Χθες το πρωί, καθώς έμπαινα στο γραφείο της αθηΝΕΑς στο κέντρο της Αθήνας, με προϋπάντησε ένα γκράφιτι στο πρόσφατα καθαρισμένο μάρμαρο της προσόψης. Μια μουτζούρα, φαρδιά πλατιά σε χτυπητό φούξια, πάνω στη νοικοκυρεμένη μας είσοδο – εκείνη που, όταν πρωτοεγκατασταθήκαμε στον συγκεκριμένο χώρο, είχαμε φροντίσει να καθαρίσουμε από προηγούμενες τέτοιες «παρεμβάσεις». Κι ένιωθα κάθε πρωί τέτοια χαρά όταν, φτάνοντας στο γραφείο, σκεφτόμουν ότι αυτή η μικρή γωνιά στον δρόμο θα λειτουργούσε αισθητικά ως μια μικρή παύση μέσα στην άναρχη καθημερινότητα που βιώνουν οι περαστικοί και οι κάτοικοι της γειτονιάς μας.
Πριν από λίγες μέρες, στην είσοδο του σπιτιού, κάποιος είχε πετάξει τον καφέ του στον λευκό τοίχο, λεκιάζοντάς τον. Χθες, όλη μέρα, το WhatsApp group στο οποίο συμμετέχουν μαμάδες της περιοχής όπου κατοικώ δεν είχε σταματήσει να χτυπάει με αναφορές για μικρές και μεγάλες παραβάσεις του δημόσιου χώρου στον οποίο μετέχουμε όλοι: αντικοινωνικά παρκαρίσματα, αντικοινωνική οδήγηση, αντικοινωνικά αντανακλαστικά.
Φταίνε οι αρχές που δεν τιμωρούν; Φταίει η παιδεία κάποιων τρίτων – ή μήπως μια κοινωνία που σε ατομικό επίπεδο δεν διστάζει να παρακάμψει τους κανόνες και μετά διαπιστώνει με τρόμο και έκπληξη ότι οι κανόνες τσαλαπατώνται συστηματικά;
Είναι όλα αυτά συμπεριφορικές αντιδράσεις σε κάτι τρίτο και άσχετο; Σε παιδιά που δυσκολεύονται; Σε νέους που δεν έχουν προοπτικές; Σε γονείς που ζορίζονται, δεν προλαβαίνουν και περνούν με ταχύτητα τη διάβαση απ’ όπου μόλις μετά βίας πρόλαβε να περάσει ένα παιδί για να μαζέψουν το δικό τους;
Ποιος θα φταίει όταν ο κανόνας «το κινητό στην τσάντα όταν μπαίνουμε στο αυτοκίνητο» παραβιαστεί εκείνη τη μία φορά που γίνεται δύο – που γίνονται τρεις;
Και, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, κάτι απ’ όλα αυτά, κάποια φορά –με κάποια δικαιολογία– δεν το έχουμε κάνει κι εμείς; Ίσως όχι τον βανδαλισμό με γκράφιτι, φαντάζομαι, οι περισσότεροι εδώ. Αλλά κι αυτόν τον βανδαλισμό κάποιος τον έκανε.
Αναρωτιέμαι: ένιωθε καλά χθες βράδυ όταν έπεσε για ύπνο ή το είχε κιόλας ξεχάσει;
***
Προσπαθώ να βάλω τον εαυτό μου στη θέση του policymaker που ακούει όλα τα παραπάνω παράπονα. Που καταγράφει όλες τις καταγγελίες και σκέφτεται «πρέπει να κάνω κάτι». Να φτιάξω την παιδεία – καλώς μας ήρθατε! Να αυξήσω τους δημοτικούς αστυνομικούς στον δρόμο; Δεν έχω budget. Να αυξήσω τα πρόστιμα; Κάποιος πρέπει να πιάσει –ή να είναι διατεθειμένος να πιάσει– τους παραβάτες. Να κουνήσω το κεφάλι συγκαταβατικά γνωρίζοντας ότι τίποτα απ’ αυτά δεν θα επιλύσω και διαβεβαιώνοντας τον συνομιλητή μου ότι τα ζητήματα καταγράφηκαν και θα εξεταστούν εξονυχιστικά;
Γιατί ίσως ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία της εποχής δεν είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορεί, πολύ σύντομα, να επιβάλλει τους κανόνες. Είναι ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα αρχίσουν να το εύχονται. Γιατί η καθημερινότητα έχει γίνει κουραστική. Εξαντλητική.
Πρόσφατα άκουγα σε ένα podcast ότι τα εργαλεία των τεχνολογιών αιχμής και του AI σύντομα θα μπορούν να εξαλείψουν τη μικροπαραβατικότητα. Πειρασμός. Ένας τέλειος εφαρμοστής του νομικού μας πλαισίου. Οικονομικός. Απαρέγκλιτος. Αντικειμενικός. Που θα ξέρει όλα τα αυτοκίνητα που κινήθηκαν εκτός ορίου ταχύτητας. Που θα γνωρίζει όλους τους οδηγούς που, με το έτσι θέλω, προσπέρασαν τους υπόλοιπους μετά το Πάσχα για να φτάσουν λίγο νωρίτερα σπίτι τους μέσω της ΛΕΑ. Που θα μπορεί να εντοπίσει ποιος τάγκαρε την είσοδο ενός κτιρίου μ’ ένα γρήγορο σκανάρισμα των social media – αυτό που εγώ εκλαμβάνω ως μουτζούρα και βανδαλισμό της ιδιωτικής περιουσίας μου, κάποιος άλλος το πόσταρε περήφανα ως κατόρθωμα στον λογαριασμό του.
Αναρωτιέμαι, αν αύριο υπήρχε ένας τρόπος να εξαφανιστούν όλα αυτά –οι μικρές αυθαιρεσίες, οι καθημερινές παραβιάσεις, η αίσθηση ότι κανείς δεν σέβεται τίποτα– πόσο εύκολα θα δεχόμασταν τον απόλυτο έλεγχο για να το πετύχουμε;
Γιατί ίσως ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία της εποχής δεν είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορεί, πολύ σύντομα, να επιβάλλει τους κανόνες. Είναι ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα αρχίσουν να το εύχονται. Γιατί η καθημερινότητα έχει γίνει κουραστική. Εξαντλητική. Μια συνεχής διαπραγμάτευση με τη μικρή ή μεγάλη αυθαιρεσία του άλλου – ενίοτε και τη δική μας.
Κι έτσι έρχεται η στιγμή που αρχίζουμε να φανταζόμαστε με ανακούφιση έναν κόσμο όπου τίποτα δεν θα ξεφεύγει. Όπου όλα θα καταγράφονται. Όπου κάθε παράβαση θα εντοπίζεται και θα τιμωρείται αυτόματα.
Και τότε, βέβαια, θα έχουμε άλλα προβλήματα να μας απασχολήσουν πέρα από την αντικοινωνική συμπεριφορά που κατακλύζει την καθημερινότητά μας. Γιατί η ίδια τεχνολογία που θα εντοπίζει εκείνον που πέρασε με κόκκινο, θα μπορεί να γνωρίζει πού βρισκόμασταν, τι κάναμε, ποιον συναντήσαμε, τι είπαμε, πώς κινηθήκαμε μέσα στην πόλη. Και η μετάβαση προς αυτή την πραγματικότητα ίσως να μην έρθει μέσα από κάποιο δυστοπικό πραξικόπημα ή από συνειδητές και ζυγισμένες αποφάσεις του τι κερδίζουμε και τι χάνουμε, αλλά μέσα από τη δική μας καθημερινή κόπωση – και εν τέλει παραίτηση.
Από τη στιγμή που θα πούμε:
«Δεν πειράζει. Αρκεί να μπει επιτέλους μια τάξη».
Γιατί μια κοινωνία όπου τα πάντα επιτηρούνται μπορεί να είναι πιο τακτοποιημένη. Σίγουρα όμως θα είναι και λιγότερο ελεύθερη.
***
«Τελικά, δεν κατάλαβα, είσαι με τον βάνδαλο;» με ρώτησε ο πατέρας μου γελώντας όταν του ζήτησα να διαβάσει το σημερινό άρθρο, γιατί από αλλού ξεκίνησα τον συλλογισμό μου κι αλλού κατέληξα.
Όχι. Και αύριο κιόλας θα φροντίσω να έρθει το συνεργείο να καθαρίσει τη μουτζούρα – στο μεταξύ, θα ψάξω λίγο και τη δυνατότητα αντί-γκράφιτι βερνικιών για να είμαι έτοιμη στην επόμενη παρέμβαση…
Όμως θα ήθελα, ειλικρινά, να καταλάβω τι σκεφτόταν το βράδυ όταν έπεσε να κοιμηθεί.
Ίσως αυτό να είναι το πιο αλλόκοτο απ’ όλα.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
