Μαθαίνουμε να παρακάμπτουμε εμπόδια, να αλλάζουμε διαδρομές, να αποδεχόμαστε ως μόνιμο ό,τι υποτίθεται πως είναι προσωρινό στην πόλη. Όμως, οι μικρές αυτές προσαρμογές αποκαλύπτουν πόσο βαθιά επηρεάζει ο δημόσιος χώρος την καθημερινή μας ζωή.
«Γιατί τα παγκάκια έχουν γίνει τόσο άβολα;» αναρωτιέται η κοπέλα που μου απευθύνεται μέσα από την οθόνη του κινητού μου. Βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, κάθεται σε ένα παγκάκι του οποίου το κάθισμα χωρίζεται με ενδιάμεσα μπράτσα και μου εξηγεί ότι αυτό είναι ένα παράδειγμα εχθρικής αρχιτεκτονικής (hostile architecture).
Συνεχίζει, λέγοντας ότι με αυτό τον όρο περιγράφονται πρακτικές που εφαρμόζονται στις σύγχρονες πόλεις για να αποτρέψουν τη χρήση του αστικού εξοπλισμού με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που «θέλουν» οι πόλεις – και όταν ο σχεδιασμός επιβάλλει κάποια συμπεριφορά, ασκεί πολιτική. Παράδειγμα: τα ενδιάμεσα μπράτσα στα παγκάκια εμποδίζουν κάποιον να ξαπλώσει, μεγάλες ζαρντινιέρες εμποδίζουν κάποιον να πλησιάσει σε κάποιο κτίριο, μικρά εξογκώματα σε πεζούλια εμποδίζουν επίδοξους skaters κ.λπ.
Κράτησα τον όρο «εχθρική αρχιτεκτονική» και για μέρες τον επανέφερα στο μυαλό μου αναζητώντας, καθώς περπατούσα, εφαρμογές της «εχθρικής αρχιτεκτονικής» γύρω μου.
Τον περασμένο μήνα, εν μέσω προετοιμασιών για τη ΔΕΘ, αποκαλύφθηκε το αποκατεστημένο Αλκαζάρ, ένα από τα σημαντικότερα οθωμανικά μνημεία της Θεσσαλονίκης. Τη θριαμβευτική ανακοίνωση συνόδευε αναπόφευκτα η πληροφορία πως το Αλκαζάρ ήταν πίσω από λαμαρίνες για 37 χρόνια. Τα 20 από αυτά τα έζησα κι εγώ στη Θεσσαλονίκη και το σημείο του Αλκαζάρ έχει καταγραφεί στη μνήμη μου σαν αυτό το σημείο της Εγνατίας όπου οι λαμαρίνες βγαίνουν στον δρόμο ακυρώνοντας το πεζοδρόμιο, οπότε πρέπει να κάνουμε παράκαμψη, να περπατήσουμε για λίγο στην άσφαλτο ή να περάσουμε στο απέναντι πεζοδρόμιο για να συνεχίσουμε την πορεία μας.
Τώρα το πεζοδρόμιο έχει επιστρέψει στην πόλη και δεν υπερβάλλω λέγοντας ότι όσο οι παράγοντες της πόλης χαίρονται για την αποκάλυψη του μνημείου, άλλο τόσο οι κάτοικοί της χαίρονται για το πεζοδρόμιό του.
Ίδιο ακριβώς παράδειγμα είναι το σημείο μπροστά στους κινηματογράφους Αττικόν και Απόλλων στην Αθήνα. Οι κινηματογράφοι καταστράφηκαν το 2012, λύση για την αποκατάστασή τους δεν έχει βρεθεί ακόμη και μαζί με τις δύο κινηματογραφικές αίθουσες η πόλη έχασε και μερικά μέτρα πεζοδρομίου, πράγμα που δεν θα παρατηρούσα αν τον Ιούνιο του 2026, δηλαδή 14 χρόνια μετά την αρχική τοποθέτησή τους, κάποιος δεν είχε την εκπληκτική ιδέα να «συμμαζέψει» τις λαμαρίνες, αποδίδοντας εκ νέου το τμήμα του κάτω πεζοδρομίου της Σταδίου στους πεζούς.
Σε ένα σχόλιο για το παραπάνω, διάβασα ότι «το σώμα μου έχει συνηθίσει να κάνει την παράκαμψη, η αποκάλυψη του πεζοδρομίου το αιφνιδίασε» και έτσι έκανα τη σύνδεση: στην Ελλάδα μπορεί να μην έχουμε εφαρμόσει (ακόμη) πρακτικές «εχθρικής αρχιτεκτονικής» στα παγκάκια, αλλά οι λαμαρίνες, τα αλουμινένια πετάσματα που αλλάζουν τις διαδρομές, τις οπτικές, την αντίληψη και την αίσθηση ασφάλειας καθενός μας στις πόλεις είναι η δική μας «εχθρική αρχιτεκτονική».
Στις αρχές του Ιουλίου, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Zohran Mamdani, γνωστοποίησε στην παγκόσμια κοινότητα με μια ανάρτησή του ότι βάζει στο πρόγραμμα το «συμμάζεμα» των σκαλωσιών της πόλης του με σκοπό να βελτιστοποιήσει τον φωτισμό και τον αερισμό των πεζοδρομίων, να ελαχιστοποιήσει τον χώρο που καταλαμβάνουν και –γιατί όχι– να τους προσθέσει και λίγο χρώμα.
Στην αρχή το αντιμετώπισα με χιούμορ, σκέφτηκα «έλυσε κιόλας όλα τα προβλήματα της πόλης και τώρα ασχολείται με τις σκαλωσιές». Όσο περνούν οι μέρες, όμως, όσο παρατηρώ τις εκτάσεις που καταλαμβάνουν οι σκαλωσιές και οι λαμαρίνες στις πόλεις και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουν σιωπηλά τις καθημερινές μας συνήθειες, αντιλαμβάνομαι ότι η κίνησή του αυτή είναι κάτι πολύ περισσότερο από συμβολική.
Σε αυτό το σύντομο βίντεο, ο Mamdani μας εξηγεί ότι οι πόλεις είναι διαρκώς υπό κατασκευή και οι σκαλωσιές, όσο προσωρινές και αν μοιάζουν, είναι ένα μόνιμο στοιχείο τους, είναι πάντα «εκεί», και όταν φύγουν από εκεί, θα πάνε παραδίπλα. Θα πρέπει λοιπόν να είναι και αυτές σχεδιασμένες, να περιορίζονται σε συγκεκριμένες διαστάσεις, να καταλαμβάνουν ελεγχόμενο χώρο, να είναι καθαρές και φροντισμένες, να αντιμετωπίζονται και αυτές σαν αστικός εξοπλισμός και η τοποθέτησή τους να μη γίνεται με μοναδικό κριτήριο την εξυπηρέτηση του εκάστοτε έργου, αλλά κυρίως της ίδιας της πόλης.
Και εδώ εμφανίζεται ο όρος pothole politics, δηλαδή «πολιτική της λακκούβας», την οποία ο Mamdani έχει αναδείξει σε χαρακτηριστικό στοιχείο της πολιτικής του. Σκοπός της «πολιτικής της λακκούβας» είναι η φροντίδα της μικροκλίμακας και προκύπτει από τη διαπίστωση ότι, για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής στις πόλεις και της καθημερινότητάς τους, δεν αρκούν γενναίες και εμβληματικές παρεμβάσεις. Η αντιμετώπιση μικρών, πρακτικών προβλημάτων (όπως το κλείσιμο μιας λακκούβας ή η αντικατάσταση μιας σκαλωσιάς) μπορεί να είναι πολύ επιδραστικότερη από επεμβάσεις που απαιτούν χρόνο, διαβούλευση και μεγάλες χρηματοδοτήσεις.
Άλλωστε, «φτιάχνοντας τα μικρά, κερδίζεις την εμπιστοσύνη που απαιτούν τα μεγάλα».
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Η Σύγχρονη Αρχαιολογία δεν Νοσταλγεί το Παρελθόν