“The First Man”: Το Ιδανικό Πάντρεμα Διαστημικής Εξερεύνησης, Βιογραφίας και Δράματος

Πρεμιέρα έκανε την προηγούμενη Πέμπτη στις ελληνικές αίθουσες η 4η κατά σειρά ταινία του ταλαντούχου 33χρονου σκηνοθέτη του La La Land, Damien Chazelle, The First Man.

Η ταινία ομολογουμένως δεν σημειώνει εισπρακτική επιτυχία, τόσο στην Αμερική -παρά το γεγονός ότι ο Neil Armstrong, ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε στο φεγγάρι, θεωρείται εκεί εθνικός ήρωας- όσο και παγκοσμίως. Κι αυτό γιατί είχε την ατυχία να βγει στις αίθουσες την ίδια περίοδο με τα Halloween, Venom και A Star is Born, ταινίες ευρύτερης κατανάλωσης, οι οποίες όμως σκίζουν σε εισιτήρια. Δώσε θέαμα στον λαό γαρ… Θέαμα το οποίο οι θεατές που πήγαν προδιατεθειμένοι να παρακολουθήσουν μια space opera δεν είδαν στο The First Man.

Αν περιμένετε, λοιπόν, κάτι που να σας θυμίζει το Gravity του Alfonso Cuaron ή το φουτουριστικό Interstellar διά χειρός Christopher Nolan ή, ακόμα, τα πιο πρόσφατα Arrival του Denis Villeneuve και Life του Daniel Espinosa, μάλλον θα απογοητευτείτε. Αν προσπεράσετε, όμως, τις όποιες προσδοκίες και πάτε με ανοιχτή καρδιά και μυαλό στο σινεμά, σίγουρα θα ανταμειφθείτε με μια σπουδαία ταινία.

Υπάρχει, πάντως, ένα κοινό σημείο ανάμεσα στο The First Man και τις τρεις πρώτες προαναφερθείσες ταινίες (Gravity/Interstellar/Arrival). Όλες τους θέλησαν να διηγηθούν τη δική τους ιστορία γύρω από την ανθρώπινη απώλεια, αλλά και τη δύναμη που ο ίδιος ο πόνος συχνά δίνει στον κεντρικό ήρωα, βοηθώντας τον όχι μόνο να υπερνικήσει τα εμπόδια, αλλά στο τέλος να θριαμβεύσει κιόλας.

Αυτό που κάνει τη διαφορά, όμως, στο The First Man, είναι ότι εδώ έχουμε το ιδανικό πάντρεμα διαστημικής εξερεύνησης-βιογραφίας και (μελο)δράματος, αλλά και την αρμονική συνύπαρξη ποιοτικού και εμπορικού σινεμά.

Εδώ ο Ryan Gosling, πειστικότατος ως ψυχρός και βαθιά πληγωμένος Neil Armstrong, αντιμετωπίζει το παράτολμο και αδιανόητο ως τότε εγχείρημα του να πατήσει στη Σελήνη, ως τη διέξοδο προς τη λύτρωση από τον ανείπωτο πόνο που νιώθει και αδυνατεί να διαχειριστεί, εξαιτίας της απώλειας της 2χρονης κόρης του.

Για εκείνον, η δουλειά του είναι πλέον συνώνυμη της θλίψης του. Και όσο πιο πολύ αφοσιώνεται στην πρώτη, τόσο περισσότερο βυθίζεται στη δεύτερη. Αυτό, με κάποιον τρόπο, αποτελεί για τον ίδιο και ένα είδος κάθαρσης και πατρικής συνέπειας απέναντι στο αδικοχαμένο του παιδί.

Έτσι, λοιπόν, αφού δεν κατάφερε να σώσει την κόρη του, αποκόβεται σταδιακά από την οικογένειά του και ατενίζει με πίκρα, αλλά και λαχτάρα διαφυγής, το φεγγάρι, σαν να αναζητά εκεί τον Θεό και την ελπίδα στους μοναχικούς περιπάτους του βρίσκοντας έναν νέο στόχο: να τα καταφέρει αυτή τη φορά “no matter what”.

Σε ό,τι αφορά στην απεικόνιση του διαστήματος και την πνευματική μεταφορά του θεατή εκεί, αυτή η ταινία του Chazel είναι μακράν η πιο πειστική και ρεαλιστική. Κι αυτό γιατί η ιστορία μάς παρουσιάζεται με μαεστρία μέσα από τα μάτια του ίδιου του αστροναύτη.

Εξαιρετικά καλοφτιαγμένες και αγχωτικές -παρότι όλοι γνωρίζουν την έκβαση, κι εδώ είναι και το κερδισμένο στοίχημα για τον Chazel- οι σκηνές εντός του διαστημοπλοίου, συγκλονιστική η απεικόνιση της Σελήνης και η σκηνή όπου ο Armstrong επιτελεί τον σκοπό του συγκινημένος και αφήνει το βραχιολάκι της κόρης του, γεμάτες ένταση και μελαγχολία οι σκηνές με την οικογένεια και τους συναδέλφους του, με τα υπό διάλυση αεροσκάφη (σε αντίθεση με την πολυτέλεια που θα περίμενε κανείς) να παραπέμπουν εξαρχής στην εύθραυστη ψυχολογία του πρωταγωνιστή.

Ο Chazel βάζει και στο The First Man την υπογραφή του και καταφέρνει να μας δείξει ακόμα μία φορά πόσο σπουδαίος σκηνοθέτης είναι, παραδίδοντάς μια ταινία φροντισμένη στη λεπτομέρεια. Το γεγονός μάλιστα ότι ο Spielberg εκτίει εδώ χρέη executive producer αποδεικνύει περίτρανα ότι η κινηματογραφική κοινότητα έχει αγκαλιάσει το ταλέντο του.

Σε αντίθεση βέβαια με το La La Land, ένα ρυθμικό μιούζικαλ, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα στιβαρό, ατμοσφαιρικό, αργό στο χτίσιμό του (ενδεχομένως αυτό κάποιους να τους κουράσει), βαρύ, μουντό (χαρακτηριστική η απουσία φωτός σε όλη την ταινία) δράμα χαμηλών τόνων, που όμως καταφέρνει να είναι μεστό και ουσιώδες, χωρίς να υποκύπτει στο πομπώδες της θεματικής του.

Κι αυτό, γιατί επί της ουσίας πρόκειται για μια ταινία όπου η βιογραφία λειτουργεί προσχηματικά. Το Τhe First Man έχει στο επίκεντρό του την απώλεια ενός πονεμένου ανθρώπου και τον προσωπικό θρίαμβο – ο Chazel καταστρατηγεί το στερεότυπο της εθνικής επιτυχίας, μη δείχνοντάς μας την τοποθέτηση της αμερικανικής σημαίας στη Σελήνη.

Τέλος, δεν θα γινόταν να μη μνημονεύσουμε και τη στιβαρή, γεμάτη εσωτερική ένταση ερμηνεία της Claire Foy, η οποία σίγουρα βαδίζει ολοταχώς για την κατάκτηση του β’ γυναικείου στα φετινά Όσκαρ, αλλά και τη μουσική επένδυση της ταινίας, όπου για άλλη μια φορά ο μόνιμος συνεργάτης του Chazel, Justin Hurwitz, κάνει εξαιρετική δουλειά, με τη μουσική να λειτουργεί συμπληρωματικά, αναδεικνύοντας τις σημαντικές σκηνές, χωρίς να τις επισκιάζει.

Αρθρογράφος

Απόφοιτη του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ. Έχει εργαστεί στην τηλεόραση, σε εφημερίδες και στον ηλεκτρονικό Τύπο, ωστόσο η δημοσιογραφική της καρδιά ανήκει στο ραδιόφωνο και τα περιοδικά.

Σχολιασμός

Σχολιασμός