Τo Σινεμά και η Μουσική στο Ντιβάνι της Ψυχανάλυσης

Έχετε δει κάποια από τις ταινίες του Quentin Tarantino ή έχετε ακούσει γι’ αυτές; Πιθανότατα να έχετε μάθει ή να έχετε επιβεβαιώσει το βίαιο περιεχόμενο που έχουν κάποιες, σουρεαλιστικά ωμές και σοκαριστικές σκηνές στα έργα του. Πιθανότατα επίσης να έχετε προβεί σε αντίστοιχους χαρακτηρισμούς για τον ίδιο τον Tarantino, σαν ένα άνθρωπο ιδιαίτερα βίαιο, ή κάποιον που θα ήθελε να είναι βίαιος και καταπιέζεται. Πιθανότατα επίσης, όποιος είδε την τελευταία του ταινία, “Once Upon a Time in Hollywood” να έκανε τη διαπίστωση ότι όσα παρουσιάστηκαν στην ταινία (τα οποία ήταν προϊόν μυθοπλασίας) να ήταν η εκδοχή της πραγματικότητας που ο Tarantino ήθελε” να είχε συμβεί.

Γιατί όμως αποδίδουμε κίνητρα και χαρακτηριστικά προσωπικότητας στον άνθρωπο πίσω από το σενάριο και τη σκηνοθεσία; Πώς ακριβώς σχετίζεται η φαντασία ενός καλλιτέχνη για το πώς θέλει να απεικονίσει και αναπαραστήσει κάτι, με τα κίνητρα και τις επιθυμίες του, με  αυτό που θέλει να είναι, ή ακόμα και με αυτό που όντως να είναι;

Όπως ανέφερε και σαν ατάκα μέσα στην ταινία του “The House That Jack Built” ο Lans von Trier (η φιλμογραφία του οποίου περιλαμβάνει κατεξοχήν θέματα σχετικά με τη σεξουαλικότητα, τη λίμπιντο και την επιθετικότητα): “ορισμένες από τις θηριωδίες που διαπράττουμε στη μυθοπλασία μας αποτελούν τις εσωτερικές επιθυμίες που δεν μπορούμε να διαπράξουμε στον ελεγχόμενο πολιτισμό μας”.

Στην τέχνη λοιπόν, η απουσία της λογοκρισίας των απωθημένων και μη ολοκληρωμένων επιθυμιών μας, μας επιτρέπει να μετουσιώνουμε και κατά κάποιο τρόπο να πραγματοποιούμε ελεύθερα τις φαντασιώσεις μας και τα “όνειρά μας”.

Αντιστρόφως φυσικά, και οι μη θηριωδίες θα μπορούσαν να αποτελούν το ίδιο. Πολύ συχνά πάντως ακούμε για σκηνοθέτες, συγγραφείς ή ηθοποιούς να λένε ότι ταυτίζονται με ένα ρόλο, και φυσικά ο θεατής το ίδιο, ενώ δε θα διστάσουμε να συμπεράνουμε ότι ο J.M. Barrie είναι ο “Peter Pan”, ή ότι ο Antoine de Saint-Exupery αναζητά o ίδιος να βρει το “Μικρό Πρίγκιπα”. Τα παραπάνω αναφέρονται σε έναν από τους μηχανισμούς άμυνας που περιέγραψε ο Sigmund Freud και η οποία ονομάζεται μετουσίωση (sublimation).

Ο Freud εισήγαγε τον όρο μετουσίωση προσπαθώντας να αναλύσει ένα μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπως είναι η τέχνη, η πνευματική αναζήτηση και γενικότερα συμπεριφορές και δραστηριότητες με κοινωνική αναγνώριση (βλ. περισσότερα στο: Αναγνωστόπουλος & Ποταμιάνος, 2012, Προσωπικότητα: Θεωρίες Κλινική Πρακτική και Έρευνα).

Ο ίδιος θεωρούσε ότι η πεμπτουσία του πολιτισμού αφορά στην ικανότητα του ατόμου να μετουσιώνει τις σεξουαλικές και επιθετικές του ενορμήσεις (βλ. Freud, S. 2015, Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας), ενώ με τον όρο μετουσίωση αναφέρθηκε στην κατάσταση εκείνη όπου το άτομο αντιμετωπίζει τη συναισθηματική σύγκρουση ή εσωτερικούς ή εξωτερικούς στρεσογόνους παράγοντες, διοχετεύοντας δυνητικά δυσπροσαρμοστικά συναισθήματα ή ενορμήσεις σε κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές.

