.

Η ανταπόκριση του κοινού στο Γαλαξίδι, το κείμενο του Μιτ Μητρόπουλου την επόμενη μέρα, καθώς και το review του Δανού Tue Steen Müller, με κινητοποίησαν να δημιουργήσω μια νέα ταινία, τον καιρό του εγκλεισμού. Έτσι από το “Καλημέρα κύριε Φώτη” δημιουργήθηκε το “Passage to Europe”, που στη συνέχεια βραβεύτηκε στο Los Angeles Greek Film Festival με το Special Jury Award και στο San Francisco Greek Film Festival 2021 ως Best Documentary.

Λείπει, έγραφε ο Μιτ, στα 70 λεπτά της αρχικής ταινίας μια πιο προφανής σύνδεση με το προσφυγικό ζήτημα, ιδιαίτερα για τον ξένο, βορειο-ευρωπαίο θεατή, που δεν κάνει όπως εμείς τον συσχετισμό, πλην όμως τον αφορά κι εκείνον το θέμα, αφού σε άλλες χώρες της Ευρώπης θέλουν να βρίσκονται σε δέκα χρόνια όλα τα παιδιά. Ο στόχος μου λοιπόν ήταν να συμπυκνώσω τη δράση και να αναδείξω ακόμη περισσότερο το μεταναστευτικό.

Χωρίς να κάνω καινούργια γυρίσματα, θέλησα επίσης να δώσω στην ταινία ένα ανοιχτό τέλος. Να μη σηκώνει μόνος ο κύριος Φώτης στις πλάτες του το “πρόβλημα”, όταν υποδέχεται κάθε χρόνο και μια καινούργια τάξη από παιδιά πολλαπλών εθνικοτήτων, συχνά με ανύπαρκτα ελληνικά, κάνοντάς μας να εφησυχάζουμε και να τρέφουμε την ψευδαίσθηση ότι όσο υπάρχουν δάσκαλοι, και μάλιστα σαν τον κύριο Φώτη, όλα είναι εντάξει.

Όσο έφτιαχνα το “Passage to Europe” έγιναν πράγματα που μόνο στην πράξη συνειδητοποιείς. Τώρα σκέφτομαι, συνδυάζω, βλέπω αλλιώς, θέλω να ρισκάρω. Έχω τα μάτια μου στραμμένα στο θέμα, που φαινομενικά έχει ατονήσει, αλλά θα επανέλθει δριμύτερο, και λόγω της πανδημίας. Στα μέσα Μαρτίου 2021 ξανάρχισαν οι διαπραγματεύσεις Τουρκίας-Γερμανίας, με την πρώτη να ζητάει ανταλλάγματα για να συνεχίσει να κρατάει τους πρόσφυγες εκτός ΕΕ.

Νιώθω χαρά που κάναμε μαζί με τον Φώτη αυτό το ταξίδι στον χρόνο και τον χώρο, που κρατήσαμε αυτή τη στιγμή δύο φορές. Είναι ένα ημερολόγιο. Μας παρακινεί να στρέψουμε το βλέμμα σε μια ιστορία που μας αφορά όλους στην Ευρώπη. Στο σχολείο τελειώνει η μία χρονιά και αρχίζει η επόμενη. Δεν είναι όμως ένας κύκλος που κλείνει όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Πρόθεσή μου ήταν να μείνει ένας κύκλος ανοιχτός, να δίνει στους θεατές έναυσμα για δικές του ερμηνείες, συνέχειες, σκέψη και δράση.

  • Η ταινία “Passage to Europe” θα προβληθεί στην Αγορά του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (24/6-1/7), στις 30/6 στις 18.30 στο Λιμάνι. Στο πλαίσιο του φεστιβάλ θα γίνει μια παρουσίαση για το δεύτερο μοντάζ τον καιρό της πανδημίας.
  • Η Δήμητρα Κουζή είναι δημοσιογράφος και σκηνοθέτης/παραγωγός.

Διαβάστε περισσότερες συνεντεύξεις στην αθηΝΕΑ:

Η Καλλονή: Συνέντευξη με την Κατερίνα Μπέη

ARTHENS: Tailor Made Ξεναγήσεις στην Τέχνη

Μαρίτα Αλημίση: Ελπίζω οι Στίχοι Μου Να Ωριμάσουν, Όχι Να Κουραστούν

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
-
-

Η Κυβέλη Χατζηζήση σπούδασε δημοσιογραφία και εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας (Έθνος, Βήμα, Marie Claire), στο Mega και το ΑΠΕ-ΜΠΕ. Ασχολήθηκε με το καλλιτεχνικό, το κοινωνικό και το διεθνές ρεπορτάζ, καθώς και την κοινωνική επιχειρηματικότητα. Μετά από τριάντα χρόνια στο χώρο, ξαναρχίζει να σπουδάζει (Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο) και να ενδιαφέρεται, όπως πάντα, να εντοπίζει ιστορίες άξιες να ειπωθούν.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER