Βόλτες Στην Πλάκα Που Μυρίζουν Γιασεμί

Μετά τις “βόλτες” μας στο Άλσος Συγγρού και το Λυκαβηττό, σας καλώ σε μια βόλτα στην πλέον γνωστή και αγαπημένη συνοικία της Αθήνας, την Πλάκα!

Μαύρες Πέτρες, Άσπρη Πλάκα

Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί στο 1841, ο Hans Christian Andersen, ο μεγάλος παραμυθάς, αναφερόμενος στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Πλάκα, στο έργο του “Οδοιπορικό στην Ελλάδα”, αποφάσισε να πει μια αληθινή ιστορία κι όχι ένα παραμύθι για το μέρος αυτό. Και κάπως έτσι αναφέρθηκε στις οικογένειες έγχρωμων που ζούσανε χωμένοι μέσα στις “Μαύρες Πέτρες” τους, όπως λεγόταν η περιοχή – “δούλοι από τον καιρό της Τουρκοκρατίας”.

Οι μαύρες πέτρες δεν ήταν τίποτα άλλο παρά τα χαμηλά σπίτια των ανθρώπων αυτών, ακουμπισμένα στην καρδιά της Πλάκας. Ο καιρός περνούσε, μέχρι που κάποτε ενδιαφέρθηκαν για το μέρος εκείνο οι Γεώργιος Δαμίγος και ο Μάρκος Σιγάλας, οι δυο νησιώτες μάστορες που αναγνώρισαν με την πρώτη κιόλας ματιά την ομορφιά του. Λέγεται πάντως, ότι η σημερινή ονομασία της Πλάκας, με κέντρο τη διασταύρωση των οδών Θέσπιδος, Αδριανού και Τριπόδων, προέρχεται από τη μεγάλη άσπρη πλάκα που υπήρχε εκεί και εν τέλει έδωσε σε ολόκληρη τη συνοικία το όνομά της.

Τα Ανώνυμα Σπίτια

Δύο αυθαίρετα σπίτια λοιπόν, με τον Όθωνα τότε στην εξουσία να κάνει τα στραβά μάτια, και ο τόπος άνθισε σαν κήπος! Ήταν να μη γίνει η αρχή. Σύντομα ακολούθησαν το παράδειγμα των δυο μαστόρων κι άλλοι συντοπίτες. Με εκείνα και με τούτα, έφτασαν τα σπιτάκια των Αναφιώτικων να μετρώνται σε σαράντα πέντε σήμερα. Αν, τώρα, θελήσει κανείς να στείλει ένα γράμμα και ψάξει για την οδό, όπως άλλωστε συνηθίζεται, καλύτερα ας μην μπει στον κόπο. Οδοί δεν υπάρχουν σε αυτό το μέρος, παρά μονάχα αριθμοί έξω από τα σπιτάκια τους και τίποτε άλλο.

Ναι, εδώ, υπάρχουν ακόμη κάποιοι που διαβάζουν εφημερίδα και λερώνουν τα χέρια τους με αυτήν. Κι ίσως να είναι και το μοναδικό σημείο, όπου κανείς δεν νοιάζεται αν θα πρέπει να περιμένει να αδειάσει κανένα σκαλάκι για να καθίσει. Βλέπεις, η αναμονή αυτή φαίνεται να έχει τη γλύκα της πορτοκαλόπιτας.

Κοντολογίς, οι δρόμοι της περιοχής μεταξύ της οδού Στράτωνος και του βράχου της Ακρόπολης εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να κρατούν την ανωνυμία τους, κυκλοφορώντας στην Αθήνα ινκόγκνιτο. Καμία άλλη γειτονιά στην πόλη δεν έχει αυτό το προνόμιο κι ίσως κάποιες να τη ζηλεύουν και λίγο. Μα η Πλάκα έχει έτοιμη τη δικαιολογία της από τον καιρό του Αντώνη Τρίτση, αφού με τον νόμο που φρόντισε να θεσπίσει εκείνος, δεν θεωρείται συνοικία “κατοικήσιμη”, μα περιοχή διατηρητέων μνημείων.

Πόσο ρομαντικό στα αλήθεια θα είναι να ζει κάποιος σε ένα μέρος που δεν είναι κατοικήσιμο, ενώ είναι. Σε ένα μέρος όπου οι κάτοικοι έρχονται και φεύγουν, μα δεν εγκαταλείπουν. Σε ένα μέρος όπου οι περισσότεροι θέλουν να αγοράσουν, αλλά κανείς δεν πουλάει. Εκεί όπου μαγεύεσαι με το πρώτο καλημέρα, όπου ζωντανεύουν οι νύχτες σου κάτω από τα φώτα, όπου στέκεσαι και απολαμβάνεις την ησυχία κατά το ξημέρωμα. Κι αν ρωτηθούν οι ονειροπόλοι, ίσως να ομολογήσουν με βεβαιότητα, πως βλέπουν πυκνά συχνά τη σκιά του Χορν να πουλάει την ψυχή του στο διάβολο, ή τη Μελίνα, να υποδύεται τη μοιραία Στέλλα κάτω από τα παραθυρόφυλλα.

Να Σου Πω Ένα Μυστικό;

Τι κι αν το ξέρουν άλλοι τόσοι; Αυτό το μυστικό σε κάνει να αισθάνεσαι όμορφα αν το μοιράζεσαι με εκείνους, που ψάχνουν για κρυφές γωνιές με απέραντη θέα. Ανάμεσα στα σαράντα πέντε σπιτάκια των Αέρηδων υπάρχει το σπιτάκι με τον αριθμό 34, που παρόλο που το πεζούλι του, καθότι χαμηλό, σε παραπλανεί, είναι και το μοναδικό που προσφέρει στον φιλοξενούμενό του μια ατελείωτη θέα της πόλης έως και τον Λυκαβηττό. Δεν είναι υπέροχο;

Και η Αθήνα Μυρίζει Γιασεμί

Δε θα μπορούσα να αποτελώ άλλη μια κλασική Αθηναία, μια αμετανόητη αγαπητικιά της πόλης μου, αν δεν είχε γράψει το κοντέρ μου ατελείωτες ώρες στα σκαλάκια του “Γιασεμί”, να πίνω το καφεδάκι μου και, ω! τι περίεργο πράγμα, να μη θέλω να σηκωθώ από κατάχαμα, ακόμη κι αν πονάει η μέση μου. Διότι, κοινό μυστικό, στο Γιασεμί είναι εντελώς ανορθόδοξο να πάει κάποιος και να καθίσει στην καρέκλα. Όχι πως δεν έχει τραπεζοκαθίσματα, μην παρεξηγηθώ, αλλά να, αλλιώς τα θέλει η παράδοση. Στο Γιασεμί, το επιζητάς το σκαλάκι σου.

Πόσες εικόνες, πόσες αναμνήσεις. Ένα σύντομο ταξίδι μέσα στην ίδια σου την πόλη, διανθισμένο με παλιά κτίρια, κεραμιδοσκεπές άρα και κεραμιδόγατες, βυζαντινές εκκλησίες, ανθισμένα μπαλκόνια, κυκλαδίτικες γειτονιές. Εδώ, που αν ανοίξεις το παντζούρι σου, μπορείς να ακούσεις τη γειτόνισσα να σε καλημερίζει ανάμεσα στο πλήθος τουριστών με ένα κουλούρι στο χέρι με μπόλικο σουσάμι, τις μουσικές να παίζουν από τα όργανα πλανόδιων καλλιτεχνών, που μπορείς να νιώσεις στα ρουθούνια σου τον αέρα που ανέπνεαν οι Ολύμπιοι Θεοί. Μα, δεν το ξέρεις; Τα Αναφιώτικα πολύ μα πολύ παλιά, αποτελούσαν τη γειτονιά των Θεών. Ίσως ανάμεσα στα ασβεστωμένα σπιτάκια να κρύβονται ακόμη η Αθήνα, ο Δίας, η Ήρα… Ποιος ξέρει; Θεοί είναι, ό,τι θέλουν κάνουν.

Εκεί, στο μικρό αλλά τεράστιο “Γιασεμί”, κάναμε όνειρα σαν φοιτητές. Ναι, στα σκαλάκια. Συζητήσαμε για τα τρέχοντα ως ενήλικες (και πάλι στα σκαλάκια), ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια με τους καλούς μας φίλους, φλερτάραμε, προβληματιστήκαμε, φωτογραφηθήκαμε ινσταγκραμικά, όταν ακόμη δεν υπήρχε το Instagram και σήμερα πια, αναμένουμε με σχεδόν ξελιγωμένη διάθεση, τολμώ να πω, να το επισκεφτούμε με τα παιδιά μας, ώστε να κάνουμε το χρέος μας ως γνήσιοι Αθηναίοι.