Για παράδειγμα, μπορεί η έκφραση της επιθετικότητας και της βίας σε πολλά πλαίσια να επιφέρει ποινές, ωστόσο αν κάποιος είναι αθλητής σε μια πολεμική τέχνη, όχι μόνο δεν τιμωρείται γι’ αυτό, αλλά αναγνωρίζεται κοινωνικά. Αντίστοιχα, ένας ηθοποιός ενδεχομένως να μετουσιώνει την επιθυμία του για επίδειξη και έκθεση.

Από τη σκοπιά του ρεύματος του συμπεριφορισμού, η μετουσίωση και οι μηχανισμοί άμυνας ερμηνεύονται σαν “συμβιβαστικές λύσεις” που πηγάζουν από τη μακροπρόθεσμη αλληλεπίδραση της συμπεριφοράς του ατόμου με στοιχεία του περιβάλλοντος, όπου μια μορφή δράσης (η οποία παρήγαγε ενισχυτικά ερεθίσματα στο παρελθόν) έχει τιμωρηθεί σε κάποιες συνθήκες, αλλά δεν τιμωρείται σε άλλες.

Συμβιβαστικές, γιατί συνήθως δεν παράγουν ολοκληρωμένα το ενισχυτικό ερέθισμα, ούτε και τερματίζουν ολοκληρωμένα το ανεπιθύμητο (αρνητικά ενισχυτικό) ερέθισμα.  Για παράδειγμα, στον μηχανισμό άμυνας που ονομάζεται άρνηση (denial), το άτομο αντιμετωπίζει τη συναισθηματική σύγκρουση ή εσωτερικούς και εξωτερικούς στρεσογόνους παράγοντες, αρνούμενο να αναγνωρίσει κάποια επώδυνη πλευρά της πραγματικότητας, η οποία ωστόσο είναι εμφανής στους άλλους.

Με αυτό τον τρόπο, ναι μεν δεν βιώνει εξ ολοκλήρου τις αρνητικές συνέπειες που θέλει να τερματίσει, αλλά από την άλλη δεν βιώνει και (εκ των πραγμάτων) τα θετικά αποτελέσματα που θα επιθυμούσε. Ας σκεφτούμε (λίγο πιο σουρεαλιστικά φυσικά) τις ταινίες: “The Sixth Sense” ή το “The Others”, ή επίσης το “The Orphanage”, όπου βλέπουμε τους πρωταγωνιστές να αρνούνται και να παραβλέπουν ακόμα και το θάνατο. Αλλά βέβαια, το ίδιο το γεγονός ότι δεν είναι ζωντανοί, δεν τους επιτρέπει να επιμείνουν να παρίστανται φυσικά και υποστασιακά στην παλιά τους καθημερινότητα.

Στην τέχνη λοιπόν, η απουσία της λογοκρισίας των απωθημένων και μη ολοκληρωμένων επιθυμιών μας, μας επιτρέπει να μετουσιώνουμε και κατά κάποιο τρόπο να πραγματοποιούμε ελεύθερα τις φαντασιώσεις μας και τα “όνειρά μας”. Τα όνειρα (η βασιλική οδός προς το ασυνείδητο κατά Freud), απασχόλησαν ιδιαίτερα τον Freud, καθώς και εκεί λαμβάνουν χώρα ασυνείδητες ψυχικές διεργασίες, αποτελούμενες ίσως από τις απωθημένες, ασυνείδητες και κρυφές επιθυμίες (άλλωστε το είπαν και οι Romantics με το “Talking in Your Sleep”), αλλά και φόβους μας στο Αυτό.

Το Αυτό (Id), έννοια που εισήγαγε ο ίδιος, αποτελεί τον κυριότερο χώρο στον οποίο συγκεντρώνονται τα αποθέματα της ψυχικής ενέργειας με σκοπό την προσπάθεια ικανοποίησης των ενστικτωδών ενορμήσεων που υπόκεινται στην αρχή της ευχαρίστησης. Έρχεται σε σύγκρουση με το Υπερεγώ (Superego), το οποίο είναι ο φορέας του ιδανικού Εγώ (Ego), το οποίο και ωθεί σε μια διαδικασία διαρκούς τελειοποίησης, επιβάλλοντας απαγορεύσεις.

Αστεϊσμός ίσως για το superego, αλλά μια αναφορά στους superheroes και ειδικά στον Batman, εξυπηρετεί την αποτύπωση αυτής της σύγκρουσης, αφού είναι ένας χαρακτήρας που ο φόβος του για το σκοτάδι και τις νυχτερίδες (που μετατοπίζεται στο σκότος-αδικία και το έγκλημα) γίνεται η νέα του ταυτότητα, η οποία τον υπερκαλύπτει και παραστατικά θάβει (μέσα από τη στολή) το Υπερεγώ που τον θέλει να είναι ένας θνητός.

