Ο Θωμάς Δοξιάδης βλέπει τον τόπο ως ζωντανό οργανισμό, και αυτή η ματιά έχει βαθιές ρίζες στο προσωπικό του υπόβαθρο. Μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο κόσμους. Μια οικογένεια βαθιά ριζωμένη στον ελληνικό τουρισμό, με τον πατέρα του πρόεδρο επί 20 χρόνια στο Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο και εκπρόσωπο τέταρτης γενιάς ξενοδόχων και, από την άλλη, με συγγενείς γιατρούς, που του έμαθαν να σκέφτεται με όρους υγείας, αντοχής και ισορροπίας.
Αργότερα, ήρθαν να ενώσουν αυτά τα νήματα η αρχιτεκτονική και η πολεοδομία. Σήμερα, ως ιδρυτής του doxiadis+ σχεδιάζει χώρους όπου το φυσικό και το δομημένο συνυπάρχουν με ακρίβεια και φροντίδα.
Για τον Θωμά Δοξιάδη, η κλιματική αλλαγή δεν είναι ένα σενάριο του μέλλοντος, αλλά μια συνθήκη που ήδη δοκιμάζει τα όρια των τόπων. Τα τελευταία περίπου 100 χρόνια, επισημαίνει, έχει χαθεί ένα τεράστιο ποσοστό ζωής στον πλανήτη − και αυτή η απώλεια αφορά άμεσα τόσο τα οικοσυστήματα όσο και τις κοινωνίες που εξαρτώνται από αυτά. Γιατί τα είδη δεν λειτουργούν μεμονωμένα, είναι μέρος σύνθετων αλυσίδων ζωής, και όταν σπάει ένας κρίκος, συχνά αποσταθεροποιείται ολόκληρο το σύστημα.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το ερώτημα δεν είναι απλώς πώς θα συνεχίσουμε να χτίζουμε και να αναπτυσσόμαστε, αλλά πώς μπορούμε να είμαστε καλά ως άνθρωποι χωρίς να υπονομεύουμε τα ίδια τα οικοσυστήματα που μας στηρίζουν. Και εδώ, όπως τονίζει, η αρχιτεκτονική −και ειδικότερα η αρχιτεκτονική τοπίου− αποκτά κρίσιμο, σχεδόν δομικό ρόλο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αρχιτεκτονική τοπίου δεν αντιμετωπίζεται ως αισθητική επιλογή ή περιβαλλοντικό συμπλήρωμα. Λειτουργεί ως εργαλείο ανθεκτικότητας − ένας τρόπος να ξανασκεφτούμε τη σχέση μας με τον τόπο, όχι ως κάτι που διαμορφώνουμε κατά βούληση, αλλά ως ένα ζωντανό σύστημα ζωής στο οποίο ανήκουμε.
Τον συνάντησα στο γραφείο του, στο κέντρο της Αθήνας − έναν χώρο ήρεμο, σχεδόν αποσυμπιεστικό, που λειτουργεί ως μικρό αντίβαρο στην ένταση της πόλης. Όπως ακριβώς και η φιλοσοφία του.
Πώς ορίζετε την έννοια της «οικολογικής βιωσιμότητας» μέσα από το πρίσμα της αρχιτεκτονικής τοπίου;
Τα τελευταία περίπου 100 χρόνια, έχει χαθεί τεράστιο ποσοστό της ζωής στον πλανήτη. Η απώλεια είναι αναμφίβολα εξαιρετικά μεγάλη και αφορά άμεσα τόσο τη Γη όσο και τον ίδιο τον άνθρωπο. Τα είδη δεν υπάρχουν μεμονωμένα· αποτελούν μέρος σύνθετων οικοσυστημάτων, κοινωνιών και αλυσίδων ζωής. Επομένως, καθώς σκεφτόμαστε το μέλλον, οφείλουμε να αναρωτηθούμε. Πώς μπορούμε
να είμαστε καλά ως άνθρωποι, χωρίς να καταστρέφουμε τα άλλα έμβια όντα και τα οικοσυστήματα από τα οποία εξαρτόμαστε; Και ειδικότερα, τι ρόλο μπορεί να παίξει η αρχιτεκτονική και η αρχιτεκτονική τοπίου σε αυτή τη συζήτηση;
Με ποιον τρόπο η σωστή διαχείριση του τοπίου μπορεί να συμβάλει στην προστασία της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων;
Η αρχιτεκτονική τοπίου καλείται να βρει τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ανθρώπινη ανάγκη για ανάπτυξη και στην προστασία της φύσης. Δεν μιλάμε για την κατάργηση της ανάπτυξης, αλλά για τρόπους σχεδιασμού που είναι τουλάχιστον μη καταστροφικοί και, ιδανικά, επανορθωτικοί και θεραπευτικοί για το τοπίο.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Κυκλάδες. Όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε εκεί, γύρω στο 2000, το κυρίαρχο μοντέλο διαμόρφωσης περιλάμβανε γκαζόν, φοίνικες και εξωτικά φυτά – μια αισθητική ξένη προς τον τόπο. Αυτό δεν ήταν κυρίως οικολογικό λάθος, αλλά λάθος ταυτότητας και brand. Οι Κυκλάδες αποτελούν ένα μοναδικό «διαμάντι»· το να τις προβάλλεις με εικόνες που θα μπορούσαν να ανήκουν οπουδήποτε στον κόσμο μειώνει την αξία του ίδιου του προϊόντος.
Πώς μπορεί η σωστή διαχείριση του τοπίου να συμβάλει στην προστασία της βιοποικιλότητας αλλά και στην οικονομική βιωσιμότητα, ιδιαίτερα στον τουρισμό;
Το ίδιο παράδοξο επαναλαμβάνεται συχνά στον τουρισμό. Οι άνθρωποι ταξιδεύουν σε όμορφα μέρη, αλλά η ανάπτυξη που ακολουθεί συχνά καταστρέφει σταδιακά αυτή την ομορφιά. Κακή δόμηση, λάθος κλίμακα και απώλεια ταυτότητας οδηγούν τελικά σε μείωση της αξίας του ίδιου του προορισμού.
Χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία βίωσαν αυτή την απώλεια ήδη από τη δεκαετία του ’70 εξαιτίας του μαζικού και φτηνού τουρισμού. Προσπάθησαν έπειτα να κατεδαφίσουν και να ξαναχτίσουν για να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους. Η Ελλάδα είχε και έχει ακόμη το πλεονέκτημα πολλών σχετικά παρθένων τόπων. Το στοίχημα είναι να αναπτυχθούν έξυπνα, με τρόπο βιώσιμο τόσο περιβαλλοντικά όσο και οικονομικά.
Ποια είναι τα βασικά στοιχεία που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ένας αρχιτέκτονας τοπίου όταν σχεδιάζει ένα έργο με γνώμονα τη βιωσιμότητα;
Το κλειδί βρίσκεται στην κλίμακα, στην κατανόηση του τόπου και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική. Για πολλά χρόνια υπήρχε η αίσθηση ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, της βιοποικιλότητας και του φυσικού τοπίου είναι απέναντι από την ανάπτυξη. Αντίθετα σήμερα, φαίνεται πως αυτά τα δύο μπορούν και πρέπει να συμβαδίζουν, ότι αποτελούν τη βάση για έναν ανθεκτικό και ποιοτικό τουρισμό. Βλέπουμε προορισμούς όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη, που άντεξαν για χρόνια, σήμερα να δείχνουν σημάδια κόπωσης. Αυτό αποδεικνύει ότι χωρίς στρατηγική, ακόμη και τα ισχυρότερα brand φθείρονται.
Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της τοπικής χλωρίδας και των φυσικών υλικών στη διαμόρφωση ενός οικολογικά υπεύθυνου σχεδιασμού;
Στο παρελθόν θα έλεγα ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε αποκλειστικά ιθαγενή φυτά. Σήμερα, η προσέγγιση είναι πιο σύνθετη. Το ζητούμενο δεν είναι το μεμονωμένο φυτό, αλλά η φυτοκοινωνία – η αναπαραγωγή ενός λειτουργικού φυσικού συστήματος. Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας, τα φυτά έχουν εξελιχθεί ώστε να επιβιώνουν σε ακραίες συνθήκες. Στα βουνά «κοιμούνται» τον χειμώνα, ενώ στις ζεστές περιοχές ξεραίνονται το καλοκαίρι για να προστατευτούν από τη ζέστη και ξαναζωντανεύουν με τις βροχές. Όμως ο πελάτης έρχεται το καλοκαίρι και θέλει να βλέπει πράσινο και λουλούδια, όχι ένα τοπίο σε θερινή νάρκη.
Με την κλιματική αλλαγή, οι φυτοκλιματικές ζώνες μετακινούνται. Σε κάποιες περιοχές η αλλαγή θα είναι ριζική. Τα δάση ελάτης μπορεί να μετατραπούν σε πευκοδάση, ενώ μεσογειακά οικοσυστήματα θα αλλάξουν μορφή λόγω έλλειψης νερού. Τα κλιματικά μοντέλα δείχνουν, για παράδειγμα, ότι η Μεσσηνία και η Ηλεία τείνουν να μοιάσουν κλιματικά με τη Λακωνία και η Λακωνία με τις Κυκλάδες.
Υπάρχουν παραδείγματα έργων σας όπου η παρέμβαση στο τοπίο οδήγησε σε σημαντική περιβαλλοντική ή κοινωνική αναβάθμιση;
Σε έργα μεγάλης κλίμακας, όπως τα ξενοδοχειακά πάρκα, δεν σχεδιάζουμε για 20 χρόνια αλλά για πολλές δεκαετίες. Παρακολουθούμε στενά την υγεία των φυτών και τη συνολική ανθεκτικότητα του συστήματος, γιατί η εξάντληση οδηγεί σε ασθένειες και κατάρρευση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Αθήνα. Τα είδη που παλαιότερα θεωρούνταν «εισβολείς», όπως η βρωμοκαρυδιά, μπορεί στο μέλλον να αποδειχθούν πιο ανθεκτικά από τα παραδοσιακά δέντρα της πόλης και να λειτουργήσουν ως σύμμαχοι.
Παρά τις καλές χρονιές –όπως το 2025, με περισσότερες βροχές και πιο ισορροπημένη εποχή συγκριτικά με τις προηγούμενες τέσσερις– η γενική τάση είναι η άνοδος της θερμοκρασίας και η αύξηση του στρες στα φυτά. Αυτό συνδέεται άμεσα με την έξαρση ασθενειών. Όπως στους ανθρώπους, τα φυτά έχουν «ανοσοποιητικό σύστημα». Όταν είναι υγιή, συγκρατούν μύκητες, βακτήρια και έντομα. Όταν εξαντλούνται, γίνονται ευάλωτα και οι ασθένειες εξαπλώνονται ταχύτατα, όπως ένας ιός.
Ως αρχιτέκτονες τοπίου έχουμε την ευθύνη να βλέπουμε το τοπίο σφαιρικά, να παρακολουθούμε εξειδικευμένους επιστήμονες με γνώση για τις ασθένειες των φυτών και να σχεδιάζουμε με γνώμονα τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα. Το κλειδί δεν είναι απλώς τι φυτεύουμε σήμερα, αλλά πόσο ανθεκτικό θα είναι το σύστημα στο μέλλον.
