Απόσπασμα από την “Μορφωμένη”

Αυτή την εβδομάδα κυκλοφόρησε στην Ελλάδα η “Μορφωμένη” της Tara Westover, από τις Εκδόσεις Ίκαρος, σε μετάφραση της Μαρίας Φακίνου. Σήμερα λοιπόν έχετε την ευκαιρία να διαβάσετε στην αθηΝΕΑ ένα απόσπασμα από το βιβλίο το οποίο οι Sunday Times χαρακτήρισαν ως έναν “ύμνο στην αποφασιστικότητα” και “μια αυτοβιογραφία προορισμένη να γίνει κλασική”.

Η Westover αφηγείται την προσωπική της ιστορία και καταφέρνει με αξιοθαύμαστο τρόπο να εμπνεύσει κάθε αναγνώστη. Γεννημένη στα βουνά του Αϊντάχο, μεγάλωσε κοντά στη φύση υπακούοντας στους νόμους που θέσπισε ο φονταμενταλιστής Μορμόνος πατέρας της, πεπεισμένος ότι έρχεται το Τέλος του Κόσμου.

Μπαίνει για πρώτη φορά σε σχολική τάξη στα δεκαεφτά της, χωρίς να γνωρίζει ότι έγιναν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, ούτε όμως και την ακριβή ημερομηνία γέννησής της, και σύντομα ανακαλύπτει πως η μόρφωση είναι ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει από το σπίτι της.

Το βιβλίο ξεχώρισε από αναγνώστες και κριτικούς και μεταφράστηκε σε 22 χώρες, ψηφίστηκε ως Best Memoir στα βραβεία του Goodreads 2018 και βρέθηκε στη λίστα με τα 10 καλύτερα βιβλία του 2018 των New York Times.

———

«Έχετε καλέντουλα;» είπε η μαμή. «Χρειάζομαι επίσης λομπέλια και αμαμηλίδα».

Καθόταν στον πάγκο της κουζίνας παρακολουθώντας τη μητέρα να ψαχουλεύει μες στα ντουλάπια μας από σημύδα. Ανάμεσά τους υπήρχε μια ηλεκτρική ζυγαριά και κάπου κάπου η μητέρα τη χρησιμοποιούσε για να ζυγίζει ξερά φύλλα. Ήταν άνοιξη. Έκανε ψύχρα το πρωί, παρά το λαμπερό ήλιο.

«Έφτιαξα μια καινούργια παρτίδα καλέντουλα την προηγούμενη βδομάδα», είπε η μητέρα. «Τάρα, τρέχα να τη φέρεις».

Βρήκα το βάμμα και η μητέρα μου το έβαλε μέσα σε μια πλαστική σακούλα του μπακάλη μαζί με τα ξερά βότανα. «Τίποτ’ άλλο;» ρώτησε γελώντας η μητέρα. Ο τόνος της φωνής της ήταν ψιλός, νευρικός. Της προξενούσε φόβο η μαμή, κι όποτε ήταν φοβισμένη η μητέρα μου, υιοθετούσε μια ανάλαφρη στάση, πηγαινοερχόταν πεταχτά από δω κι από κει κάθε φορά που η μαμή έκανε μια από τις αργές, στιβαρές κινήσεις της.

Η μαμή μελέτησε τη λίστα της. «Αυτά φτάνουν».

Ήταν μια κοντή, στρουμπουλή γυναίκα γύρω στα πενήντα, με έντεκα παιδιά και μια καστανοκόκκινη κρεατοελιά στο πιγούνι. Είχε τα πιο μακριά μαλλιά που είχα δει ποτέ, ένα χείμαρρο στο χρώμα του αγροποντικού που της έφταναν μέχρι τα γόνατα όταν έλυνε το σφιχτό κότσο της. Τα χαρακτηριστικά της ήταν έντονα, η φωνή της βραχνή, επιτακτική. Δεν είχε ούτε άδεια ούτε διπλώματα. Ήταν μαμή αποκλειστικά και μόνο με το κύρος της δικής της δήλωσης, κι αυτό έφτανε και περίσσευε.

Η μητέρα θα γινόταν βοηθός της. Θυμάμαι να τις παρακολουθώ εκείνη την πρώτη μέρα, να τις συγκρίνω. Η μητέρα με τη ρόδινη επιδερμίδα της και τα μαλλιά της χτενισμένα σε απαλές κυματιστές μπούκλες που αναπηδούσαν πάνω στους ώμους της. Τα βλέφαρά της λαμπύριζαν. Η μητέρα βαφόταν κάθε πρωί, αν όμως δεν προλάβαινε, ζητούσε συγγνώμη όλη μέρα, λες κι άμα δεν βαφόταν θα στενοχωρούσε όλο τον κόσμο.

Η μαμή έμοιαζε λες κι είχε δέκα χρόνια να νοιαστεί για την εμφάνισή της, και η στάση της σ’ έκανε να αισθάνεσαι ανόητος που το πρόσεξες.

Η μαμή μάς αποχαιρέτησε γνέφοντας με το κεφάλι και την αγκαλιά της γεμάτη με τα βότανα της μητέρας.

Την επόμενη φορά που ήρθε η μαμή, έφερε μαζί της και την κόρη της τη Μαρία, που στάθηκε δίπλα στη μητέρα της και μιμούνταν τις κινήσεις της, έχοντας ένα μωρό στερεωμένο πάνω στο λεπτό εννιάχρονο σώμα της. Είχα στυλώσει πάνω της το βλέμμα μου όλο ελπίδα. Εκτός από την Όντρι δεν είχα γνωρίσει κανένα άλλο κορίτσι σαν εμένα, που να μην πήγαινε σχολείο. Πλησίασα περισσότερο, προσπαθώντας να τραβήξω την προσοχή της, ήταν όμως απόλυτα απορροφημένη ακούγοντας τη μητέρα της, που εξηγούσε πως και το βιβούρνο-χιονόμπαλα και το παναγιόχορτο θα έπρεπε να χορηγούνται για τη θεραπεία των συσπάσεων πριν από τη γέννα. Το κεφάλι της Μαρίας ανεβοκατέβαινε συμφωνώντας· δεν πήρε στιγμή τα μάτια της απ’ το πρόσωπο της μητέρας της.

Διέσχισα με αργά βήματα το διάδρομο για το δωμάτιό μου, μόνη, όταν όμως γύρισα για να κλείσω την πόρτα, εκείνη στεκόταν εκεί, κουβαλώντας ακόμα το μωρό στο γοφό της. Ήταν στρουμπουλό και γεροδεμένο, και με το βάρος του την ανάγκαζε να σκύβει.

«Έχεις πάει;» ρώτησε.

Δεν κατάλαβα την ερώτηση.

«Εγώ πηγαίνω πάντα», είπε. «Έχεις δει μωρό να γεννιέται;»

«Όχι».

«Εγώ έχω δει, πολλές φορές. Ξέρεις τι σημαίνει όταν ένα μωρό βγαίνει με τα πόδια πρώτα;»

«Όχι». Το είπα σαν να ζητούσα συγγνώμη.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER