Έχοντας κάνει αρκετά ταξίδια διαφόρων μορφών, αποφάσισα αυτή τη φορά να κάνω κάτι διαφορετικό: τέσσερις ημέρες σε ένα yoga retreat (ένα «καταφύγιο ευεξίας», όπως ίσως θα το λέγαμε στο χωριό μου) στη νότια Ισπανία. Κι ενώ αρχικά πίστευα πως θα περνούσα βαρετές μέρες ανάμεσα σε «δήθεν» ψαγμένο κόσμο, τελικά εξελίχθηκε σε σημαντικό case study για την ανθρώπινη ψυχή αλλά και την ηρεμία.
Προτού φτάσει στον προορισμό του, σε ένα ήσυχο παραθαλάσσιο χωριό της Λευκής Ακτής (Costa Blanca), το λεωφορείο διασχίζει το Benidorm, γνωστό και ως Μανχάταν της Μεσογείου. Μια μοναδική περίπτωση κατακόρυφης (κυριολεκτικά) τουριστικής ανάπτυξης από τη δεκαετία του ’60, που οδήγησε στη δημιουργία της πόλης με τους περισσότερους ουρανοξύστες ανά κάτοικο παγκοσμίως.
Οι δρόμοι χωρίζονται σε γερμανικές, βρετανικές, ολλανδικές και σκανδιναβικές περιοχές, με μικρές κοινότητες από σούπερ μάρκετ, εστιατόρια, εκκλησίες και σχολεία αντίστοιχων εθνικοτήτων. Πολλοί ευκατάστατοι Βορειοευρωπαίοι έχουν βρει το καταφύγιό τους σε αυτή την άκρη της γηραιάς ηπείρου, όπου η θερμοκρασία σπάνια πέφτει κάτω από τους 15 ºC κατά τη διάρκεια της χρονιάς.

Η υποδοχή στο retreat είναι ήρεμη και φιλική. Η ιδιαιτερότητά του σε σχέση με άλλα αντίστοιχα είναι ότι λειτουργεί όλο τον χρόνο, ο κόσμος έρχεται και φεύγει όποτε θέλει, διαμορφώνοντας μια καθημερινότητα με ανθρώπους που εναλλάσσονται συχνά. Κάποιοι έχουν έρθει για τρεις νύχτες, άλλοι για δεκατέσσερις. Ένα αμάλγαμα από πολιτισμούς και προσωπικότητες από όλο τον κόσμο, με διαφορετικές ιστορίες, που βρέθηκαν σε αυτό το μέρος για να ηρεμήσουν.
Οι εγκαταστάσεις, παρότι περιλαμβάνουν θερμαινόμενη πισίνα και σάουνα, παραμένουν αυτές μιας οικογενειακής επιχείρησης χαμηλού προφίλ, με λογικό κόστος, που έχει ως στόχο την ολιστική ευεξία. Από περίπατους στο δάσος και workshops μέχρι μασάζ, γιόγκα αλλά και απλή γυμναστική. Η διατροφή αποτελείται από 100% φυτικά και υγιεινά συστατικά (vegan), τα οποία, προς έκπληξή μου, ήταν αρκετά νόστιμα, παραμένοντας κοντά στη μεσογειακή διατροφή (όσπρια, λαχανικά, παραλλαγές γνωστών πιάτων όπου π.χ. το τυρί αντικαθίσταται από τόφου, τοπικά φρούτα).

Δεδομένων των συνθηκών (άνεση χρόνου, χρημάτων, ηρεμίας, η γιόγκα στο επίκεντρο), ο κόσμος αποτελείται κυρίως από γυναίκες 40-60 ετών, χωρίς τρέχουσες οικογενειακές υποχρεώσεις, που αναζητούν κάτι διαφορετικό και πιο ενεργητικό από άλλο ένα all-inclusive resort.
Όντας από τους λίγους άντρες (περίπου 4 στους 20), μοιράζομαι αρχικά το διαμέρισμα με έναν 50άρη Άγγλο που, έπειτα από παραμονή μιας εβδομάδας, ετοιμάζεται να επιστρέψει πίσω. Βλέποντάς τον μόνο και χωρίς βέρα, υποψιάζομαι ότι πρόκειται για εργένη που αναζητά στη ζωή του προσωπική εξέλιξη και περιπέτεια. Πέφτω τελείως έξω: πρόκειται για κάποιον που μεγάλωσε σχεδόν μόνος το παιδί του (stay-at-home dad) ενόσω η γυναίκα του δούλευε και πλέον διανύει τον δεύτερο χρόνο μιας επίπονης διαδικασίας διαζυγίου. Προσπαθώντας να πάρει κάποιες ανάσες, αυτό είναι το πρώτο ταξίδι της ζωής του χωρίς παρέα.
Νόμιζα ότι εδώ έρχονται άνθρωποι που ψάχνουν να φύγουν από κάπου, να ξεφύγουν·από μια βαρετή ζωή, από μια σχέση που έχει τελειώσει, από ένα εργασιακό τέλμα, από κάτι που τους ταλαιπωρεί. Τελικά, έκανα λάθος: όλοι ήρθαν για να βρουν κάτι.
Ξυπνάω ανανεωμένος, έχοντας προτιμήσει μια ώρα επιπλέον ύπνου αντί της πρωινής γιόγκα στην ταράτσα, και τρώω το πρωινό μου έξω, κάτω από τους φοίνικες. Κυκλοφορώντας αποκλειστικά με κοντομάνικο, ξεχνάω ότι είναι Νοέμβριος. Πιο πέρα, μια κοπέλα κάθεται αμίλητη, πράγμα σπάνιο για Αμερικανίδα. Παρότι ο κόσμος που συναντώ είναι (ίσως τυχαία) εσωστρεφής, κανένας δεν κοιτάζει το κινητό του· όλοι προσπαθούν να αποσυνδεθούν από τον γύρω κόσμο και να συνδεθούν με το «εδώ».
Τελικά, μαθαίνω ότι ζει στην πρωτεύουσα, στη «φωλιά του λύκου» κατά την τρέχουσα θητεία του Trump, και, ενώ είναι δασκάλα, προς το παρόν ασκεί το επάγγελμα της ιερέα. Σκέφτεται όμως να το γυρίσει στην ψυχολογία, για να έχει ελεύθερα τα Σαββατοκύριακα, αλλά και γιατί θα πληρώνεται καλύτερα. Έχοντας περάσει και αυτή ένα έντονο διαζύγιο, μου λέει ότι πρόσφατα είχε πάει με τη μητέρα της στην Ελλάδα, ένα όνειρό της από τότε που έμαθε αρχαία ελληνικά στο σχολείο.
Το μεσημέρι ανεβαίνουμε στο βουνό μέσα από ένα δασώδες μονοπάτι. Ο συγκάτοικός μου έχει αντικατασταθεί από έναν 78χρονο, επίσης Άγγλο, ο οποίος, παρά την ηλικία του, δρασκελίζει το χωμάτινο μονοπάτι λίγο πιο γρήγορα από μένα. Έχοντας αλλάξει δύο δουλειές και τρεις γυναίκες, έχει πάθει burn-out από την υπερβολική εργασία στη φιλανθρωπική οργάνωση που έχει δημιουργήσει. Με ρωτάει για το μέλλον του AI και για το πώς μπορεί να το εκμεταλλευτεί.
Στην κορυφή, θαυμάζοντας τη θέα με τη θάλασσα από κάτω, παίρνουμε δέκα λεπτά για να κάνουμε διαλογισμό. Η υπεύθυνη της ημέρας είναι μια κοπέλα 28 χρόνων, η οποία, μην αντέχοντας τις συνθήκες εργασίας στην Ισπανία, έζησε δέκα χρόνια στην Αυστραλία, μέχρι που άρχισε να της λείπει η πατρίδα. Το όνομά της είναι Iris, από το ελληνικό Ίριδα, γιατί ο πατέρας της λάτρευε τη ζωγραφική και ήθελε να την ονομάσει «τα χρώματα του ουράνιου τόξου». Πλέον είναι χαρούμενη που μπορεί, έστω προς το παρόν, να βιοπορίζεται κάνοντας ένα επάγγελμα που πολλές επισκέπτριες ζήλεψαν.
Την ώρα του μεσημεριανού γνωρίζω έναν άλλο Άγγλο που, δουλεύοντας πολλά χρόνια ως νταλικέρης, θέλει τώρα να κάνει κάτι διαφορετικό. Κάνοντας το δρομολόγιο Λονδίνο-Πειραιάς σε έξι μέρες, έχει μάθει να κοιμάται στο όχημά του και να είναι μόνος. Έτσι, αυτό το retreat είναι από τις πρώτες επαφές που έχει με άλλον κόσμο. Όντας ο ίδιος εσωστρεφής και αντιμετωπίζοντας πάντα με δυσκολία τους ανθρώπους, μου φαίνεται ασυνήθιστη η εικόνα ενός μεγαλύτερου να μου δείχνει τους άλλους και να με ρωτάει: «Δυσκολεύομαι να πιάσω κουβέντα με αυτούς… Πώς το κάνεις;».

