Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα, τον Απρίλιο του 1941, οι αίθουσες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ήταν άδειες. Είχε προηγηθεί μια μεγάλη επιχείρηση απόκρυψης των αρχαιοτήτων, που απαιτούσε επιστημονική γνώση, τεχνική επινοητικότητα και συλλογική εργασία. Η επιμονή των αρχαιολόγων να τις κρατήσουν μακριά από τις απαιτήσεις των κατακτητών αποτέλεσε μια λιγότερο γνωστή μορφή αντίστασης στα χρόνια της Κατοχής.
«Τρίτη 4 Ιουνίου 1946.
Το μεσημέρι στο Αρχαιολογικό Μουσείο.
Ξεθάβουν τώρα –άλλα σε κάσες και άλλα γυμνά κατάσαρκα μέσα στο χώμα– τα αγάλματα. / Σε μια από τις παλιές μεγάλες αίθουσες, γνώριμες από τα μαθητικά μας χρόνια / με τη στεγνή όψη που έφερνε κάπως προς τη βαρετή δημόσια βιβλιοθήκη, / οι εργάτες δουλεύουν με φτυάρια και με αξίνες. / Το δάπεδο, αν δεν κοίταζες τη στέγη, τα παράθυρα και τους τοίχους με τις χρυσές επιγραφές, / θα μπορούσε να ήταν ένας όποιος τόπος ανασκαφών. / Τα αγάλματα βυθισμένα ακόμη στη γης, φαινόντουσαν από τη μέση και πάνω γυμνά, / φυτεμένα στην τύχη. / …Ήταν ένας αναστάσιμος χορός αναδυομένων, / μια δευτέρα παρουσία σωμάτων που σου έδινε μια παλαβή χαρά».
Γράφει ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης στις «Μέρες».*
Τι είχε προηγηθεί; Μια μεγάλη επιχείρηση διάσωσης των αρχαιοτήτων, που ξεκίνησε πριν από τη γερμανική Κατοχή και συνεχίστηκε στη διάρκειά της.
«Η αρχαιολογική υπηρεσία βρέθηκε στην παράλογη θέση να καταστρέφει το έργο που γενιές Ελλήνων αρχαιολόγων είχαν δημιουργήσει. Εννοώ κυρίως τη διάλυση των μουσείων και την ταφή των αρχαίων στη γη, σε κρύπτες, σε θησαυροφυλάκια, σε σπηλιές», γράφει ο αρχαιολόγος Βασίλειος Πετράκος στον «Μέντορα» το 1994, περιγράφοντας την προσπάθεια προστασίας των ελληνικών αρχαιοτήτων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η ιστορία της απόκρυψης των αγαλμάτων έχει ειπωθεί πολλές φορές. Πίσω όμως από την εντυπωσιακή διάσωση αυτή καθαυτή βρίσκεται και μια ιστορία συλλογικής ευθύνης: οι αποφάσεις που χρειάστηκε να ληφθούν, η εργασία ανθρώπων με διαφορετικές ειδικότητες και η επιμονή των αρχαιολόγων να διατηρήσουν τα έργα προστατευμένα ακόμη και όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις απαιτήσεις των κατακτητών.
Η Προετοιμασία Είχε Αρχίσει Χρόνια Πριν
Η επιχείρηση διάσωσης των αρχαιοτήτων δεν οργανώθηκε την τελευταία στιγμή. Ήδη από το 1937, η κυβέρνηση Μεταξά βρισκόταν σε επικοινωνία με τη Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, αναζητώντας τρόπους προστασίας των μουσείων από ενδεχόμενους βομβαρδισμούς και πολεμικές συγκρούσεις μέσα στις πόλεις.
Τέθηκε ζήτημα προτεραιοτήτων. Ποιες αρχαιότητες θα έπρεπε να προστατευτούν πρώτα; Το κράτος ζητούσε να καταρτιστούν κατάλογοι με διαβάθμιση των εκθεμάτων ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους. Οι αρχαιολόγοι, ωστόσο, διαφωνούσαν με αυτή την προσέγγιση: θεωρούσαν ότι η προστασία έπρεπε να καλύπτει τις αρχαιότητες στο σύνολό τους.
Σε εμπιστευτική έκθεση της 11ης Αυγούστου 1937, ο έφορος αρχαιοτήτων Νικόλαος Κυπαρίσσης πρότεινε να μεταφερθούν οι αρχαιότητες σε ειδικά επιλεγμένες περιοχές, οι οποίες θα μπορούσαν να αναγνωριστούν μέσω διεθνών συμφωνιών ως απαραβίαστες «αρχαιολογικές πόλεις». Ανάμεσα στις περιοχές που πρότεινε ήταν και η Ακρόπολη.
Καθώς ο κίνδυνος του πολέμου γινόταν ολοένα πιο άμεσος, οι προετοιμασίες εντάθηκαν. Στις 18 Ιουνίου 1940 ανεστάλη η χορήγηση κανονικών αδειών στο προσωπικό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ενώ η έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου 1940, επιτάχυνε ακόμη περισσότερο τις διαδικασίες. Στις 11 Νοεμβρίου, η Διεύθυνση Αρχαιολογίας απέστειλε στις περιφερειακές υπηρεσίες συγκεκριμένες τεχνικές οδηγίες για την προστασία των μουσείων από αεροπορικές επιδρομές.
Πώς Προστατεύεις Ένα Άγαλμα από τον Πόλεμο;
Οι οδηγίες προέβλεπαν διαφορετικούς τρόπους προστασίας. Για τα μεγάλα, δυσκίνητα αγάλματα εξετάστηκαν δύο μέθοδοι. Η πρώτη ήταν η κατασκευή ξύλινου περιβλήματος γύρω από το γλυπτό, το οποίο θα καλυπτόταν στη συνέχεια με σάκους γεμάτους χώμα. Η δεύτερη, που θεωρήθηκε ασφαλέστερη, ήταν η κατάχωση των αγαλμάτων σε ειδικά ορύγματα, μέσα στις αίθουσες ή σε προστατευμένους υπαίθριους χώρους.
Η διαδικασία είχε μελετηθεί με τεχνική ακρίβεια. Τα ορύγματα επενδύονταν με οπλισμένο σκυρόδεμα, τα αγάλματα προβλεπόταν να τοποθετούνται οριζόντια στον πυθμένα τους και να καλύπτονται με κατάλληλα αδρανή υλικά. Στη συνέχεια, τα ορύγματα σφραγίζονταν με πλάκες τσιμέντου.
Για τα μικρότερα αντικείμενα προβλεπόταν η συσκευασία τους σε κιβώτια. Ειδικά για τα χάλκινα και πήλινα ευρήματα χρησιμοποιούνταν προστατευτικά υλικά, όπως κερόχαρτο και πισσόχαρτο, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος φθοράς από την υγρασία.
Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο συγκροτήθηκε, με υπουργική απόφαση, Επιτροπή Απόκρυψης και Ασφάλισης των Εκθεμάτων, με επικεφαλής τρεις αρεοπαγίτες. Στα μέλη της περιλαμβάνονταν ο Γεώργιος Οικονόμος, ο Αναστάσιος Ορλάνδος, ο Σπυρίδων Μαρινάτος, ο Γιάννης Μηλιάδης, η Σέμνη Καρούζου και η Ιωάννα Κωνσταντίνου, καθώς και μηχανικοί και αρχιτέκτονες του υπουργείου.
Στην επιχείρηση συμμετείχαν επίσης φύλακες, τεχνίτες, εργάτες και εθελοντές. Ανάμεσά τους ήταν ο διευθυντής του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Otto Walter, ο Βρετανός αρχαιολόγος Allan Wace και ο Σπύρος Ιακωβίδης, τότε πρωτοετής φοιτητής Αρχαιολογίας.
Οι αρχαιολόγοι είχαν την επιστημονική ευθύνη, όμως η μετακίνηση, η συσκευασία και η απόκρυψη χιλιάδων αντικειμένων δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν χωρίς την εμπειρία των τεχνιτών, των συντηρητών και των εργατών του μουσείου.
Οι Αίθουσες Γίνονται Εργοτάξια
Τα δάπεδα των αιθουσών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ανοίχτηκαν για να δημιουργηθούν βαθιά ορύγματα.
Η μετακίνηση των μεγάλων μαρμάρινων γλυπτών ήταν από τα δυσκολότερα στάδια της επιχείρησης. Παρότι οι αρχικές τεχνικές οδηγίες προέβλεπαν την οριζόντια τοποθέτησή τους, στην πράξη ορισμένα αγάλματα τοποθετήθηκαν όρθια σε βαθιά ορύγματα που ανοίχτηκαν στα δάπεδα των βόρειων αιθουσών του Μουσείου.
Για τη μεταφορά τους χρησιμοποιήθηκαν αυτοσχέδιοι ξύλινοι γερανοί, σχοινιά και αλυσίδες. Κάθε μετακίνηση απαιτούσε προσεκτικούς χειρισμούς, καθώς ακόμη και ένα μικρό λάθος μπορούσε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά σε ένα γλυπτό χιλιάδων ετών.
Ορισμένα έργα χρειάζονταν πρόσθετη προστασία. Το μαρμάρινο σύμπλεγμα της Αφροδίτης, του Πάνα και του Έρωτα από τη Δήλο, για παράδειγμα, καλύφθηκε με γύψο πριν από την απόκρυψή του. Ο Κούρος του Σουνίου καταχώθηκε κάτω από το δάπεδο της αίθουσας όπου εκτίθεντο, ενώ άλλα γλυπτά συγκεντρώθηκαν σε μεγαλύτερα ορύγματα.
Για τις μικρότερες αρχαιότητες αξιοποιήθηκαν χώροι φύλαξης εκτός του Μουσείου. Τριάντα πέντε κιβώτια μεταφέρθηκαν στο σπήλαιο της Εννεακρούνου και άλλα 22 στις λεγόμενες Φυλακές του Σωκράτη, στον λόφο του Φιλοπάππου. Τα χρυσά αντικείμενα φυλάχθηκαν στα υπόγεια της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η εργασία συνεχίστηκε επί μήνες. Αρχαιολόγοι, φύλακες, τεχνίτες και εθελοντές περνούσαν ολόκληρες ημέρες στο μουσείο, προσπαθώντας να ολοκληρώσουν την απόκρυψη.
Όταν οι γερμανικές δυνάμεις κατέλαβαν την Αθήνα, στις 27 Απριλίου 1941, οι αίθουσες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ήταν άδειες.
Οι Άνθρωποι Πίσω από τη Διάσωση
Πίσω από την οργανωμένη επιχείρηση βρίσκονταν άνθρωποι με διαφορετικές ειδικότητες, που χρειάστηκε να εργαστούν μαζί για έναν κοινό σκοπό. Οι αρχαιολόγοι είχαν την επιστημονική ευθύνη, όμως η μετακίνηση, η συσκευασία και η απόκρυψη χιλιάδων αντικειμένων δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν χωρίς την εμπειρία των τεχνιτών, των συντηρητών και των εργατών του μουσείου.
Ο Γιάννης Μηλιάδης, τότε έφορος της συλλογής γλυπτών, είχε αναλάβει τον συντονισμό της απόκρυψης των μεγάλων αγαλμάτων. Στο πλευρό του εργαζόταν ο Ανδρέας Παναγιωτάκης, έμπειρος γλύπτης και επικεφαλής του συνεργείου των εργατών, που επέβλεπε τους δύσκολους χειρισμούς κατά τη μεταφορά τους στα ορύγματα. Αντίστοιχα, ο αρχιτεχνίτης Γεώργιος Κοντογιώργης είχε σημαντικό ρόλο στη συσκευασία των αγγείων και των μικροτεχνημάτων.
Η Σέμνη Καρούζου, που συμμετείχε στην επιχείρηση, κατέγραψε αργότερα την εμπειρία εκείνων των μηνών, διασώζοντας όχι μόνο την ιστορία της απόκρυψης, αλλά και τη συμβολή ανθρώπων των οποίων τα ονόματα θα μπορούσαν διαφορετικά να έχουν ξεχαστεί.
Η επιχείρηση είχε οργανωθεί από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, αλλά η επιτυχία της στηρίχθηκε στην καθημερινή εργασία πολλών ανθρώπων. Στην επιστημονική γνώση των αρχαιολόγων προστέθηκε η εμπειρία εκείνων που ήξεραν πώς να μετακινήσουν ένα βαρύ γλυπτό, πώς να προστατεύσουν ένα εύθραυστο αντικείμενο, πώς να κατασκευάσουν μια ασφαλή κρύπτη.
Η Αρχαιότητα στα Χέρια των Κατακτητών
Η απόκρυψη των αρχαιοτήτων είχε ξεκινήσει ως προσπάθεια προστασίας τους από τους βομβαρδισμούς και τις καταστροφές του πολέμου. Με την έναρξη της γερμανικής Κατοχής, όμως, η διατήρησή τους στις κρύπτες απέκτησε μια πρόσθετη σημασία.
Για το ναζιστικό καθεστώς, η ιστορία και η αρχαιολογία μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την υποστήριξη των φυλετικών θεωριών του και την προβολή της πολιτικής του ισχύος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε η Ahnenerbe, η ερευνητική οργάνωση των SS που ιδρύθηκε το 1935 με πρωτοβουλία του Heinrich Himmler. Μέσα από αρχαιολογικές, ιστορικές και ανθρωπολογικές έρευνες, επιδίωκε να προσδώσει επιστημονικοφανή νομιμοποίηση στις ναζιστικές αντιλήψεις περί «άριας» καταγωγής και φυλετικής ανωτερότητας.
Η γερμανική αρχαιολογική δραστηριότητα στην κατεχόμενη Ελλάδα δεν περιοριζόταν, ωστόσο, στην Ahnenerbe. Στη χώρα δραστηριοποιήθηκαν διαφορετικοί φορείς και υπηρεσίες, ανάμεσά τους το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και η Kunstschutz, η υπηρεσία προστασίας έργων τέχνης της Βέρμαχτ.
Όμως, η επίσημη αποστολή προστασίας των μνημείων δεν συνεπαγόταν πάντοτε και σεβασμό στην αρχαιολογική νομιμότητα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Κρήτης. Όπως έχει τεκμηριώσει η αρχαιολόγος Γεωργία Φλούδα, ο Αυστριακός αρχαιολόγος August Schörgendorfer, αξιωματικός της Βέρμαχτ που εντάχθηκε στην Kunstschutz με την παρέμβαση του στρατηγού Julius Ringel, πραγματοποίησε παράνομες ανασκαφές στην Κνωσό και τη Μεσαρά το 1941 και το 1942.
Η έρευνά της, βασισμένη σε αρχειακό και φωτογραφικό υλικό, φωτίζει τη σχέση της αρχαιολογικής δραστηριότητας με τις κατοχικές αρχές και τις επιδιώξεις τους. Αναδεικνύει επίσης πόσο δυσδιάκριτα μπορούσαν να γίνουν τα όρια ανάμεσα στην επιστημονική έρευνα, την προστασία των μνημείων και την εκμετάλλευση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι Έλληνες αρχαιολόγοι έπρεπε να συνεχίσουν να προστατεύουν τις συλλογές που είχαν αναλάβει να διαφυλάξουν.
Η Αρχαιολογική Υπηρεσία επέμεινε στη διατήρηση των μέτρων προστασίας, παρά τις πιέσεις των κατακτητών. Τα αγάλματα παρέμειναν στις κρύπτες τους σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής.
Η Αντίσταση Συνεχίζεται στην Κατοχή
Η κατάληψη της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα δεν σήμανε το τέλος της προσπάθειας προστασίας των αρχαιοτήτων. Οι κρύπτες έπρεπε να παραμείνουν ασφαλείς, ενώ οι αρχαιολόγοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις απαιτήσεις των κατοχικών αρχών.
Η Σέμνη Καρούζου και ο σύζυγός της, ο αρχαιολόγος Χρήστος Καρούζος, ο οποίος το 1942 ανέλαβε τη διεύθυνση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, εξέφρασαν από τις πρώτες ημέρες της Κατοχής την αντίθεσή τους στους κατακτητές. Την επομένη της εισόδου των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα υπέβαλαν την παραίτησή τους από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, αρνούμενοι την προοπτική πολιτιστικής συνεργασίας με τις κατοχικές αρχές.
Οι πιέσεις δεν άργησαν να φτάσουν και στο ίδιο το μουσείο.
Ήδη από τον Ιούνιο του 1941, ο Γερμανός αρχαιολόγος Hans Ulrich von Schönebeck, επικεφαλής της κατοχικής Υπηρεσίας Προστασίας των Μνημείων της Τέχνης, ζητούσε την επαναλειτουργία του. Οι γερμανικές αρχές συνέταξαν μάλιστα κατάλογο 103 αγαλμάτων που απαιτούσαν να εκτεθούν ξανά, ανάμεσά τους ο Ποσειδώνας του Αρτεμισίου, ο Έφηβος των Αντικυθήρων και ο Έφηβος του Μαραθώνα.
Οι απαιτήσεις συνοδεύονταν από επιχειρήματα που επιχειρούσαν να παρουσιάσουν την επαναλειτουργία των μουσείων ως αναγκαία. Οι Γερμανοί υποστήριζαν αρχικά ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει, στη συνέχεια ότι οι αρχαιότητες κινδύνευαν όσο παρέμεναν κρυμμένες και, τέλος, ότι η τέχνη μπορούσε να προσφέρει παρηγοριά στους ανθρώπους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Αυτές τις πιέσεις περιέγραψε ο Χρήστος Καρούζος σε συνέντευξή του στα Ελεύθερα Γράμματα τον Ιούνιο του 1945.
Η απαίτηση δεν ικανοποιήθηκε ποτέ. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία επέμεινε στη διατήρηση των μέτρων προστασίας, παρά τις πιέσεις των κατακτητών. Τα αγάλματα παρέμειναν στις κρύπτες τους σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής.
Η απόκρυψη των αρχαιοτήτων είχε απαιτήσει μήνες σωματικής εργασίας, τεχνικές γνώσεις και συντονισμό. Η διατήρησή τους, όμως, στις κρύπτες κατά την Κατοχή απαιτούσε κάτι διαφορετικό: την επιμονή των ανθρώπων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας να μην υποχωρήσουν στις απαιτήσεις των κατακτητών.
Η αντίσταση των αρχαιολόγων πήρε και άλλες μορφές. Ο Γιάννης Μηλιάδης, που κατά την Κατοχή υπηρετούσε ως έφορος αρχαιοτήτων στην Ακρόπολη, συνέχισε να εργάζεται για την προστασία του Ιερού Βράχου από τις παρεμβάσεις των κατακτητών, ενώ συμμετείχε στο ΕΑΜ Αρχαιολόγων. Παράλληλα, αρχαιολόγοι ανέλαβαν να καταγράψουν τις καταστροφές και τις αρπαγές αρχαιοτήτων που σημειώνονταν σε ολόκληρη τη χώρα.
Από την Απόκρυψη στην Επανέκθεση
Μετά την Απελευθέρωση, άρχισε μια νέα, εξίσου απαιτητική εργασία: η ανάσυρση των αρχαιοτήτων από τις κρύπτες τους, η συντήρησή τους και η σταδιακή επιστροφή τους στις αίθουσες των μουσείων.
Η διαδικασία απαιτούσε προσεκτικούς χειρισμούς, καθώς τα έργα έπρεπε να μετακινηθούν και πάλι, να ελεγχθεί η κατάστασή τους και να αποκατασταθούν οι χώροι που είχαν μετατραπεί σε ορύγματα και καταφύγια.
Στο Μουσείο της Ακρόπολης, σημαντικό ρόλο στην ανάσυρση και την επανέκθεση των αρχαιοτήτων είχε ο Γιάννης Μηλιάδης, συνεχίζοντας το έργο προστασίας που είχε αναλάβει κατά την Κατοχή.
Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, η επαναφορά των εκθεμάτων προχωρούσε επίσης σταδιακά, καθώς τα αγάλματα ανασύρονταν από το χώμα όπου είχαν παραμείνει επί χρόνια.
Ήταν αυτή η διαδικασία που παρακολούθησε ο Γιώργος Σεφέρης τον Ιούνιο του 1946. Τα αγάλματα που είχαν εξαφανιστεί από τις αίθουσες του μουσείου για να διασωθούν από τον πόλεμο έρχονταν ξανά στο φως.
Πίσω από τον «αναστάσιμο χορό» που περιγράφει ο ποιητής βρίσκονταν οι αποφάσεις, η εργασία και η επιμονή των ανθρώπων που είχαν φροντίσει να προστατεύσουν τα αγάλματα και να τα παραδώσουν ξανά στο κοινό.
* Το προσωπικό ημερολόγιο του Γιώργου Σεφέρη κυκλοφόρησε σε εννέα τόμους, με αυτόν τον τίτλο, από τις Εκδόσεις Ίκαρος.
Πηγές
– Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, «Η διάσωση των αγαλμάτων». Ιστορικό και φωτογραφικό υλικό για την απόκρυψη των αρχαιοτήτων κατά τον Β′ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις πιέσεις των κατοχικών αρχών.
– Κώστας Πασχαλίδης, «Τα θαμμένα αγάλματα του πολέμου», LiFO. Αναλυτική παρουσίαση της προετοιμασίας, της επιχείρησης απόκρυψης και των ανθρώπων που συμμετείχαν.
– Βασίλειος Χ. Πετράκος, «Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο 1940-1944», εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, αυτοτελής έκδοση (αρχική δημοσίευση: Μέντωρ, τχ. 31, 1994, σ. 69-185).
– Georgia Flouda, «Archaeology in the War Zone: August Schörgendorfer and the Kunstschutz on Crete During World War II», Annual of the British School at Athens, τόμ. 112, 2017.
– «Γιάννης Μηλιάδης, μια σημαντική μορφή της ελληνικής αρχαιολογίας», Αρχαιολογία και Τέχνες, 2016.
***
«Γι’ αυτό Κρύψαμε τα Αρχαία!»
Η ιστορία της διάσωσης των αρχαιοτήτων ζωντανεύει και για τους μικρότερους μαθητές μέσα από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Γι’ αυτό κρύψαμε τα αρχαία!», που διοργανώνει το «Σπίτι του Αρχαιολόγου» για τη σχολική χρονιά 2026-2027.
Με αφετηρία την απόκρυψη των συλλογών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου κατά τον Β′ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα παιδιά γνωρίζουν την ιστορία μέσα από αρχειακές φωτογραφίες, κόμικ και παιχνίδια ρόλων. Στη συνέχεια, αναλαμβάνουν τα ίδια τον ρόλο του αρχαιολόγου: αποκαλύπτουν κρυμμένα αντικείμενα μέσα από ειδικές μουσειοσκευές, τα παρατηρούν, τα καταγράφουν και τα συναρμολογούν.
Το πρόγραμμα απευθύνεται σε μαθητές Γ′-ΣΤ′ Δημοτικού και Α′ Γυμνασίου. Πραγματοποιείται στο «Σπίτι του Αρχαιολόγου» (Λητούς 1, Μαρούσι) ή στη σχολική τάξη. Πληροφορίες μπορείτε να βρείτε εδώ.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Κι αν ο Hitler είχε Νικήσει; Τα «Τρομερά Αν» της Ιστορίας