Είναι ο πόλεμος στο Ιράν πιο κοντά στο τέλος του ή μόλις ξεκινά; Μέσα σε λίγες ώρες, ο Donald Trump κατάφερε να υπονοήσει και τα δύο. Και ίσως αυτό να μην είναι αντίφαση, αλλά σύμπτωμα μιας ευρύτερης συνθήκης.
Αν έχει δίκιο ο Robert Pape, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο University of Chicago και ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους διεθνώς μελετητές της στρατηγικής χρήσης αεροπορικής ισχύος και της πολιτικής λογικής της κλιμάκωσης, τότε δεν βρισκόμαστε σε μια στρατηγική που εξελίσσεται γραμμικά προς έναν στόχο, αλλά μέσα σε αυτό που ο ίδιος περιγράφει ως «παγίδα κλιμάκωσης». Μια αλληλουχία επιλογών που εμφανίζονται διαχειρίσιμες τη στιγμή που λαμβάνονται, αλλά στην πράξη περιορίζουν διαρκώς τα περιθώρια αποχώρησης.
Σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη που έδωσε στο podcast Triggernometry, ο Pape −έχοντας συμβουλεύσει διαχρονικά τέσσερις Αμερικανούς προέδρους σε ζητήματα πολέμου και ασφάλειας− δεν περιγράφει απλώς τι συμβαίνει σήμερα. Αναδεικνύει κάτι πιο ανησυχητικό: ότι το Ιράν δεν αιφνιδιάστηκε από αυτή την εξέλιξη −όσο δυσμενής κι αν μοιάζει−, αλλά ότι έχει προετοιμαστεί για αυτήν τη «σκακιέρα» εδώ και δεκαετίες. Τόσο για το ενδεχόμενο βομβαρδισμού όσο και για την πιθανότητα χερσαίας σύγκρουσης. Με άλλα λόγια, αυτό που μοιάζει με κλιμάκωση για τη Δύση, για το Ιράν είναι σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενο και μελετημένο σενάριο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ πράγματι πέτυχαν υψηλό βαθμό τακτικής επιτυχίας απέναντι στις πυρηνικές υποδομές του Ιράν. Η ακρίβεια των όπλων, η ποιότητα της πληροφορίας, η επιχειρησιακή υπεροχή, όλα συνηγορούν στο ότι οι στόχοι μπορούν να πληγούν και να υποστούν σοβαρή ζημιά.
Όμως αυτό που καταστρέφεται είναι η υποδομή ως βιομηχανικό σύστημα – όχι απαραίτητα η ίδια η δυνατότητα. Το εμπλουτισμένο ουράνιο, η τεχνογνωσία και οι κρίσιμες ποσότητες υλικού που αρκούν για την παραγωγή όπλων δεν εξαφανίζονται με την ίδια βεβαιότητα. Στην καλύτερη περίπτωση διαταράσσονται· στη χειρότερη, διασώζονται σε βαθμό που καθιστά το πρόβλημα πιο δύσκολο να ανιχνευθεί.
H τακτική επιτυχία του Ιουνίου δημιούργησε ένα νέο, πιο ασταθές περιβάλλον: αυτό της διασποράς. Πυρηνικό υλικό, δυνατότητες και δίκτυα που πριν ήταν συγκεντρωμένα σε συγκεκριμένες, ελεγχόμενες τοποθεσίες, διαχέονται και καθίστανται πιο δύσκολα ανιχνεύσιμα.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η πιο αποκαλυπτική παρατήρηση του Pape: αν το πρόγραμμα είχε πράγματι «εξουδετερωθεί» τον περασμένο Ιούνιο, γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες επέστρεψαν αμέσως στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων; Τι απομένει να διαπραγματευτεί κανείς, εάν το στρατηγικό αντικείμενο έχει εκλείψει;
Το γεγονός και μόνο ότι οι συνομιλίες συνεχίστηκαν μετά τον θρίαμβο −σύμφωνα με την κυβέρνηση Trump− του καλοκαιριού απέναντι στο ιρανικό καθεστώς αποτελεί ένδειξη ότι, ακόμη και για την ίδια την Ουάσινγκτον, η εικόνα της πλήρους καταστροφής του πυρηνικού του προγράμματος δεν είναι πειστική.
Το πρόβλημα δεν σταματά, φυσικά, εκεί. Διότι η τακτική επιτυχία του Ιουνίου δημιούργησε ένα νέο, πιο ασταθές περιβάλλον: αυτό της διασποράς. Πυρηνικό υλικό, δυνατότητες και δίκτυα που πριν ήταν συγκεντρωμένα σε συγκεκριμένες, ελεγχόμενες τοποθεσίες, διαχέονται και καθίστανται πιο δύσκολα ανιχνεύσιμα. Και μαζί με αυτή τη γεωγραφική και επιχειρησιακή διασπορά έρχεται και μια άλλη, εξίσου κρίσιμη: η διάβρωση της βεβαιότητας. Η πληροφόρηση γίνεται όλο και πιο αποσπασματική, αντιφατική, ελλιπής. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πολιτική πίεση μετατοπίζεται και η ανάγκη για έλεγχο αρχίζει να υπερισχύει της ψυχραιμίας.
Κάπως έτσι, υποστηρίζει, οι ηγεσίες μετακινούνται από τον περιορισμένο βομβαρδισμό στη λογική της αλλαγής καθεστώτος. Δεν πρόκειται για μια καλά μελετημένη και ιστορικά επιβεβαιωμένη στρατηγική, αντιθέτως ο Pape επιμένει ότι τα τελευταία εκατό χρόνια δεν υπάρχει παράδειγμα επιτυχούς «θετικής» αλλαγής καθεστώτος μέσω αεροπορικής ισχύος. Όμως όλες οι εναλλακτικές μοιάζουν ανεπαρκείς. Όταν η διαπραγμάτευση δεν αποδίδει το επιθυμητό αποτέλεσμα και η απειλή δεν έχει εξαλειφθεί, η «μοναδική ευκαιρία» να χτυπηθεί η ηγεσία πριν χαθεί παρουσιάζεται ως αναγκαστική επιλογή.
Το αποτέλεσμα, ωστόσο, σπάνια είναι αυτό που προδιαγράφεται. Η στρατηγική decapitation ενός καθεστώτος δεν οδηγεί σε πιο μετριοπαθείς διαδόχους, αλλά συχνά σε νεότερους, πιο επιθετικούς και λιγότερο προβλέψιμους ηγέτες. Παράλληλα, η ίδια η κοινωνία τείνει να συσπειρώνεται απέναντι στον εξωτερικό επιτιθέμενο, ακόμη και όταν διατηρεί εσωτερικές αντιθέσεις με το καθεστώς της. Και ίσως το πιο παράδοξο: οι φιλοδημοκρατικές δυνάμεις αποδυναμώνονται, καθώς κάθε σύνδεση −πραγματική ή υποτιθέμενη− με τον εξωτερικό παράγοντα τις εκθέτει ως «μη εθνικές». Με άλλα λόγια, η πολιτική δυναμική που υποτίθεται ότι θα επιταχυνθεί προς μια αλλαγή συχνά αναστρέφεται.
Είναι ενδεικτικό ότι, στην αρχή αυτού του πολέμου, το Ιράν ήλεγχε περίπου το 4% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου, ενώ σήμερα, μέσω του ελέγχου των Στενών του Ορμούζ, επηρεάζει έως και το 20%.
Ο Pape αναδεικνύει μια βαθύτερη σύγχυση: την τάση να ταυτίζουμε την τεχνική ακρίβεια και την τακτική επιτυχία με τον στρατηγικό έλεγχο. Τα όπλα είναι πράγματι πιο «έξυπνα» από ποτέ και οι στόχοι εντοπίζονται με πρωτοφανή ακρίβεια. Όμως το πολιτικό σύστημα μέσα στο οποίο εντάσσονται αυτές οι επιχειρήσεις παραμένει ατελές, ιστορικά φορτισμένο και εγγενώς απρόβλεπτο. Η «ψευδαίσθηση του ελέγχου» δεν προκύπτει από αποτυχία της τεχνολογίας, αλλά από υπερεκτίμηση του τι μπορεί αυτή να επιτύχει σε ένα βαθιά πολιτικό πεδίο.
Και κάπου εδώ το επιχείρημα αποκτά γεωπολιτική διάσταση. Το Ιράν δεν λειτουργεί παθητικά, αλλά προσαρμόζεται και ανταποδίδει, μεταφέροντας το κόστος στους γείτονές του και αξιοποιώντας τα σημεία πίεσης της περιοχής. Η ένταση στα θαλάσσια περάσματα, η αίσθηση ανασφάλειας στους ενεργειακούς δρόμους και οι τριβές στις περιφερειακές συμμαχίες δεν αποτελούν απλώς «παρενέργειες», αλλά μέρος μιας στρατηγικής επιβίωσης.
Και αν αυτό ισχύει, τότε κάθε βήμα κλιμάκωσης δεν μειώνει απαραίτητα την ισχύ του Ιράν — μπορεί, αντιθέτως, να τη μετασχηματίζει. Είναι ενδεικτικό ότι, στην αρχή αυτού του πολέμου, το Ιράν ήλεγχε περίπου το 4% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου, ενώ σήμερα, μέσω του ελέγχου των Στενών του Ορμούζ, επηρεάζει έως και το 20%. Μια εξέλιξη που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με έναν από τους βασικούς άξονες της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή εδώ και δεκαετίες: την αποτροπή ανάδειξης μιας και μόνο περιφερειακής δύναμης σε ενεργειακό ηγεμόνα.
Ο Donald Trump βρίσκεται λοιπόν αντιμέτωπος με δύο επιλογές, καμία από τις οποίες δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «καλή». Αν έχει δίκιο ο Pape, βρίσκεται μπροστά σε δύο εκδοχές ήττας: είτε θα υποχωρήσει, έχοντας προκαλέσει σημαντική αποσταθεροποίηση χωρίς να έχει εξασφαλίσει μια καλύτερη συμφωνία ή μια καθαρή λύση στο πυρηνικό ζήτημα, είτε θα προχωρήσει σε μια χερσαία επίθεση, εισερχόμενος σε ένα πολύ πιο δαπανηρό, αβέβαιο και μακροχρόνιο στάδιο σύγκρουσης.
Η δική μου εκτίμηση είναι ότι θα επιχειρήσει να κάνει αυτό που έχει επανειλημμένα κάνει στο παρελθόν: να μεγιστοποιήσει το τακτικό αποτέλεσμα, να το παρουσιάσει ως επιτυχία και στη συνέχεια να απομακρυνθεί πριν αποτυπωθεί πλήρως το κόστος. Το πρόβλημα είναι ότι οι γεωπολιτικές συνέπειες δεν λειτουργούν με τον ρυθμό της πολιτικής επικοινωνίας. Αν η ανάλυση αυτή πλησιάζει έστω και μερικώς την πραγματικότητα, τότε το κόστος αυτού του πολέμου δεν θα περιοριστεί σε όσους τον ξεκίνησαν, αλλά θα διαχυθεί σε ένα διεθνές σύστημα που γίνεται σταδιακά πιο ασταθές, πιο καχύποπτο και τελικά πιο επικίνδυνο.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα. Όχι ότι ο πόλεμος μπορεί να επεκταθεί, αλλά ότι ήδη έχει αρχίσει να αλλάζει τα κίνητρα των παικτών μέσα σε αυτόν. Να διδάσκει, σιωπηρά αλλά αποτελεσματικά, ότι η επιβίωση περνά μέσα από την απόκρυψη, την ενίσχυση και, τελικά, την απόκτηση αποτρεπτικής ισχύος, που ολοένα και περισσότερο φαίνεται να ταυτίζεται με την απόκτηση περισσότερων, όχι λιγότερων, πυρηνικών όπλων.
Η ιστορία, για ακόμη μία φορά, μας υπενθυμίζει ότι η τακτική επιτυχία δεν ισοδυναμεί με στρατηγική σοφία.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Trump και Ιράν: Ένας Πόλεμος Επιλογής και οι Συνέπειές του