Άνθρωποι και Ποντίκια: Αδύναμοι Εναντίον Αδύναμων

Σ’ ένα παλιό μηχανουργείο στον Ελαιώνα, ανάμεσα σε αποθήκες και μάντρες υλικών ανακύκλωσης, παίζεται η καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, παράσταση της φετινής θεατρικής σεζόν. Στον Τεχνοχώρο Cartel, ο Βασίλης Μπισμπίκης ανεβάζει το “Άνθρωποι και Ποντίκια” του John Steinbeck.

Φτάνοντας έξω από το θέατρο, ο πρωταγωνιστής της παράστασης, μαζί με τη βοηθό σκηνοθέτη, μας δίνουν οδηγίες για το πού να παρκάρουμε. Η τελευταία μας κατευθύνει στο χώρο της παράστασης και με συνωμοτικό ύφος μας λέει “καθίστε όσο πιο αριστερά μπορείτε”. Η παράσταση ξεκινά με το άνοιγμα της -αριστερής- μεταλλικής γκαραζόπορτας. O εξωτερικός χώρος του θεάτρου λειτουργεί σαν φυσικό σκηνικό. Έξω η νύχτα φωτίζεται από τη φωτιά που έχουν ανάψει ο Λένος και ο Βασίλης για να ζεσταθούν. Πιάνω τον εαυτό μου να εύχεται να βρέξει.

Ο Λένος (Δημήτρης Δρόσος) και ο Βασίλης (Βασίλης Μπισμπίκης) έχουν μια πολύ τρυφερή, αλλά και εξουσιαστική σχέση ο ένας πάνω στον άλλον. Ο Λένος εμφανίζεται να έχει κάποια νοητική ασθένεια και καταλαβαίνουμε πως ο Βασίλης είναι αυτός που αποφασίζει για τη ζωή του. Η ελπίδα όμως που υπάρχει στην ψυχή του Βασίλη για μια καλύτερη ζωή μετουσιώνεται στην καλοσύνη και στην παιδική αφέλεια του Λένου.

Όλοι οι χαρακτήρες παραδέχονται ότι νιώθουν μια βαθιά αίσθηση μοναξιάς και απομόνωσης, που τους καθιστά αβοήθητους. Ακόμη όμως κι αν είναι αδύναμοι, επιδιώκουν να καταστρέψουν εκείνους που είναι ακόμη πιο αδύναμοι από αυτούς.

Το προσωπικό του θεάτρου μας ζητά να μεταφερθούμε στη διπλανή αίθουσα. Βρισκόμαστε σ’ ένα μηχανουργείο, χώρο σύγκρουσης μοναχικών, βίαιων και ονειροπόλων χαρακτήρων, που βρίσκονται σ’ ένα μόνιμο παραλήρημα. Ο έντονος, υβριστικός και επαναληπτικός λόγος στο έργο θυμίζει Γιάννη Οικονομίδη. Μόνο που ο Μπισμπίκης -με τη βοήθεια του αυθεντικού έργου του Steinbeck- καταφέρνει να το αποδώσει μ’ έναν συναρπαστικό συναισθηματισμό, που δε σε κάνει να φεύγεις κοκκινισμένος από την ένταση, όπως στο “Στέλλα Κοιμήσου”, αλλά συγκινημένος και τσακισμένος από τη ματαίωση.

Το κείμενο, η υποκριτική, η σκηνοθεσία, ο χώρος και ο φωτισμός συντελούν σε μια τόσο προσωπική ομολογία των χαρακτήρων, που νιώθεις άβολα να παρακολουθείς κάτι τόσο ιδιωτικό. Η δύναμη του έργου ενισχύεται από τις λαϊκές φωνές που ακούγονται μέσα από ένα παλιό ραδιοφωνάκι, με πρώτο βιολί τον Παντελή Παντελίδη και μαέστρο τον Δημήτρη Μητροπάνο, που συνοδεύει το ζεϊμπέκικο του Βασίλη στην τελευταία σκηνή.

Το έργο είναι ένα ζοφερό μάθημα για τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης. Όλοι οι χαρακτήρες παραδέχονται ότι νιώθουν μια βαθιά αίσθηση μοναξιάς και απομόνωσης, που τους καθιστά αβοήθητους. Ακόμη όμως κι αν είναι αδύναμοι, επιδιώκουν να καταστρέψουν εκείνους που είναι ακόμη πιο αδύναμοι από αυτούς. Ο Steinbeck καταγράφει μια βαθιά ανθρώπινη αλήθεια: η καταπίεση δεν προέρχεται μόνο από τα χέρια των δυνατών ή των ισχυρών, αλλά το πιο ορατό είδος δύναμης είναι το ίδιο γεννημένο από αδυναμία. “Ο ίδιος ο άνθρωπος έχει γίνει η μεγαλύτερη μας απειλή και η μοναδική μας ελπίδα”…

Είχα καιρό να δω παράσταση που να τη σκέφτομαι μετά από τόσο καιρό και ακόμη να με συγκινεί. Είναι sold-out, όμως φαντάζομαι ότι μετά από αυτή την επιτυχία θα συνεχιστεί, οπότε να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά.

Αρθρογράφος

Η Κατερίνα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1991. Έχει ζήσει στο Άμστερνταμ, στη Βαρκελώνη, στο Μιλάνο και στο Λονδίνο και θα έφευγε αύριο αν μπορούσε για Νέα Υόρκη, αλλά δεν μπορεί να αποχωριστεί το αυτοκίνητό της. Δεν την ενοχλεί η κίνηση της Αθήνας γιατί είναι οι μόνες ώρες μέσα στη μέρα που είναι μόνη της. Έχει master στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Πανεπιστήμιο Bocconi και δουλεύει στο χώρο της Επικοινωνίας σε μια ΜΚΟ που ασχολείται με την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Στον ελεύθερό της χρόνο κάνει ακροβατικά και φτιάχνει λίστες με εστιατόρια που πρέπει να επισκεφθεί και παραστάσεις που πρέπει να δει. Δεν μπορεί να αποφασίσει αν το προφίλ της στο Instagram πρέπει να είναι public ή private και παρόλο που είναι μοναχοπαίδι της αρέσει να μοιράζεται τα πράγματα που αγαπάει.

Σχολιασμός

Σχολιασμός