Σε αυτά τα περιβόητα σκαλάκια με τα μικρά πολύχρωμα μαξιλάρια λοιπόν, τα αρώματα από τους φρεσκοψημένους καφέδες, τη γλύκα που σου αφήνει στο στόμα η πορτοκαλόπιτα, μπορεί κανείς να αισθανθεί ότι έχει ταξιδέψει εκτάκτως στο Παρίσι, κι εκεί, κάπου στη Μονμάρτρη των Αθηνών, έχει όσο χρόνο χρειάζεται για να διαβάσει την εφημερίδα του. Ναι, εδώ, υπάρχουν ακόμη κάποιοι που διαβάζουν εφημερίδα και λερώνουν τα χέρια τους με αυτήν. Κι ίσως να είναι και το μοναδικό σημείο, όπου κανείς δεν νοιάζεται αν θα πρέπει να περιμένει να αδειάσει κανένα σκαλάκι για να καθίσει. Βλέπεις, η αναμονή αυτή φαίνεται να έχει τη γλύκα της πορτοκαλόπιτας. Εξάλλου, αν το καλοσκεφτείς, γύρω από το “Γιασεμί”, όλα έχουν την ίδια αξία. Ακόμη και μία μικρή βόλτα με τα μάτια μπορεί να σταθεί πέρα για πέρα ικανή να σε ανταμείψει που περίμενες.

Ακόμη κι αν είσαι τουρίστας, δεν έχεις καμία απολύτως δικαιολογία να μην το επισκεφτείς, καθώς βρίσκεται ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη και η πρόσβαση με το μετρό διευκολύνει την επίσκεψή σου. Τι περιμένεις;

Κάτι Από Κυκλάδες

Μπλε παράθυρα, στενά δρομάκια, ίσα που να χωρέσει ένα ερωτευμένο ζευγαράκι, βουκαμβίλιες περήφανες και φουντωτές, γάτες που δεν χορταίνουν να σουλατσάρουν και να αράζουν τα κορμιά τους στους πέτρινους δρόμους. Λες και ξεγλίστρησε από το σύμπλεγμα των Κυκλάδων, η Πλάκα των Αθηνών αποφάσισε να τη “δει” νησί. Όταν λέμε Αναφιώτικα, δεν εννοούμε σπίτια νεοκλασικά, αλλά σπίτια χτισμένα πάνω στους βράχους. Τα Αναφιώτικα δεν το έχουν εξάλλου μυστικό. Οι κτίστες τους έδωσαν τα χέρια, εκεί περίπου στον 19ο αιώνα, ώστε να δημιουργήσουν έναν πέρα για πέρα γνήσιο κυκλαδίτικο ρυθμό. Αν σε βγάλει ο δρόμος προς τα εκεί, σήκωσε τα μάτια σου ψηλά και παρατήρησε τη γοητεία που κρύβει ο τόπος αυτός, καθώς ξεφεύγει από ομορφιά και δεν μπορεί να συγκριθεί με κανένα άλλο μέρος του κέντρου της Αθήνας.

Ανηφόρισε και κατηφόρισε στα σοκάκια της, κλείσε τα μάτια σου στην πρώτη στάση και μύρισε τον αέρα. Δε νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε νησί; Άνοιξέ τα και κοίταξε γύρω σου. Τα σπίτια-σπιτάκια και οι δρόμοι-σοκάκια παλιάς κοπής. Πολύχρωμοι και ιστορικοί, νομίζει κανείς πως θα περάσει ξάφνου από δίπλα του ο Αντωνάκης εκνευρισμένος με την Ελενίτσα, την κα Κοκοβίκου, να φωνάζει “παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω”. Μα ακόμη κι εσύ, Αντωνάκη, δεν πήγες πολύ παραπέρα. Κόλλησες στα στενά της Μνησικλέους και δεν ξεκόλλησες ποτέ. Σε πρόδωσαν τα λόγια σου, νικήθηκαν από την ομορφιά του τόπου.

Τζάμπα οι απειλές σου Αντωνάκη. Η ανάμνησή σου ζει μέσα από το φολκλόρ σπιτάκι σου, που βρίσκεται ακόμη στο ίδιο σημείο, χωρίς τη φροντίδα της Ελενίτσας, αγνοώντας τους τουρίστες, που στέκονται απέξω του και το φωτογραφίζουν. Δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από το σήμερα, καθώς ξέρει πολύ καλά πώς να το αποχρωματίσει αμέσως μόλις στρίψει κανείς στα στενά της Πλάκας.

Αν…αφιώτικα

Αν κάτι μεταφέρει το Γιασεμί στο τώρα, στην εποχή δηλαδή που διανύουμε, ίσως να είναι η ταινία “Αν” του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, που μετέτρεψε τα σκαλοπάτια του σε πλατό και άφησε τους χαρακτήρες της ιστορίας του να τσακωθούν, να πιαστούν χέρι χέρι, να φιληθούν.

Αν ερχόσουν Γιασεμί στο σήμερα, το ίδιο όμορφο θα ήσουν.
Αν δεν έρθει κάποιος να σε βρει, εκείνος θα χάσει.
Αν δεν σε ήξερα, θα ήθελα σίγουρα να σε γνωρίσω μετά τη ταινία.
Αν και η περιοχή ονομάζεται κι αλλιώς Αέρηδες, που ίσως και να φοβίζει όλους εμάς που διαλέγουμε τη νηνεμία του καλοκαιριού, ο ήλιος ξέρει πώς να είναι σύμμαχός σου, ακόμη και τους χειμώνες.

Αν αναρωτηθώ πως ήταν να ζει κανείς εδώ πριν από εκατό χρόνια, ξέρω ήδη την απάντηση. Ακριβώς έτσι, με άλλα ρούχα! Σχεδόν γελάω καθώς με φαντάζομαι με μακρύ φόρεμα εποχής να κάθομαι σε ένα από τα έντονα πράσινα τραπεζάκια, να μυρίζω τα άνθη που ξεπροβάλλουν από τα μικρά γλαστράκια, να περιμένω με ανυπομονησία να πιω τη φραουλάδα μου και να φάω τη μουσταλευριά μου από τα χεράκια της Μαρίζας.

Φουρτουνάκηδες και Βροντάκηδες

…ή κάτι τέτοιο! Καθώς υπάρχουν μόνο δύο εκκλησίες στον οικισμό που στέκονται καλά παρά τα χρόνια τους, πλην ότι έχουν να καμαρώνουν για τα ολόφρεσκα καμπαναριά τους και τις αναστηλώσεις τους, οι κάτοικοι χωρίστηκαν στους Αγιογεωργίτες και τους Αγιοσυμεωνίτες. Τουτέστιν, αναφερόμαστε στους κατοίκους στα πέριξ του Αγίου Γεωργίου του Βράχου και στους κατοίκους του Αγίου Συμεών, κι έτσι ένα τόσο μικρό μέρος απέκτησε με συνοπτικές διαδικασίες δύο ενορίες. Πάντως, παρόλο που η ιστορία δεν αφήνει ποτέ απείραχτο έναν τόπο και παρόλο που κόσμος ήρθε κι έφυγε, τα Αναφιώτικα διατηρούν ακόμη την παλιά τους αίγλη και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους.

Εξάλλου, η περιοχή της Πλάκας, έχει χαρακτηριστεί, αν δεν κάνω λάθος από τον Πάνο Αβραμόπουλο, ως “Μουσείο όλων των Σχολών Αρχιτεκτονικής”, καθώς με μία και μοναδική βόλτα, μπορεί κανείς να συναντήσει κτίσματα από διαφορετικές περιόδους, με αλλιώτικες τεχνοτροπίες, που όμως έχουν ως κοινό τους γνώρισμα την αυλή, την ανοιχτή στοά στο ισόγειο, καθώς και το χαγιάτι στον όροφο. Είστε για μια βόλτα;

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

Η Δήμητρα Τσότσου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα.Σπούδασε νομικά στην Ουαλία και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Εμπορικό Δίκαιο στη Μεγάλη Βρετανία. Έπειτα συνέχισε με σπουδές στην υποκριτική, όπου αποφοίτησε απο την Αθηναϊκή Σκηνή και απέκτησε πτυχίο υποκριτικής και διδασκαλίας. Το πρώτο της μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 2015 με τίτλο «Οι θεοί δεν έχουν το θεό τους». Έχει υπάρξει στη συντακτική ομάδα εφημερίδων σε κοινωνικό και πολιτιστικό ρεπορτάζ. Είναι βιβλιοφάγος, έχει πάντα τη βαλίτσα έτοιμη κάτω από το κρεβάτι της για τυχόν ταξίδια αναψυχής, της αρέσει η καλή παρέα και το καλοκαίρι και ανυπομονεί να ολοκληρώσει το δεύτερο μυθιστόρημα της.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER