Τα καζίνο επιστρέφουν στο κέντρο της πόλης, όχι πια ως απομονωμένοι χώροι διασκέδασης αλλά ως κομμάτι μεγάλων αστικών αναπτύξεων. Πίσω όμως από τη λάμψη τους ανοίγει ένα δύσκολο ερώτημα: τι κόστος έχει για την κοινωνία ένα μοντέλο ανάπτυξης που στηρίζεται στον τζόγο;
Σε πολλές πόλεις του κόσμου τα καζίνο δεν βρίσκονται πια στα όρια του αστικού ιστού, ούτε σε απομονωμένα τουριστικά θέρετρα. Τα τελευταία χρόνια ενσωματώνονται όλο και περισσότερο στην καθημερινότητα της πόλης, μετατρέπονται σε εργαλεία κρατικής οικονομικής αναζωογόνησης και τουριστικής ανάπτυξης, δημιουργούν θέσεις εργασίας, λειτουργούν ως πόλοι προσέλκυσης επενδύσεων και επιχειρηματικής δραστηριότητας, γίνονται σύμβολα κοσμοπολιτισμού και ζωηρής νυχτερινής ζωής.
Τα εμφανή πλεονεκτήματα αυτής της πρακτικής, όμως, αποτυπώνουν μόνο τη μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη ανοίγει μια πιο σύνθετη συζήτηση γύρω από τον κοινωνικό αντίκτυπο του τζόγου και το μοντέλο ανάπτυξης που επιλέγουν τελικά οι ίδιες οι πόλεις.
Η Λάμψη και οι Επενδύσεις
Τα καζίνο είναι συνήθως λαμπερά και πολύχρωμα –καμιά φορά ακόμη και κιτς–, σχεδιασμένα πάνω σε μια υπόσχεση εύνοιας της τύχης, της διασκέδασης και μιας, έστω παροδικής, αίσθησης κοινωνικής ανόδου. Τα καζίνο, όμως, μπορεί να είναι γοητευτικά –όσο και οι αμαρτίες–, αλλά είναι και επικίνδυνα, καθώς στον πυρήνα τους βρίσκεται ένας από τους πιο ισχυρούς εθισμούς.
Από τη Νέα Υόρκη και το Λας Βέγκας μέχρι το Μακάο –τη μόνη κινεζική πόλη όπου επιτρέπεται ο νόμιμος τζόγος–, τη Σιγκαπούρη και το Βερολίνο, τα καζίνο έχουν ενσωματωθεί πλήρως στον αστικό ιστό, έχουν συνδεθεί με την αγορά ακινήτων και τη συνολικότερη στρατηγική προβολής της πόλης.
Στην Ευρώπη, υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 25 πρωτεύουσες διαθέτουν σήμερα νόμιμα καζίνο μέσα ή πολύ κοντά στον κεντρικό αστικό τους πυρήνα. Στην Ελλάδα, αντίστοιχα, φαίνεται να διαμορφώνεται σταδιακά μια νέα σχέση ανάμεσα στις μεγάλες αστικές αναπτύξεις και τη βιομηχανία του gaming, μέσα από τα projects στο Μαρούσι και στο Ελληνικό. Οι δύο επενδύσεις σχεδιάζονται ως σύνθετοι προορισμοί διεθνών προδιαγραφών, που συνδυάζουν ξενοδοχειακές υποδομές, χώρους ψυχαγωγίας, εστίαση, πολιτιστικές δράσεις, εμπορικές χρήσεις και καζίνο, ενσωματώνοντας πλέον αυτού του τύπου τις δραστηριότητες πολύ πιο κοντά στον πυρήνα της πόλης.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, η πόλη έχει ίσως ήδη γεμίσει καζίνο — απλώς χωρούν πλέον στην τσέπη μας. Στην εποχή του online gambling, όπου ο τζόγος είναι διαθέσιμος 24 ώρες το εικοσιτετράωρο μέσα από ένα κινητό τηλέφωνο, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν πρέπει να υπάρχουν καζίνο στον αστικό ιστό, αλλά πόσο προστατευμένη είναι συνολικά η κοινωνία από έναν εθισμό που έχει γίνει ψηφιακά αόρατος και διαρκώς προσβάσιμος. Οι νέες μεγάλες αναπτύξεις ίσως απλώς κάνουν πιο ορατή μια πραγματικότητα που ήδη υπάρχει.
Το Ισχυρότερο Επιχείρημα
Οι κυβερνήσεις και οι επενδυτές παρουσιάζουν συνήθως τα καζίνο ως μοχλούς ανάπτυξης, προβάλλοντας τις θέσεις εργασίας που δημιουργούν, την προσέλκυση τουρισμού, την ενίσχυση της νυχτερινής οικονομίας και την αύξηση των δημοσίων εσόδων μέσω της φορολογίας.
Πρόκειται ίσως για το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της λειτουργίας τους μέσα στον αστικό ιστό. Τα κράτη φορολογούν κυρίως τα λεγόμενα μικτά έσοδα από τυχερά παιχνίδια – πρόκειται για τα χρήματα που κρατά ένα καζίνο ή μια εταιρεία τυχερών παιχνιδιών αφού αφαιρεθούν τα κέρδη που επιστρέφονται στους παίκτες. Τα έσοδα αυτά συχνά διοχετεύονται σε υποδομές, τουριστικές επενδύσεις ή γενικότερα στα δημόσια ταμεία.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι τόσο απλή. Μελέτες οικονομικών οργανισμών στις Ηνωμένες Πολιτείες επισημαίνουν ότι τα συνολικά φορολογικά οφέλη των καζίνο συχνά υπερεκτιμώνται. Παρότι αποφέρουν σημαντικά έσοδα, αρκετοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι μεγάλο μέρος των χρημάτων δεν αποτελεί «νέο» πλούτο για την οικονομία, αλλά μεταφορά δαπανών από άλλες μορφές κατανάλωσης προς τα καζίνο. Με άλλα λόγια, οι πολίτες συχνά δεν ξοδεύουν περισσότερα χρήματα συνολικά, αλλά διαφορετικά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η πραγματική επίδραση στην οικονομική ανάπτυξη και στα δημόσια οικονομικά να αποδεικνύεται συχνά μικρότερη από εκείνη που αρχικά υπόσχονται οι κυβερνήσεις και οι επενδυτές.
Ο Κοινωνικός Αντίκτυπος
Αν το οικονομικό επιχείρημα είναι το πιο ισχυρό για τη δημιουργία καζίνο στην καρδιά της πόλης, ο κοινωνικός αντίκτυπος αυτής της επιλογής είναι το δυνατότερο αντίβαρο.
Ο εθισμός στον τζόγο θεωρείται σήμερα μία από τις πιο σύνθετες μορφές συμπεριφορικού εθισμού, με σοβαρές ψυχολογικές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Χρέη, διάρρηξη οικογενειακών σχέσεων, ψυχική επιβάρυνση και οικονομική κατάρρευση αποτελούν μερικές μόνο από τις επιπτώσεις που συνδέονται με την προβληματική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), το 1,2% του ενήλικου πληθυσμού παγκοσμίως πάσχει από κάποια διαταραχή στον τζόγο. Ακόμη, τα τυχερά παιχνίδια μπορούν να απειλήσουν την υγεία, οδηγώντας σε αυξημένη συχνότητα ψυχικών ασθενειών και αυτοκτονιών, ή να οδηγήσουν σε φτώχεια, εκτρέποντας τις δαπάνες των νοικοκυριών από βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Επιπλέον, μόνο στις ΗΠΑ τα παγκόσμια έσοδα από τα τυχερά παιχνίδια θα φτάσουν τα 700 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2028.
Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι όσο αυξάνονται τα δημόσια έσοδα από τα τυχερά παιχνίδια τόσο ενδέχεται να ενισχύεται και η απροθυμία των κυβερνήσεων να περιορίσουν μια δραστηριότητα από την οποία εξαρτώνται οικονομικά.
Ωστόσο, μπορεί να υπάρχει μια μέση οδός. Στο περίφημο καζίνο του Μόντε Κάρλο –και όχι μόνο– απαγορεύεται ιστορικά η είσοδος στους Μονεγάσκους υπηκόους, εξισορροπώντας –θεωρητικά τουλάχιστον– οικονομικό όφελος από τον τζόγο με τον κοινωνικό αντίκτυπο στο εσωτερικό της χώρας.
Ακόμη και αυτό το ιδιότυπο μοντέλο, ωστόσο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μείωση βλάβης των συνεπειών που προκαλεί ο εθισμός στα τυχερά παιχνίδια. Ίσως τελικά το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν οι πόλεις μπορούν να πλουτίσουν από τον τζόγο, αλλά πόσο διατεθειμένες είναι να στοιχηματίσουν την κοινωνική τους συνοχή στο όνομα της ανάπτυξης.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Δύο Βρετανίες, Δύο Ψήφοι – Για Ένα Διαφορετικό Μέλλον