Το μεσημέρι, την ώρα της σιέστας, δοκιμάζω μια βουτιά στην πισίνα. Το ζευγάρι δίπλα μου είναι Ισλανδοί, οι οποίοι μιλούν αποκλειστικά και μόνο στη γλώσσα τους εδώ και δύο μέρες. Σπάζοντας το σερί, μου λένε να δοκιμάσω να μπω πρώτα στη σάουνα και μετά να βουτήξω αμέσως στα κρύα νερά, γιατί «είναι υγιεινό». Ανοίγω το κινητό μου και αμέσως ο αλγόριθμος μου προτείνει το άρθρο: «Η Ισλανδική Γλώσσα Πεθαίνει».
Το απόγευμα εμφανίζεται μια νέα Αμερικανίδα, με χιπ εμφάνιση και κόκκινα γυαλιά. Μου φάνηκαν υπερβολικά και δήθεν, μέχρι που έμαθα ότι τα φοράει για να κόβει το μπλε φως και να ηρεμεί τα βράδια προτού κοιμηθεί. Περιέργως, και ενώ βρίσκεται στην άλλη άκρη του κόσμου, γνωρίζει την τεχνολογική εταιρεία που δουλεύω και οτιδήποτε έχει να κάνει με τσιπ και νέες τεχνολογίες. Κι εκεί που νιώθω ότι έχω όρεξη για συζήτηση, απομακρύνομαι όταν το γυρνάει στα ζώδια και στο «πόσο δύσκολο είναι να βρεις καλό αστρολόγο τη σήμερον ημέρα».
Το βράδυ θα κλείσει με yoga nidra. Έχοντας φτάσει σε ηλικία που οι περισσότεροι γνωστοί μου αποσύρονται στο σπίτι με την οικογένειά τους το βράδυ, η συνύπαρξη 20 ανθρώπων σε έναν χώρο με χαμηλά φώτα και ηρεμία, υπό την καθοδήγηση κάποιου, μου φέρνει σκέψεις ή μνήμες από έναν άλλο κόσμο, ίσως από φοιτητική ή σχολική ζωή, κάτι από άλλες εποχές, κάτι ζεστό και οικείο, όταν ξημεροβραδιαζόμασταν στα έδρανα, στα φροντιστήρια ή στις εξωσχολικές δραστηριότητες. Μόνο που αυτή η χαλαρωτική διαδικασία θα διακοπεί από το ροχαλητό του Ισλανδού.
Μια ασυνήθιστη εικόνα: άνθρωποι χαμένοι στις σκέψεις τους, αλλά ταυτόχρονα ο ένας δίπλα στον άλλο.
Τις ημέρες που ήμουν εκεί, εκπροσωπούσα στα μάτια πολλών την Ελλάδα του πολιτισμού, της δημοκρατίας και των όμορφων τουριστικών αξιοθέατων. Ένα «καλημέρα» με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Είναι πρωί και εμφανίζεται μια Ελληνίδα. Όντας ξεναγός για χρόνια στη Δήλο και στη Μύκονο, έχει και αυτή καλή επαφή με ξένους, καθώς και με καταστάσεις προσωπικής ευεξίας.
«Καλύτερα που έφυγες έξω», μου λέει. «Κι εγώ με το ζόρι αντέχω τα λαμόγια στην πατρίδα». Στον περίπατο της ημέρας, εκφράζει με πάθος την αντίθεσή της για τους ουρανοξύστες του Benidorm που κατέστρεψαν το φυσικό τοπίο. Η μέντοράς μας από το retreat προσπαθεί να επαναφέρει την ηρεμία και την ειρήνη: «Είναι το μόνο μέρος στην περιοχή που είναι έτσι, οπότε ας είναι. Και κατά κάποιον τρόπο νιώθω μια κρυφή υπερηφάνεια, έχοντας μεγαλώσει εδώ, να βλέπω ότι άνθρωποι από όλο τον κόσμο θέλουν να έρθουν στον τόπο μου».
Είμαστε έξω στον κήπο, με κοντομάνικα· η δροσερή αύρα χαϊδεύει τις φυλλωσιές γύρω μας. Καθόμαστε για περίπου μια ώρα αμίλητοι, κάνοντας journaling (γράφοντας ημερολόγιο), προσπαθώντας να μεταφέρουμε τις σκέψεις μας σε χαρτί. Μια ασυνήθιστη εικόνα: άνθρωποι χαμένοι στις σκέψεις τους, αλλά ταυτόχρονα ο ένας δίπλα στον άλλο.
Το απόγευμα κάνω μια βόλτα μέχρι την παραλία. Δεν παίρνω παγωτό, συγκρατούμαι, και, σε αντίθεση με κάποιους θαρραλέους που κάνουν μπάνιο, απλώς βρέχω τα πόδια μου. Στην επιστροφή, πετυχαίνω τον ηλικιωμένο συγκάτοικό μου. «Σε είδα όταν έφυγες, αλλά δεν σε πρόλαβα, κατέβηκα κι εγώ βόλτα στην παραλία. Μετά σε είδα να πλατσουρίζεις στα βότσαλα, αλλά κατάλαβα ότι ήσουν χαμένος στις σκέψεις σου και είπα να σε αφήσω μόνο».
Κάποιοι επιλέγουν να κάνουν juicing, ένα αμφιλεγόμενο πρόγραμμα αποτοξίνωσης στο οποίο τα γεύματα αντικαθίστανται από χυμούς χωρίς ίνες, ώστε να μη χρειάζεται το σώμα να κάνει πέψη και να έχει περισσότερη ενέργεια. Εγώ πάλι ανήκω στο άλλο στρατόπεδο με το να έχω κρυφά στο δωμάτιό μου μια σοκολάτα.
Την ώρα του δείπνου παρατηρώ δύο κοπέλες να μεταφέρουν διακριτικά κάτω από το τραπέζι μια λευκή σκόνη. Γνωρίζοντας ότι είναι νοσοκόμες, το μυαλό μου πήγε σε πολλά. Τελικά ήταν αλάτι, κάτι που επίσημα δεν επιτρέπεται στους χώρους του retreat. Το βράδυ μια κοπέλα θα διαμαρτυρηθεί στη ρεσεψιόν γιατί, ενώ η ίδια κάνει juicing, η συγκάτοικός της παρήγγειλε πίτσα και η μυρωδιά δεν την αφήνει να ηρεμήσει. Από πίσω της βλέπω δύο άλλες που σχεδόν στα κρυφά φεύγουν με ταξί για να ζήσουν το nightlife της περιοχής. Παρά τη χαλαρή και εθελοντική φύση του retreat, η σκηνή με κάνει να χαμογελάσω, καθώς μου φέρνει μνήμες από τον στρατό.

Οι κοινόχρηστοι χώροι είναι ζεστοί, με δανειστική βιβλιοθήκη, επιτραπέζια και πάντα διαθέσιμα φρούτα και υγιεινά ροφήματα. Θυμίζουν λίγο πανεπιστημιακή λέσχη υψηλού επιπέδου. Η υπεύθυνη στη ρεσεψιόν με φωνάζει: «Μανόλη, καλά περνάς; Αύριο φεύγεις, ε; Να μας ξανάρθεις!».
Συνειδητοποιώ ότι αυτό που μου μένει από αυτή την εκδρομή, πέρα από τους περιπάτους, τη γιόγκα, το φαγητό και τον καλό καιρό –πράγματα που θα μπορούσα να βρω ίσως και αλλού– είναι οι άνθρωποι. Μπορεί το πρόγραμμα να στόχευε κυρίως στη σωματική υγεία, όπως οι ασκήσεις και η διατροφή, αλλά είτε έμμεσα είτε άμεσα άγγιξε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι ψυχικής υγείας.
Νόμιζα ότι εδώ έρχονται άνθρωποι που ψάχνουν να φύγουν από κάπου, να ξεφύγουν από μια βαρετή ζωή, από μια σχέση που έχει τελειώσει, από ένα εργασιακό τέλμα, από κάτι που τους ταλαιπωρεί. Τελικά, έκανα λάθος: όλοι ήρθαν για να βρουν κάτι. Άλλοι έναν υγιεινό τρόπο ζωής. Άλλοι την επαφή με τη φύση ή τη χαλάρωση. Πολλοί για να βρουν τον εαυτό τους.
Για μένα, πάντως, ήταν το αίσθημα της κοινότητας και του ανήκειν· το να βρεθούν κάποιοι άνθρωποι από διαφορετικά μέρη, με διαφορετικές ιστορίες, σε ένα περιβάλλον που δεν κρίνει αλλά, έστω για λίγο, τους αποδέχεται. Όλοι ήταν ο εαυτός τους, χωρίς να έχουν να αποδείξουν κάτι στους άλλους, αλλά ταυτόχρονα με όρεξη να συνδεθούν ουσιαστικά και να αλληλοεπιδράσουν μεταξύ τους. Είναι κάτι που πολλοί υποτιμούν, θεωρούν δεδομένο ή το μπερδεύουν με τις επιφανειακές, ανούσιες συναναστροφές. Αλλά, για πολλούς από εμάς, είναι κάτι πολύτιμο και δυσεύρετο.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Σκύρος: Ορεινή και Ελκυστική Όλο τον Χρόνο
