Εξήντα χρόνια μετά την καταστροφική πλημμύρα στη Φλωρεντία, στις 4 Νοεμβρίου 1966, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς παραμένει μια διαρκής πρόκληση. Από τη διάσωση έργων τέχνης και ιστορικών τεκμηρίων έως την οργανωμένη διαχείριση κινδύνων, η εμπειρία μεγάλων καταστροφών έχει προσφέρει πολύτιμη γνώση. Πώς μετατρέπεται, όμως, αυτή η γνώση σε ουσιαστική προετοιμασία;
Στις 4 Νοεμβρίου 1966, όταν υπερχείλισε ο Άρνος, η Φλωρεντία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή καταστροφή. Νερό, λάσπη και πετρελαιοειδή κατέκλυσαν εκκλησίες, μουσεία, βιβλιοθήκες και αρχεία, πλήττοντας έργα τέχνης, βιβλία και ιστορικά τεκμήρια. Η UNESCO κατέγραφε τότε, για τη Φλωρεντία και τη Βενετία, εκατοντάδες σημαντικά έργα τέχνης, δεκάδες εκκλησίες και εκατοντάδες χιλιάδες αρχειακούς τόμους που είχαν υποστεί ζημιές.
Η αντίδραση υπήρξε σχεδόν εξίσου πρωτοφανής. Εθελοντές από την Ιταλία και το εξωτερικό έφτασαν για να βοηθήσουν, ενώ μέσα σε λίγες ημέρες κινητοποιήθηκε η διεθνής κοινότητα. Η UNESCO κάλεσε τα κράτη-μέλη να συνεισφέρουν οικονομική βοήθεια, ειδικούς και υλικά για τη διάσωση και αποκατάσταση της πληγείσας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η κλίμακα της καταστροφής λειτούργησε ως οδυνηρός καταλύτης.
Ειδικοί από διαφορετικές χώρες κλήθηκαν να συνεργαστούν και να ανταλλάξουν τεχνικές και εμπειρία. Η Φλωρεντία αποτέλεσε ορόσημο για την εξέλιξη της συντήρησης, ιδιαίτερα του βιβλίου και του χαρτιού, αλλά και για την ανάπτυξη πρακτικών ετοιμότητας απέναντι στις καταστροφές. Παράλληλα, στην Ιταλία αναδείχθηκε η ανάγκη ενός καλύτερου συντονισμού της πολιτικής προστασίας, αλλά και οργάνωσης της αυθόρμητης εθελοντικής κινητοποίησης.
Έτσι, όταν υποχώρησε το νερό, εκτός από τις απώλειες έμεινε και γνώση.
Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, στις 15 Απριλίου 2019, η πυρκαγιά στην Παναγία των Παρισίων έφερε ξανά μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου την ευαλωτότητα ακόμη και των πιο εμβληματικών μνημείων. Ήταν μια διαφορετική περίπτωση καταστροφής, με μια κρίσιμη όμως διαφορά: αυτή τη φορά υπήρχε ήδη συσσωρευμένη γνώση και προετοιμασία.
Η προετοιμασία αρχίζει από τη γνώση αυτού που καλούμαστε να προστατεύσουμε.
Για τα πολιτιστικά αγαθά του ναού υπήρχε σχέδιο διάσωσης και καθορισμένη σειρά προτεραιότητας. Οι πυροσβεστικές δυνάμεις είχαν εξοικειωθεί με το κτίριο και τα έργα του μέσω τακτικών ασκήσεων, ενώ η συνεργασία των εμπλεκόμενων υπηρεσιών στηριζόταν σε διεπιστημονική εκπαίδευση και κοινές μεθόδους επέμβασης. Όταν ξέσπασε η πυρκαγιά, αυτή η προετοιμασία μετατράπηκε σε δράση.
Σημαντικά κειμήλια απομακρύνθηκαν κατά προτεραιότητα και πυροσβέστες και στελέχη του γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού συνεργάστηκαν για την προστασία και τη μεταφορά των κινητών έργων. Η πυρκαγιά λειτούργησε και πάλι ως αφορμή για νέες πολιτικές, νέα μέτρα και έναν νέο κύκλο μάθησης.
Κυρίως, όμως, το παράδειγμα της διαχείρισης της κρίσης της Παναγίας των Παρισίων ανέδειξε τη διαφορά ανάμεσα στο να γνωρίζεις πριν από την κρίση τι πρέπει να κάνεις και στο να πρέπει να το ανακαλύψεις την ώρα που η κρίση έχει ήδη ξεκινήσει. Τι σημαίνει, όμως, να είσαι προετοιμασμένος; Η προετοιμασία αρχίζει από τη γνώση αυτού που καλούμαστε να προστατεύσουμε: όχι μόνο τι περιλαμβάνει μια συλλογή, αλλά και ποιες αξίες φέρει, ποιοι κίνδυνοι την απειλούν και πού βρίσκεται η μεγαλύτερη ευαλωτότητά της.
Τι Σώζεις Πρώτο;
Όταν μια καταστροφή βρίσκεται σε εξέλιξη, δεν μπορούν πάντα να σωθούν όλα ταυτόχρονα. Και τότε εμφανίζεται το δυσκολότερο ερώτημα: τι σώζεις πρώτο; Η απάντηση πρέπει να έχει δοθεί πολύ πριν από τη στιγμή της κρίσης, με μια ουσιαστική γνώση της συλλογής. Η αξία κάθε αντικειμένου, αν και κρίσιμος παράγοντας, δεν αρκεί για να καθορίσει αυτοτελώς τις προτεραιότητες. Ένα μοναδικό τεκμήριο μπορεί να έχει ανεκτίμητη σημασία χωρίς να είναι το αντικείμενο που κινδυνεύει περισσότερο σε μια δεδομένη συνθήκη.
Αντίθετα, μια ολόκληρη ομάδα ιδιαίτερα ευάλωτων υλικών μπορεί να υποστεί μη αναστρέψιμες απώλειες μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Η προτεραιότητα προκύπτει από την εκτίμηση τριών παραγόντων: της αξίας, του κινδύνου και της ευαλωτότητας. Αυτήν ακριβώς τη δύσκολη εξίσωση επιχειρεί να κάνει διαχειρίσιμη η μέθοδος ABC των Stefan Michalski και José Luiz Pedersoli Jr.
Η προσέγγιση οργανώνει τη διαχείριση κινδύνου σε μια συστηματική διαδικασία: αναγνωρίζουμε τι έχει αξία, εντοπίζουμε τι το απειλεί, εκτιμούμε τις πιθανές απώλειες και αποφασίζουμε πού πρέπει να κατευθυνθούν οι προσπάθειες προστασίας. Με άλλα λόγια, η διαχείριση κινδύνου επιχειρεί να μεταφέρει τις δύσκολες αποφάσεις από τη στιγμή της κρίσης στη στιγμή της προετοιμασίας.
Το Musée du quai Branly – Jacques Chirac στο Παρίσι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής στην πράξη. Λόγω της γειτνίασής του με τον Σηκουάνα, ο κίνδυνος πλημμύρας ενσωματώθηκε στον σχεδιασμό προστασίας της συλλογής ήδη από τη δημιουργία του μουσείου. Το σχέδιο προβλέπει ποσοτικές αξιολογήσεις, κατώφλια ενεργοποίησης, ιεράρχηση ενεργειών, χώρους πιθανής εκκένωσης και απαραίτητο εξοπλισμό.
Προβλέπει επίσης ειδική ομάδα παρακολούθησης, ενώ τηρείται μητρώο εθελοντών και πραγματοποιείται ετήσια άσκηση εκκένωσης. Υπό αυτό το πρίσμα, το παράδειγμα του Quai Branly δείχνει τελικά τι σημαίνει πρόληψη: ο κίνδυνος να μην αντιμετωπίζεται ως έκτακτο γεγονός, αλλά ως παράμετρος του ίδιου του σχεδιασμού.
Σήμερα, όμως, μεταβάλλεται και το ίδιο το περιβάλλον του κινδύνου. Η κλιματική αλλαγή κάνει ακόμη πιο αναγκαία μια δυναμική προσέγγιση στη διαχείρισή του. Η αξιολόγηση είναι μια άσκηση διαρκής: χρειάζεται να επανεξετάζονται ο κίνδυνος, η έκθεση και η ευαλωτότητα και να προσαρμόζονται αντίστοιχα οι προτεραιότητες και τα μέτρα προστασίας.
Στην Ελλάδα, αυτή η ανάγκη έχει πλέον αποκτήσει θεσμική μορφή με την Εθνική Στρατηγική για την Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς από τις Επιπτώσεις της Κλιματικής Αλλαγής. Η Στρατηγική καλύπτει τη διαδρομή από την εκτίμηση και ανάλυση του κλιματικού κινδύνου και την ιεράρχηση των παρεμβάσεων έως την ανάπτυξη, παρακολούθηση και εφαρμογή μέτρων προσαρμογής.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο να είμαστε έτοιμοι για την επόμενη καταστροφή. Είναι να μπορούμε να προσαρμόζουμε την ετοιμότητά μας καθώς αλλάζει ο ίδιος ο κίνδυνος.
Η προετοιμασία κρίνεται τις ήσυχες ημέρες.
Από την Ετοιμότητα στη Συμμετοχή
Η ετοιμότητα, ωστόσο, όσο κι αν είναι ζήτημα σχεδίων, πρωτοκόλλων και εξοπλισμού, είναι και υπόθεση της κοινωνίας. Και εδώ ο εθελοντισμός αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η Φλωρεντία το έδειξε ήδη από το 1966. Οι περίφημοι angeli del fango, οι «άγγελοι της λάσπης», κινητοποιήθηκαν αυθόρμητα από την Ιταλία και το εξωτερικό. Η εμπειρία όμως ανέδειξε παράλληλα την ανάγκη αυτή η τεράστια διάθεση προσφοράς να μπορεί να εντάσσεται σε ένα οργανωμένο σύστημα. Ο εθελοντισμός να μετουσιώνεται σε οργανωμένη, εκπαιδευμένη και προετοιμασμένη δύναμη για να προσφέρει σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη διάσταση. Η συμμετοχή των ανθρώπων στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι απλώς μια επιχειρησιακή συνδρομή, αλλά έκφραση της έγνοιας μιας κοινωνίας για τη συλλογική της μνήμη. Η προστασία της είναι κατ’ εξοχήν ευθύνη των ειδικών επιστημόνων και των αρμόδιων θεσμών. Μπορεί όμως να γίνει και πεδίο οργανωμένης κοινωνικής συμμετοχής, όπου η επιστημονική γνώση και ο συντονισμός μετατρέπουν τη διάθεση προσφοράς σε πραγματική δύναμη προστασίας.
Η προετοιμασία κρίνεται τις ήσυχες ημέρες. Ίσως, όμως, ο μεγαλύτερος αντίπαλος της ετοιμότητας να μην είναι η έλλειψη γνώσης. Τα εργαλεία υπάρχουν, οι μέθοδοι έχουν αναπτυχθεί, η εμπειρία έχει συσσωρευθεί. Ο πραγματικός αντίπαλος είναι συχνά πολύ πιο πεζός: η καθημερινότητα.
Όταν ένα μουσείο, ένα αρχείο ή μια υπηρεσία αγωνίζεται να ανταποκριθεί στις άμεσες υποχρεώσεις του, είναι εύκολο η προετοιμασία για ένα γεγονός που μπορεί να μη συμβεί αύριο, ούτε σε έναν χρόνο, να μετατίθεται διαρκώς. Η επικαιροποίηση ενός σχεδίου, η εκπαίδευση μιας ομάδας, μια άσκηση με την Πυροσβεστική, η οργάνωση και εκπαίδευση εθελοντών μπορεί να μοιάζουν λιγότερο επείγοντα από όσα απαιτούν λύση σήμερα. Μέχρι τη στιγμή που παύουν να είναι.
Η πρόληψη, όμως, δεν είναι μια έκτακτη δραστηριότητα. Είναι καθημερινή πρακτική. Σημαίνει να γνωρίζουμε τι προστατεύουμε και γιατί, να παρακολουθούμε πώς μεταβάλλονται οι κίνδυνοι, να επανεξετάζουμε τις ευαλωτότητες, να δοκιμάζουμε τα σχέδιά μας και να γνωρίζουμε ποιος θα κάνει τι όταν ο χρόνος για σκέψη θα είναι ελάχιστος.
Εξήντα χρόνια μετά τη Φλωρεντία, ίσως αυτό να είναι το ουσιαστικότερο μάθημά της. Όταν υποχωρεί το νερό, μένει η γνώση. Το ζητούμενο είναι να την αξιοποιήσουμε προτού το νερό ανέβει ξανά.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Η Ευρώπη Χτίστηκε για το Κρύο, Όχι για τη Ζέστη