Τα Σχολεία Πρέπει να Ξεκινούν Αργότερα στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, Αλλά Όχι στο Δημοτικό

Αυτές τις μέρες συζητείται αρκετά το τι ώρα πρέπει να ξεκινούν το πρωί τα σχολικά μαθήματα, συχνά όμως χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα επιστημονικά ευρήματα – και αυτά είναι πολλά! Συγκεκριμένα, πάνω από τέσσερις δεκαετίες ερευνών έχουν δείξει ότι ο επαρκής ύπνος, αλλά και η τήρηση ενός προγράμματος ύπνου που είναι σε συμφωνία με τους κιρκάδιους ρυθμούς του ατόμου, είναι ένα πολύ σημαντικό συστατικό της φυσιολογικής ανάπτυξης, όπως και της καλής ακαδημαϊκής επίδοσης.

Γιατί Ωφελούνται οι Έφηβοι Αλλά Όχι τα Παιδιά Δημοτικού από μία Καθυστέρηση στην Έναρξη των Μαθημάτων;

Το  κιρκάδιο (ή αλλιώς βιολογικό) ρολόι, επιτρέπει στον οργανισμό μας τη χρονική οργάνωση σημαντικών σωματικών λειτουργιών, όπως είναι η λήψη τροφής, η αναπαραγωγή και ο ύπνος. Αυτές οι λειτουργίες οργανώνονται σε χρονικές περιόδους διάρκειας περίπου 24 ωρών. Το βιολογικό μας ρολόι έχει τη βάση του σ’ ένα μικρό πυρήνα στον εγκέφαλό μας, ο οποίος ονομάζεται υπερχιασματικός πυρήνας και είναι ευαίσθητος στις αλλαγές του φωτός. Μία επίσης σημαντική παράμετρος του κιρκάδιου ρυθμού είναι η έκκριση ορμονών, όπως η μελατονίνη. Τα επίπεδα της ορμόνης αυτής είναι πολύ χαμηλά κατά τη διάρκεια της ημέρας, όμως ανεβαίνουν το βράδυ, όταν περίπου έρχεται η ώρα να κοιμηθεί κανείς, και παραμένουν σταθερά κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Κατά τη δεύτερη δεκαετία της ζωής του ατόμου οι ομοιοστατικοί και κιρκάδιοι ρυθμοί που ρυθμίζουν τον ύπνο αλλάζουν, με αποτέλεσμα το άτομο να κοιμάται, αλλά και να ξυπνάει αργότερα. Κάτι τέτοιο έχει μάλιστα διαπιστωθεί όχι μόνο στον άνθρωπο, αλλά και σε άλλα θηλαστικά. Κατά συνέπεια, όταν τα σχολικά μαθήματα των εφήβων ξεκινούν νωρίς, τότε αυτή η πρωινή δραστηριότητα έρχεται σε αντίθεση με τη φυσιολογική αναπτυξιακή φάση του κιρκάδιου ρυθμού. Ως αποτέλεσμα, οι έφηβοι δεν απολαμβάνουν επαρκή ύπνο – ακόμα και αν πέσουν στο κρεβάτι πιο νωρίς, δυσκολεύονται να κοιμηθούν.

Οι Συνέπειες της Έλλειψης του Ύπνου

Η έλλειψη επαρκούς ύπνου κατά τη διάρκεια της εφηβείας φαίνεται να συμβάλλει σε μία σειρά από γνωστικά και συμπεριφορικά προβλήματα, τα οποία επηρεάζουν αρνητικά την ακαδημαϊκή επίδοση.

Για παράδειγμα, οι έφηβοι οι οποίοι αντιμετωπίζουν έλλειψη ύπνου έχουν χαμηλότερη επίδοση. Ειδικά στα πρωινά μαθήματα, κάνουν περισσότερες απουσίες και έχουν στερημένη προσέλευση. Επιπλέον, οι έφηβοι που δεν λαμβάνουν επαρκή ύπνο έχουν επίσης περισσότερες πιθανότητες να έχουν μικρότερη ευχαρίστηση από το σχολείο, μειωμένης ποιότητας διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά και να παρουσιάσουν κατάθλιψη, άγχος  και διαταραχές προσοχής σε σχέση με τους εφήβους οι οποίοι λαμβάνουν επαρκή ύπνο.
Οι έφηβοι δεν απολαμβάνουν επαρκή ύπνο – ακόμα και αν πέσουν στο κρεβάτι πιο νωρίς, δυσκολεύονται να κοιμηθούν.

Άλλα προβλήματα που συνδέονται με την έλλειψη του ύπνου αφορούν την καρδιαγγειακή λειτουργία, μεταβολές σε ορμόνες που σχετίζονται με το αίσθημα του κορεσμού, όπως είναι η λεπτίνη, ανωμαλίες στο μεταβολισμόπαχυσαρκία και διαβήτη τύπου 2.  Ο μη επαρκής ύπνος επίσης συνδέεται με πολλές συμπεριφορές υψηλού κινδύνου, όπως η απουσία σωματικής δραστηριότητας, ο αυτοκτονικός ιδεασμός, η κατάχρηση ουσιών, αλλά και με τροχαία ατυχήματα που συνδέονται με την υπνηλία κατά τη διάρκεια της οδήγησης και με τραυματισμούς κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων.

Ερευνητικά Δεδομένα Σχετικά με Αλλαγή της Ώρας Έναρξης του Σχολείου

Για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της έλλειψης ύπνου στους εφήβους, πολλά σχολεία στο εξωτερικό τα τελευταία 15 χρόνια έχουν αλλάξει την ώρα έναρξης των μαθημάτων, έτσι ώστε να ξεκινούν αργότερα και να βρίσκονται σε συμφωνία με τους κιρκάδιους ρυθμούς των εφήβων.

Έχουμε στη διάθεσή μας, λοιπόν, πολλές μελέτες οι οποίες παρατήρησαν ότι οι έφηβοι που ξεκινούν αργότερα τα μαθήματα παρουσιάζουν καλύτερη ακαδημαϊκή επίδοση, λιγότερη υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, καλύτερη ποιότητα ύπνου, αυξημένη προσοχή και συγκέντρωση μέσα στην τάξη και λιγότερα τροχαία ατυχήματα εκτός αυτής.

Αυτές οι μελέτες συνήθως συγκρίνουν ένα σχολείο κάποιας περιοχής με κάποιο άλλο σχολείο της ίδιας περιοχής το οποίο ξεκινάει πιο αργά τα μαθήματα. Κατά συνέπεια, τα ευρήματα των μελετών αυτών θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή, καθώς δεν συγκρίνουν τα ίδια άτομα πριν και μετά την αλλαγή της ώρας, αλλά συγκρίνουν συνολικά μαθητές σε διαφορετικά σχολεία. Δεν μπορεί λοιπόν κανείς να είναι βέβαιος ότι οι διαφορές που παρατηρούν οφείλονται αποκλειστικά στην καθυστερημένη ώρα έναρξης των μαθημάτων  και όχι σε άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα στο συνολικό τρόπο λειτουργίας των σχολείων.

Μόλις πέρσι, όμως, δημοσιεύτηκε μία συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας που επικεντρώθηκε σε μελέτες υψηλής μεθοδολογικής ποιότητας. Οι  μελέτες αυτές είτε είχαν μελετήσει την επίδραση της αλλαγής ώρας έναρξης των μαθημάτων στα ίδια άτομα (για παράδειγμα πριν και μετά την αλλαγή), είτε συνέκριναν άτομα για τα οποία άλλαξε η ώρα έναρξης των μαθημάτων με άτομα με τα ίδια χαρακτηριστικά, για τα οποία όμως δεν είχε αλλάξει η ώρα έναρξης (ομάδα ελέγχου). Μόλις 6 μελέτες φάνηκε να ικανοποιούν αυτά τα κριτήρια.

Στις μελέτες αυτές, η ώρα έναρξης των μαθημάτων καθυστερούσε από 25 έως 60 λεπτά και αντίστοιχα ο συνολικός χρόνος ύπνου αυξήθηκε από 25 έως 75 λεπτά κατά τη διάρκεια της σχολικής εβδομάδας. Ένα σημαντικό εύρημα ήταν ότι, ενώ η ώρα του ξυπνήματος  των εφήβων ήταν καθυστερημένη μετά την αλλαγή της ώρας έναρξης μαθημάτων, η ώρα κατάκλισης είτε δεν είχε διαφορά  είτε η κατάκλιση γινόταν νωρίτερα. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα ότι οι μαθητές απλά θα κοιμούνται αργότερα εάν ξεκινάει αργότερα και το σχολείο δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από την επιστημονική βιβλιογραφία. Συνολικά, τα ευρήματα φαίνεται να συμφωνούν στο ότι η καθυστέρηση στην ώρα έναρξης των μαθημάτων οδηγεί σε μείωση της υπνηλίας, των αισθημάτων κατάθλιψης, της χρήση καφεΐνης και της καθυστερημένης προσέλευσης.

Τι Πρέπει να Γίνει; 

Τα επιστημονικά ευρήματα, αν και περιορισμένα σε αριθμό, υποστηρίζουν την καθυστέρηση της ώρας έναρξης των σχολικών μαθημάτων για τους εφήβους, αλλά όχι για το δημοτικό. Πρόσφατα, μάλιστα, η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής πρότεινε η ώρα έναρξης των μαθημάτων να είναι 8:30 π.μ. ή και αργότερα συγκεκριμένα στα γυμνάσια και τα λύκεια. Η διαμόρφωση της πολιτικής χρόνου έναρξης των μαθημάτων οφείλει φυσικά να λάβει υπόψη και άλλους παράγοντες, όπως το χρόνο έναρξης της εργασίας των γονέων. Όσον αφορά τα ερευνητικά δεδομένα, όμως, εκεί ξέρουμε πια την απάντηση – και ήρθε η “ώρα” να τα λάβουμε σοβαρά υπόψη στο δημόσιο διάλογο.

Αρθρογράφος

Η Μαριέττα Παπαδάτου-Παστού είναι Διδάκτωρ Νευροψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και είναι Λέκτορας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Σχολιασμός

Σχολιασμός