Σε ποιον βαθμό πιστεύετε ότι οι ξενοδοχειακές μονάδες στην Ελλάδα έχουν αρχίσει να υιοθετούν βιώσιμες πρακτικές στην αρχιτεκτονική τοπίου και ποιες είναι, κατά τη γνώμη σας, οι βασικές προκλήσεις που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σήμερα ο κλάδος στην προσπάθεια αυτής της μετάβασης;
Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι πλέον ο σχεδιασμός, αλλά η συντήρηση. Τα φυσικά τοπία απαιτούν λιγότερη αλλά διαφορετική φροντίδα. Η αγορά συντήρησης δεν έχει ακόμη προσαρμοστεί πλήρως, με αποτέλεσμα συχνά να εφαρμόζονται παλιές πρακτικές σε νέα, πιο φυσικά συστήματα.
Υπερβολικές παρεμβάσεις, εκτεταμένοι ψεκασμοί και χρήση φαρμάκων που καταστρέφουν τα φυσικά οικοσυστήματα του εδάφους. Αντίθετα, απαιτείται μια διαφορετική ματιά που να στοχεύει σε έναν υγιή και βιώσιμο κύκλο. Ως μελετητές, δεν περιοριζόμαστε μόνο στον σχεδιασμό των έργων, παρακολουθούμε και τα ζητήματα που προκύπτουν στις επόμενες φάσεις, λειτουργώντας συχνά συμβουλευτικά δίπλα στις ξενοδοχειακές μονάδες.
Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που εντοπίζουμε είναι η επικοινωνία. Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να ακούσουν και να κατανοήσουν αυτή τη νέα προσέγγιση, αλλά είναι βαθιά εξοικειωμένοι με την παλιά νοοτροπία της συντήρησης. Έτσι, ακόμη και όταν ένα έργο ξεκινά σωστά, αλλαγές στη διοίκηση ή στο προσωπικό μπορούν εύκολα να ανατρέψουν την πορεία του.
Στην ουσία πρόκειται για μια περίοδο μετάβασης. Αν η αγορά είχε ήδη περάσει από την παλιά αντίληψη της εντατικής και συχνά παρεμβατικής συντήρησης σε μια πιο σύγχρονη, οικολογικά ευαίσθητη προσέγγιση, πολλά από αυτά τα προβλήματα δεν θα υπήρχαν. Βρισκόμαστε όμως σε ένα ενδιάμεσο στάδιο, αντίστοιχο με τη μετάβαση του τουρισμού από το μαζικό μοντέλο σε ένα πιο προσωπικό, αυθεντικό και βιωματικό. Χωρίς σωστή εκπαίδευση, καθοδήγηση και συνέχεια, είναι εύκολο να χαθεί ο ρυθμός και η κατεύθυνση αυτής της αλλαγής.
Πώς φαντάζεστε το μέλλον της αρχιτεκτονικής τοπίου;
Η αρχιτεκτονική τοπίου οργανώνει τις σχέσεις μεταξύ φυσικών και ανθρωπογενών στοιχείων. Δεν περιορίζεται στην καταγραφή φυτών και οικοσυστημάτων, όπως κάνει ο περιβαλλοντολόγος, αλλά εστιάζει στο πώς αυτά συνυπάρχουν, αλληλεπιδρούν και λειτουργούν μέσα στον χώρο. Σε μεγάλης κλίμακας έργα, όπως η ανασυγκρότηση περιοχών έπειτα από πλημμύρες, ο ρόλος της είναι καθοριστικός.
Για παράδειγμα, στον σχεδιασμό του μέλλοντος της Θεσσαλίας μετά τις πλημμύρες, δεν αρκούν μόνο τα τεχνικά αποστραγγιστικά έργα. Απαιτείται ολοκληρωμένος χωρικός σχεδιασμός: βλάστηση στις πλαγιές για συγκράτηση των νερών, φυσικές λίμνες για αποθήκευση, προστασία της αγροτικής παραγωγής και ταυτόχρονα βελτίωση του μικροκλίματος, ώστε οι αγροτικές και οικιστικές περιοχές να αντέχουν τη θερινή ζέστη.
Σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, οι αρχιτέκτονες τοπίου αποτελούν βασικούς συντονιστές του σχεδιασμού, ακριβώς επειδή διαχειρίζονται χωρικά προβλήματα που περιλαμβάνουν τη φύση. Στόχος είναι λύσεις «win-win». Το τοπίο να λειτουργεί σωστά, τα φυτά να ευδοκιμούν και ο άνθρωπος να ωφελείται μακροπρόθεσμα.
Πώς μπορεί ο σχεδιασμός τοπίου σε ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα να προσφέρει μια αυθεντική εμπειρία φιλοξενίας;
Στην Αντίπαρο, σε μια μεγάλη ανάπτυξη με βίλες, στόχος μας ήταν η ένταξη στο τοπίο χωρίς αλλοίωση της φυσικής ταυτότητας. Μελετήσαμε τι υπήρχε πριν και χρησιμοποιήσαμε στοιχεία του υπάρχοντος τοπίου –ελαιώνες, φρύγανα, πευκοδάση, αντί για γκαζόν και εξωτικές φυτεύσεις–, ώστε ο επισκέπτης να νιώθει πραγματικά τον τόπο. Όταν το τοπίο είναι αυθεντικό, η εμπειρία γίνεται βαθύτερη και ουσιαστικότερη.
Στόχος μας ήταν οι κατοικίες να εντάσσονται αρμονικά στο περιβάλλον, χωρίς να δίνουν την αίσθηση ότι το τοπίο έχει αλλοιωθεί. Αναγνωρίζουμε ότι κάθε κατασκευή είναι, από τη φύση της, παρεμβατική πράξη, γι’ αυτό φροντίζουμε να περιορίζουμε στο ελάχιστο τις επιπτώσεις κατά τη διάρκεια των έργων και, στη συνέχεια, να αποκαθιστούμε και να ενισχύουμε το τοπίο.
Έτσι, άλλες κατοικίες εντάχθηκαν σε περιοχές που προϋπήρχαν ζαρζαβατικά, άλλες που γύρω τους υπήρχαν παλιοί ελαιώνες και άλλες σε πλαγιές με φρύγανα και αρωματικά φυτά, χωρίς αυτά να είναι κόντρα τόσο αισθητικά όσο και περιβαλλοντικά. Με αυτόν τον τρόπο, το παλιό και το νέο δεν συγκρούονται, αλλά συνυπάρχουν σε ένα κοινό, βιώσιμο μέλλον.
Την ίδια λογική εφαρμόσαμε και στο Amanzoe, στο Πόρτο Χέλι. Σε έκταση 250 στρεμμάτων, αντλήσαμε στοιχεία από το ίδιο το περιβάλλον της περιοχής –πευκοδάση, μεσογειακούς θάμνους, ελαιώνες και αμπέλια–, με στόχο τη δημιουργία ενός τοπίου οικολογικά ισορροπημένου και αισθητικά αυθεντικού.
Η ουσιαστικότερη επιβεβαίωση της προσέγγισής μας προήλθε από τους ίδιους τους επισκέπτες, οι οποίοι, επί σειρά ετών, μας μετέφεραν πόσο έντονα αισθάνονταν ότι βρίσκονται στην Ελλάδα και πόσο το τοπίο συνέβαλλε καθοριστικά στη συνολική εμπειρία και στο αίσθημα ευεξίας.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Από τον Jules Verne στο Artemis ΙΙ: Η Ανθρωπότητα Επιστρέφει στη Σελήνη
Όταν η Τεχνητή Νοημοσύνη μας Ξέρει Λίγο Παραπάνω
Κωνστάνς Ζαφείρη: «Ο Φακός μου Αποκαλύπτει Πόσο Ωραίο Είναι να Ζεις»



