Οι γειτονιές μας αλλάζουν. Κι όταν μια γειτονιά γίνεται απλώς «πέρασμα», χάνει τη συνοχή της – και μαζί της το κρίσιμο δίκτυο αλληλοϋποστήριξης που την κρατά λειτουργική. Σε μια εποχή αχαρτογράφητων προκλήσεων –από καύσωνες και πλημμύρες έως τη διάχυτη μοναξιά– αυτό δεν είναι λεπτομέρεια ούτε ρομαντισμός. Είναι ζήτημα ανθεκτικότητας.
Είναι ένα ζεστό χειμωνιάτικο απόγευμα και έχω πάει στο καινούργιο σπίτι της Έλλης στην Καισαριανή για να ξεπακετάρουμε τις κούτες που σηματοδοτούν τη μετακόμισή της από το κέντρο «στα προάστια», όπως λέει. Τα παράθυρα είναι ανοιχτά και κάπου έξω ακούγονται μικρά παιδιά να παίζουν. «Άκου τι ωραία, παιδάκια που παίζουν, αυτός είναι ο ήχος της γειτονιάς. Στο παλιό μου σπίτι δεν είχε τέτοιους ήχους». Το παλιό της σπίτι ήταν στα Εξάρχεια.
Λίγες ώρες και αρκετές κούτες αργότερα, φεύγω διασχίζοντας το Παγκράτι, ενώ αναζητώ γύρω μου όσα κάνουν ένα μέρος γειτονιά. Τι έχει η Καισαριανή που δεν έχουν (πια) τα Εξάρχεια; Είναι οι πλατείες και οι παιδικές χαρές; Είναι η ισορροπία ανάμεσα στην κατοικία, την εστίαση και το εμπόριο; Είναι τα σημεία (κοινής) αναφοράς; Είναι οι ηλικιωμένοι που βγάζουν καρέκλες και παίζουν πρέφα στα πλατώματα των πεζοδρομίων;
Συνέχισα τη νοητή καταγραφή σε όλες τις μετακινήσεις μου τις επόμενες μέρες: από το Νέο Ηράκλειο μέχρι το Γουδί και από την Ηλιούπολη μέχρι την Κυψέλη.
Σε αυτή, την τελευταία στάση, έπεσε το μάτι μου σε ένα αφισάκι που με καλούσε να σκανάρω ένα QR code για να γίνω μέλος της πρώτης μικρο-γειτονιάς στην περιοχή. Το σκάναρα βέβαια, παρόλο που η σχέση μου με την Κυψέλη είναι καθαρά κοινωνική: έρχομαι για να βλέπω τους φίλους μου που μένουν στα όριά της, για εκδηλώσεις στη Δημοτική Αγορά, ή για να δοκιμάσω πόσο καλό καφέ μπορεί να σερβίρει αυτό το καινούργιο σποτ που βλέπω μπροστά μου συνέχεια τον τελευταίο μήνα.
«Ας πούμε αυτό είναι ένας διασπαστικός παράγοντας για μία γειτονιά, το να είναι κέντρο διερχομένων. Η δυναμική της γειτονιάς διαμορφώνεται από τους μόνιμους κατοίκους και σε ακτίνα 1 χλμ. περίπου», μου λέει η Μαίρη λίγες ημέρες μετά. Η Μαίρη Πατρικίου είναι το πρόσωπο πίσω από το QR code και είναι η ιδρύτρια του osek tutu, μιας νέας πλατφόρμας που φιλοδοξεί να επαναφέρει την ουσία της γειτονιάς στην καθημερινότητα της σύγχρονης Αθήνας.
«Η ανάγκη για την επιστροφή στη γειτονιά προκύπτει από το ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής καθιστά πρακτικά αδύνατο να μετακινείσαι όλη τη μέρα για να βλέπεις τους γνωστούς και τους φίλους σου που ζουν σε άλλες περιοχές. Γυρνάς στο σπίτι σου στις 7, ας πούμε, έχεις φάει ώρες κίνησης στον δρόμο, έχεις στριμωχτεί σε ΜΜΜ, πόση θέληση μπορεί να έχεις για να το κάνεις αυτό ξανά ώστε να πας να πιεις μια μπίρα ή να φας ένα φαγητό; Γι’ αυτό είναι σημαντικό να ξέρεις τη γειτονιά σου, και, λέγοντας γειτονιά, εννοώ και τους ανθρώπους και τις δραστηριότητες».
Η αφετηρία για να ξεκινήσει την ενασχόλησή της με τις γειτονιές ήταν τα αποτελέσματα ερευνών της ΕΕ που δείχνουν πως το συναίσθημα της μοναξιάς είναι διαρκώς αυξανόμενο ανάμεσα στους κατοίκους των πόλεων: 1 στους 10 Ευρωπαίους νιώθει σταθερά μόνος του, ενώ τα ποσοστά για την Ελλάδα αυξάνονται. Επιπλέον, 2 στους 3 νιώθουν αποσυνδεδεμένοι από τη γειτονιά που ζουν, ενώ 1 στους 2 δήλωσε ότι θα έκανε περισσότερα πράγματα αν ήξερε τι γίνεται στην περιοχή που μένει.
Η μοναξιά δεν είναι βέβαια ένα απλό ψυχολογικό φαινόμενο. Είναι και ζήτημα αστικής ανθεκτικότητας. Οι πόλεις που λειτουργούν ως σύνολα «διερχομένων» και όχι ως πλέγματα σχέσεων χάνουν ένα κρίσιμο κεφάλαιο: την άτυπη αλληλοϋποστήριξη. Σε περιόδους κρίσης — από καύσωνες μέχρι πλημμύρες — η γειτονιά είναι το πρώτο δίκτυο αντίδρασης. Όταν αυτό έχει διαρραγεί, η ευαλωτότητα αυξάνεται.
Το osek tutu στην εφαρμογή του είναι ένας χάρτης χωρισμένος σε πλακίδια, καθένα από τα οποία είναι μια μικρογειτονιά. Όταν εγγράφεται κάποιος νέος χρήστης, ανάλογα με τα στοιχεία διαμονής του, «εντάσσεται» σε ένα πλακίδιο και όταν μαζευτεί ικανός αριθμός, ξεκινούν οι διά ζώσης συναντήσεις, για τις οποίες ισχύουν περιορισμοί με σκοπό να εξασφαλιστεί πως συμμετέχουν μόνο οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και όχι «επισκέπτες».
Η Μαίρη έχει ξεκινήσει τις δράσεις της πιλοτικά από την Κυψέλη και θα συνεχίσει στα Βριλήσσια, όπου μένει. «Η Κυψέλη είναι εξασκημένη κοινωνικά, έχει κοινωνική συνοχή, παρά τα όσα λέγονται για εξευγενισμό. Τα Βριλήσσια είναι άλλο πράγμα, είναι πιο εσωστρεφής περιοχή, κοινωνικά δύσπιστη, θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς θα δουλέψει το πείραμα εκεί, γιατί η ανάγκη για κοινωνική συναναστροφή παραμένει, αλλά εκφράζεται με διαφορετικό τρόπο».
Πριν κλείσουμε, τη ρωτάω τι είναι αυτό που, κατά τη γνώμη της, ορίζει μια γειτονιά. «Η ασφάλεια και η ευκολία που πηγάζει από την επανάληψη, όταν οι ίδιοι άνθρωποι συναντιούνται ξανά, στα ίδια μέρη, και κάνουν τα ίδια πράγματα. Η κοινή ρουτίνα, αυτό είναι γειτονιά»
Ίσως, τελικά, η γειτονιά να μην είναι απλώς μια ρομαντική ιδέα επιστροφής στο «παλιό». Είναι ένας τρόπος να ξαναχτίσουμε ανθεκτικότητα σε μια εποχή που οι πόλεις μας δοκιμάζονται με αχαρτογράφητους νέους τρόπους.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Οι Πολλές Μικρές Νίκες του Πάρκου της Θερμίδας
Η Ζωή Μετά τη Γέννα: Νέες Μητέρες εν Δράσει
Όταν η Πατρίδα Γίνεται το Μέρος στο Οποίο Επιλέγεις να Ανήκεις


