Trump και Ιράν: Ένας Πόλεμος Επιλογής και οι Συνέπειές του

Ιράν

Ο κόσμος παρακολουθεί την ανάφλεξη της Μέσης Ανατολής μέσα από έναν Πόλεμο Επιλογής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εκμεταλλεύτηκαν τη συγκυρία ενός ιδιαίτερα αποδυναμωμένου Ιράν −στρατιωτικά, οικονομικά και διπλωματικά− για να πλήξουν ένα ειδεχθές καθεστώς. Η επιλογή αυτή, όμως, δεν προέκυψε από μια άμεση επίθεση που να επιβάλλει απάντηση εδώ και τώρα· προέκυψε από έναν στρατηγικό −ή, πιο σωστά, τακτικό− υπολογισμό ισχύος.

Αυτό ακριβώς είναι που περιπλέκει όσα θα ακολουθήσουν.

Καταρχήν, είναι χρήσιμη εδώ η διαφοροποίηση μεταξύ ενός Πολέμου Ανάγκης και ενός Πολέμου Επιλογής.

Σε έναν Πόλεμο Ανάγκης, το βασικό ερώτημα είναι αν υπήρχε εναλλακτική: αν μια χώρα δέχθηκε επίθεση ή αντιμετώπιζε άμεση και αναπόφευκτη απειλή που καθιστούσε τη στρατιωτική απάντηση μονόδρομο. Η νομιμοποίηση προκύπτει από την ίδια τη συνθήκη του κατεπείγοντος και το «μετά» κρίνεται κυρίως με βάση το αν αποκαταστάθηκε η ασφάλεια.

Αντίθετα, σε έναν Πόλεμο Επιλογής το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι η αναγκαιότητα, αλλά η κρίση εκείνων που επιλέγουν να επιτεθούν: αν η απόφαση ήταν συνετή, αν υπήρχε άλλος δρόμος και αν το κόστος που ακολουθεί δικαιολογεί την αρχική επιλογή. Η ευθύνη βαραίνει περισσότερο εκείνον που επιλέγει να χτυπήσει, η διεθνής ανοχή είναι περιορισμένη και η έκβαση δεν αξιολογείται μόνο στρατιωτικά, αλλά πολιτικά, θεσμικά και γεωπολιτικά. Αυτός είναι και ο λόγος που οι συνέπειες ενός Πολέμου Επιλογής είναι σχεδόν πάντα πιο δύσκολες στη διαχείριση από την ίδια την απόφαση που τον προκάλεσε.

Αυτό που περιγράφεται δεν είναι αλλαγή καθεστώτος, αλλά decapitation της ηγεσίας και αναγκαστική συνεργασία του ίδιου καθεστώτος με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για ουσιαστική πολιτική μετάβαση, μέχρι στιγμής, ούτε κουβέντα.

Το Πρόβλημα του Στόχου

Σε έναν Πόλεμο Ανάγκης, κατά κανόνα, ο στόχος είναι σαφής: να σταματήσει μια επίθεση, να αποτραπεί μια άμεση απειλή, να αποκατασταθεί μια ισορροπία. Στην περίπτωση του Ιράν, ο στόχος παραμένει θολός.

Αν η απάντηση είναι η περαιτέρω αποδυνάμωσή του, αυτό συνιστά περισσότερο μέσο παρά τελικό σκοπό. Αν ο στόχος είναι η αποτροπή, δεν είναι ξεκάθαρο ποιο επίπεδο πλήγματος τη διασφαλίζει. Αν ο στόχος είναι η αλλαγή πολιτικής απέναντι στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ, δεν υπάρχει σαφής μηχανισμός πίεσης πέρα από τη στρατιωτική κλιμάκωση. Αν, τέλος, ο στόχος είναι η εσωτερική αποσταθεροποίηση, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι εξωτερικές επιθέσεις συχνά συσπειρώνουν κοινωνίες γύρω από καθεστώτα, δεν τα διαλύουν.

Η απουσία ξεκάθαρου στόχου φάνηκε ήδη από τις πρώτες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου μετά την επίθεση. Η επανειλημμένη αναφορά στο «παράδειγμα της Βενεζουέλας» δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντά. Πρώτον, είναι μάλλον πρόωρο να κατατάσσεται η Βενεζουέλα στα «καλά παραδείγματα». Δεύτερον, ακόμη κι αν δεχθεί κανείς τη σύγκριση, αυτό που περιγράφεται δεν είναι αλλαγή καθεστώτος, αλλά decapitation της ηγεσίας και αναγκαστική συνεργασία του ίδιου καθεστώτος με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για ουσιαστική πολιτική μετάβαση, μέχρι στιγμής, ούτε κουβέντα.

Όσο για το Ιράν, παρά τις σποραδικές αναφορές του Trump στην πιθανότητα οι Ιρανοί να «αδράξουν την ευκαιρία» για να ανατρέψουν το καθεστώς, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να στηρίξουν ή να εγγυηθούν μια τέτοια εξέλιξη. Ένα καθεστώς πιο φιλικό προς τα αμερικανικά συμφέροντα −ανεξαρτήτως του τι πράττει στο εσωτερικό του− θα θεωρηθεί επιτυχία. Αυτό αξίζει να το κρατήσουν υπόψη όσοι αναζητούν κάποιο ηθικό υπόβαθρο στη στρατιωτική αυτή επιχείρηση, όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Βενεζουέλας.

Το πρόβλημα με τη σύγκριση δεν σταματά, όμως, εδώ. Το εσωτερικό του Ιράν είναι σαφώς πιο σύνθετο και οι αλυσιδωτές αντιδράσεις στην ευρύτερη περιοχή πολύ πιο απρόβλεπτες. Η Μέση Ανατολή δεν είναι Λατινική Αμερική − πολιτισμικά, θρησκευτικά, οικονομικά, στρατιωτικά. Χωρίς καθορισμένο endgame, κάθε επόμενο βήμα γίνεται ανακλαστικό. Και οι αντιδράσεις στη Μέση Ανατολή σπάνια μένουν περιορισμένες και τακτικά οριοθετημένες.

Όταν η προληπτική επίθεση καθίσταται αποδεκτή πρακτική, η γραμμή μεταξύ άμυνας και επίθεσης θολώνει.

Το Πρόβλημα του Precedent

Η επιλογή να πληγεί ένα κράτος επειδή «τώρα είναι αδύναμο» δημιουργεί επίσης ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Δεν αφορά μόνο το Ιράν. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο επαναπροσδιορίζεται το δικαίωμα χρήσης βίας διεθνώς. Όταν η προληπτική επίθεση καθίσταται αποδεκτή πρακτική, η γραμμή μεταξύ άμυνας και επίθεσης θολώνει.

Αυτό δεν αποδυναμώνει βέβαια μόνο τη διεθνή νομιμότητα. Αποδυναμώνει και την ίδια την προβλεψιμότητα του συστήματος. Κράτη που αισθάνονται ευάλωτα έχουν ισχυρότερο κίνητρο να εξοπλιστούν ταχύτερα, να κινηθούν πιο επιθετικά και να περιορίσουν τον χώρο της διπλωματίας.

Με απλά λόγια: το κόστος της «εξαίρεσης» σήμερα γίνεται ο κανόνας αύριο. Και ένας κόσμος όπου οι παλαιότεροι κανόνες −άγραφοι και μη, εσωτερικοί (π.χ. νομιμοποίηση από το Κογκρέσο), διεθνείς (π.χ. Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ) ή ακόμη και άτυποι (δεν εξολοθρεύουμε απλώς ηγέτες ελπίζοντας για το καλύτερο)− καταρρέουν, μετατρέπεται σε ζούγκλα. Και η επιστροφή σε μια τέτοια ζούγκλα μόνο καλά νέα δεν είναι για τους μικρότερους και λιγότερο ισχυρούς παίκτες − κάτι που έχει επισημάνει και ο Στάθης Καλύβας στην πρόσφατη συζήτησή μας στο Big Zag.

Γιατί Ένας Πόλεμος Επιλογής Κρίνεται Αλλιώς

Σε έναν Πόλεμο Ανάγκης, το βασικό ερώτημα είναι αν υπήρχε εναλλακτική. Σε έναν Πόλεμο Επιλογής, το ερώτημα είναι αν η επιλογή ήταν σοφή.

Στη δεύτερη περίπτωση, αυτό μεταφράζεται σε περιορισμένη διεθνή ανοχή και σε συμμάχους που κρατούν αποστάσεις. Παράλληλα, ότι κάθε κλιμάκωση χρεώνεται πολιτικά σε εκείνον που πυροδότησε τη σύγκρουση. Η ευθύνη δεν περιορίζεται στο στρατιωτικό αποτέλεσμα, αλλά εκτείνεται και στις παράπλευρες συνέπειες: ενεργειακή αστάθεια, αυξημένες προσφυγικές ροές, επιθέσεις διά αντιπροσώπων, περιφερειακή αποσταθεροποίηση, διάβρωση θεσμών. Σε έναν Πόλεμο Ανάγκης, αυτά θεωρούνται τραγικές αλλά αναπόφευκτες συνέπειες. Σε έναν Πόλεμο Επιλογής, θεωρούνται αποτυχία σχεδιασμού. Η επιλογή του Trump ήταν ριψοκίνδυνη όχι επειδή το Ιράν είναι αθώος δρων, αλλά επειδή μετέφερε το κέντρο βάρους από την αποτροπή στη διαχείριση συνεπειών.

Η ιστορία δείχνει ότι οι Πόλεμοι Επιλογής σπάνια χάνονται στο πρώτο λάθος. Χάνονται στη συσσώρευση μικρών, «λογικών» αποφάσεων που λαμβάνονται για να διορθώσουν τις συνέπειες της προηγούμενης.

Υπάρχει, όμως, και ένα ακόμη στοιχείο που υποτιμάται συχνά στους Πολέμους Επιλογής: το υλικό κόστος και τα στρατηγικά ανταλλάγματα που συνεπάγονται. Κάθε τέτοια επιχείρηση καταναλώνει, εκτός από πολιτικό κεφάλαιο, και πραγματικούς πόρους − πυρομαχικά, προηγμένα οπλικά συστήματα, αποθέματα που δεν είναι ανεξάντλητα. Σε μια συγκυρία όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίζουν ενεργά την Ουκρανία, επιχειρούν να αποτρέψουν την Κίνα στον Ειρηνικό και διατηρούν πολλαπλά μέτωπα, η επιλογή να δαπανηθούν κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες σε ένα θολό στρατηγικό εγχείρημα γεννά ένα αμείλικτο ερώτημα: για ποιον ακριβώς σκοπό;

Μια απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι −αναπόδραστα− και η παράμετρος του εσωτερικού πολιτικού χρόνου. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι Πόλεμοι Επιλογής χρησιμοποιούνται συχνά ως μέσο στρατηγικού αντιπερισπασμού όταν ένας ηγέτης βιώνει πολιτική πίεση στο εσωτερικό του. Στην παρούσα συγκυρία, με την κυβέρνηση Trump να αντιμετωπίζει σφοδρή κριτική για την εσωτερική κοινωνική πόλωση και τον αμφιλεγόμενο πρώτο χρόνο της επιστροφής της στην εξουσία, η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή προσφέρει μια προσωρινή «φυγή προς τα εμπρός».

Όταν ένας πρόεδρος αισθάνεται πολιτικά εγκλωβισμένος, η επίδειξη ισχύος στο εξωτερικό λειτουργεί ως μηχανισμός συσπείρωσης και αλλαγής ατζέντας. Όμως, όπως και στην περίπτωση της Βενεζουέλας, το πρόβλημα παραμένει: η στρατιωτική πυροτεχνία μπορεί να καλύψει προσωρινά τις εσωτερικές αδυναμίες, αλλά δεν προσφέρει λύση στα δομικά προβλήματα που τις προκαλούν. Αντίθετα, κινδυνεύει να εγκλωβίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια νέα «ζούγκλα» δεσμεύσεων, τη στιγμή που η εσωτερική συνοχή της χώρας δοκιμάζεται όσο ποτέ.

Από τη στιγμή που το πρώτο χτύπημα έγινε, το ζήτημα δεν είναι αν ήταν δικαιολογημένο, αλλά αν μπορεί να ελεγχθεί η αλυσίδα των αντιδράσεων που ακολουθεί. Και αυτή η αλυσίδα δεν ελέγχεται εύκολα ούτε στρατιωτικά ούτε διπλωματικά. Η ιστορία δείχνει ότι οι Πόλεμοι Επιλογής σπάνια χάνονται στο πρώτο λάθος. Χάνονται στη συσσώρευση μικρών, «λογικών» αποφάσεων που λαμβάνονται για να διορθώσουν τις συνέπειες της προηγούμενης.

Και αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που το «τι έπεται» είναι συχνά πιο επικίνδυνο από το ίδιο το αρχικό πλήγμα.

Όπως έλεγε ο Winston Churchill, πολύ πριν βρεθεί να ηγείται της Βρετανίας στον απόλυτο Πόλεμο Ανάγκης:

«Never, never, never believe any war will be smooth and easy… The statesman who yields to war fever must realise that once the signal is given, he is no longer the master of policy but the slave of unforeseeable and uncontrollable events».

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: 

Τεχνητή Νοημοσύνη: 50 Εκατομμύρια Νομπελίστες, 5 Κίνδυνοι κι Ένα Τελεσίγραφο

Μόναχο 1938 – Ουκρανία 2025: Πραγματικά, θα το Ξανακάνουμε;

«A House of Dynamite» | Κανείς δεν Ελέγχει το Τέλος του Κόσμου

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Editor-in-Chief & CEO
Editor-in-Chief & CEO

Η Μαριάννα Σκυλακάκη είναι οικονομολόγος, εκδότρια και αρχισυντάκτρια της αθηΝΕΑς, του βραβευμένου ελληνικού διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης που έχει τα μάτια του στραμμένα στο μέλλον. Σπούδασε Oικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Bristol και κατέχει μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση (MPA in Public Policy & Management) από τo London School of Economics. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως αναλυτής στο τμήμα επενδυτικής τραπεζικής της Goldman Sachs για μια τριετία. Επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε την αθηΝΕΑ το 2014 με σκοπό να απευθυνθεί σε ένα ευρύ κοινό δραστήριων και απαιτητικών ελληνόφωνων αναγνωστών που αναζητούσαν μια ενημέρωση πιο κοντά στα δικά τους ενδιαφέροντα. Αρθρογραφεί τακτικά στον ελληνικό τύπο ως πολιτική και οικονομική αναλύτρια και έχει αποκομίσει σημαντική εμπειρία στο συντονισμό συζητήσεων σε συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Εργάζεται παράλληλα ως σύμβουλος σε θέματα οικονομικών και δημόσιας διοίκησης, με ιδιαίτερη εμπειρία σε projects στον κλάδο του τουρισμού, της αγροδιατροφής και του clustering.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+