Πολύ συχνά βλέπουμε παραδείγματα που αναπαριστούν τις διαπιστώσεις του Freud. Ας αναλογιστούμε την ταινία “It”, που αναπαριστά ακριβώς την ενσάρκωση ενός τρομαχτικού και ανατριχιαστικού clown. Η επιλογή του clown γίνεται φυσικά, γιατί το Αυτό και τα τραύματα-συμπλέγματα συγκροτούνται με βάση τα βιώματα της παιδικής μας ηλικίας και τα ανάλογα ψυχοσεξουαλικά στάδια ανάπτυξης.

Επί της ουσίας, το Αυτό στο έργο του Stephen King, είναι η ενσάρκωση των πιο εσωτερικευμένων φόβων μας. Γενικότερα, ταινίες τρόμου χρησιμοποιούν αναφορές σε ψυχαναλυτικά στοιχεία. Σαφές παράδειγμα, η σειρά ταινιών “A Nightmare on Elm Street”, όπου αντίστοιχα ένας τρομακτικός και τερατόμορφος αντιήρωας στοιχειώνει τους πρωταγωνιστές των ταινιών, δημιουργώντας ζωντανούς εφιάλτες.

Άλλωστε, τα όνειρα, όπως πολύ εύστοχα περιέγραψαν και οι Eurythmics στο “Sweet Dreams” (1983) φτιάχνονται από αυτό που ο καθένας επιθυμεί και φοβάται (“everybody is looking for something”), όπου κάποιος μπορεί να ασκήσει βία ή να του ασκηθεί. “Some of them want to use you, some of them want to get used by you, some of them want to abuse you, some of them want to be abused.”

Αντίστοιχα, στην τελευταία ταινία του Stanley Kubrick “Eyes Wide Shut”, εκφράζονται έντονα οι φροϋδικές απόψεις για τη δύναμη της σεξουαλικότητας, της επιθετικότητας, του Αυτό και του Υπερεγώ, των ονείρων και των συγκρούσεων. Αυτό φαίνεται με πολλά μοτίβα, και με κύριο σχόλιο τη σύγκρουση μιας ανιαρής καθημερινότητας ενός ζεύγους, που ναι μεν έχουν status και κύρος, το οποίο αναπαρίσταται με το γεγονός ότι αποτελούν ένα ζεύγος με πλούσιο σε οικονομικό, πολιτισμικό, κοινωνικό και φυσικό κεφάλαιο (Υπερεγώ), αλλά αυτό δεν είναι ικανό να σταματήσει, ούτε και να αντικαταστήσει την δύναμη του Αυτό και της σεξουαλικής ενόρμησης που περιλαμβάνεται στα όνειρα σεξουαλικού περιεχομένου.

Η προσπάθεια του πρωταγωνιστή να αντιπαραβάλει στις φαντασιώσεις της συζύγου του, βαίνοντας σε πραγματικές σεξουαλικές εμπειρίες, μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι το Αυτό και οι ασυνείδητες ενορμήσεις έχουν πολύ ισχυρό αντίκτυπο. Αλλά και επίσης, δεύτερο σχόλιο, ότι είναι ίσως πολύ δύσκολή η προσπάθεια να ελεγχθεί και να καταπιεστεί το Αυτό, κάτι που προβάλλει και η ταινία “Inception”.

Άλλωστε, μια τέτοια προσπάθεια τέλειας απόρριψης των φόβων και των επιθυμιών μας, ενδεχομένως να μην είχε και τα καλύτερα αποτελέσματα για εμάς (εδώ φυσικά εισάγεται και ο ρόλος του ψυχοθεραπευτή με συγκεκριμένο και συστηματικό τρόπο). Όπως είπαν και οι Pink Floyd… “the child is grown, the dream is gone, I have become a comfortably numb”…

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
-
-

Ο Μίνως Ντίνας γεννήθηκε στο Μπρίστολ το 1995 και μεγάλωσε στη Λάρισα. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου και συνεχίζει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο ΠΜΣ "Ψυχολογία", με ειδίκευση "Εφαρμοσμένη Γνωστική και Αναπτυξιακή Ψυχολογία". H ενασχόληση με τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και τη μουσική αποτελούν τα βασικά ενδιαφέροντά του.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER