Γιάννης Ανδρουλάκης: “Δεν έχουμε την πολυτέλεια να μην είμαστε αισιόδοξοι”

Ο Γιάννης Ανδρουλάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, όμως ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ., κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών δημοσίου δικαίου και πολιτικής επιστήμης και μαχόμενος δικηγόρος από το 1993 – μέλος του διοικητικού συμβουλίου και πρόεδρος της Επιτροπής Κτηματολογίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, τα τελευταία τέσσερα χρόνια παρέχει νομικές υπηρεσίες στο project του Διαδριατικού Αγωγού Φυσικού Αερίου (TAP), που αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο ιδιωτικό έργο σε εξέλιξη στη χώρα.

Τα τελευταία χρόνια, είχε την ευκαιρία, από τη θέση του Γενικού Γραμματέα της Δράσης, να συμμετάσχει ενεργά στην προσπάθεια ανάδειξης των πραγματικών προβλημάτων και επεξεργασίας των αναγκαίων μεταρρυθμιστικών λύσεων για την επανεκκίνηση της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας. Γι’ αυτό υπερασπίζεται δημόσια, με αρθρογραφία αλλά και συμμετοχή σε πολιτικές και επιστημονικές ημερίδες, τις ιδέες της πολιτικής ελευθερίας, της οικονομίας της αγοράς και της ανοιχτής κοινωνίας.

“Η απόφασή μου να αναμειχθώ ενεργότερα με την πολιτική και η ανταπόκρισή μου στην τιμητική πρόταση του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας οφείλεται πρωτίστως στην πίστη μου στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη”, αναφέρει χαρακτηριστικά. Η αθηΝΕΑ μίλησε με τον υποψήφιο Ευρωβουλευτή της ΝΔ για το διακύβευμα των επερχόμενων Ευρωεκλογών, αλλά και για μια σειρά από προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση στο κρίσιμο αυτό σταυροδρόμι.

Μία από τις πιο βάσιμες κριτικές που ασκήθηκαν από τη γέννηση της Ευρωζώνης μέχρι σήμερα ήταν η πρόκληση που συνιστά η ένταξη σε μια νομισματική ένωση τόσο ανομοιογενών εθνικών οικονομιών, ιδιαίτερα αν στο επίπεδο των δημοσιονομικών η καθεμιά παραμένει ανεξάρτητη να χαράξει τη δική της πολιτική. Θεωρείτε ότι η Ευρωζώνη είναι καταδικασμένη αν δεν καταφέρουμε να ενσωματώσουμε σ’ αυτήν κάποια στοιχεία δημοσιονομικής ένωσης; Πόσο πιθανό είναι να δούμε βήματα προς αυτή την κατεύθυνση κατά την επόμενη πενταετία;

Συμπληρώνω την ορθή αρχική παραδοχή, σχετικά με την προβληματικότητα της ένταξης σε μια νομισματική ένωση τόσο ανομοιογενών εθνικών οικονομιών με την παρατήρηση ότι σε αυτό ακριβώς οφείλεται και η σχετικοποιημένη αξιολόγηση ως προς την πλήρωση των κριτηρίων σύγκλισης ((1) σταθερότητα των τιμών, (2) υγιή και βιώσιμα δημόσια οικονομικά, (3) σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών  και (4) μακροπρόθεσμα επιτόκια) που είχαν τεθεί προκειμένου μία χώρα να ενταχθεί στην ζώνη του ευρώ.

Ήδη, μετά και τη μακροχρόνια εμπειρία της κρίσης, υπάρχει πλέον σύμπτωση απόψεων ως προς την κατεύθυνση που θα πρέπει να έχει η δημοσιονομική πραγματικότητα στις χώρες του κοινού νομίσματος. Δίνεται έμφαση στον περιορισμό ή την εκμηδένιση των ελλειμμάτων, πράγμα που σημαίνει αντίστοιχα και περιορισμό των δαπανών του κράτους. Είναι αναγκαία συνθήκη, όχι ικανή από μόνη της αλλά αναγκαία, ώστε το κοινό νόμισμα να μη δοκιμαστεί εκ νέου από τις κραυγαλέες ανισότητες μεταξύ των δημοσιονομικών δεδομένων των χωρών της ένωσης.

Οι φτωχότερες χώρες καλούνται ταυτόχρονα να επιταχύνουν τις μεταρρυθμίσεις που οδηγούν σε μείωση των δαπανών τους και σε αύξηση του πλούτου και συνακόλουθα των φορολογικών εσόδων, ώστε και οι προϋπολογισμοί τους να μην είναι ελλειμματικοί και περιθώρια για σοβαρή κοινωνική πολιτική να έχουν. Η δημοσιονομική σύγκλιση επομένως, που αδιαμφισβήτητα είναι αναγκαία, προκειμένου να μην είναι και επώδυνη, προϋποθέτει γρήγορες και γενναίες αποφάσεις, που θα τονώσουν την οικονομία, θα αυξήσουν τις επενδύσεις και θα φέρουν χρήματα στις χώρες, ιδιαίτερα τις πιο αδύναμες.

Σήμερα που μιλάμε, δεν έχουμε την πολυτέλεια να μην είμαστε αισιόδοξοι ότι θα γίνουν σοβαρά βήματα μέσα στην επόμενη πενταετία. Αν αυτό δεν συμβεί, ο αυξανόμενος ανταγωνισμός με την Κίνα και τις ΗΠΑ, που μεγαλώνει τις πιέσεις προς το ευρώ, θα επαναφέρει σκηνικό κρίσης εάν οι οικονομίες δεν είναι θωρακισμένες από την εφαρμογή κοινών δημοσιονομικών κανόνων, οπότε ναι, θεωρώ ότι σε αυτήν την περίπτωση, η ευρωζώνη είναι καταδικασμένη. Το σχέδιο Macron για κοινό προϋπολογισμό των χωρών της Ευρώζώνης που αναμένεται να μετουσιωθεί σε πρόταση κοινού προϋπολογισμού από το Eurogroup τον προσεχή Ιούνιο είναι ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

Πριν κάποια χρόνια είχε αναδειχθεί ως μια πιθανή στρατηγική για τη χώρα μας η ανάγκη σύναψης μιας συμμαχίας του ευρωπαϊκού νότου για την ενίσχυση των συμφερόντων μας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, κάτι το οποίο τελικά δεν είδαμε να συμβαίνει. Είναι προς όφελός μας να επιδιώξουμε κάτι τέτοιο στην επόμενη πενταετία; Ο διαχωρισμός μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και ευρωπαϊκού Νότου, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της νομισματικής ένωσης, παραμένει επίκαιρος. Χωράνε και τα δύο αυτά μπλοκ σε ένα κοινό ευρωπαϊκό μέλλον ή αποτελεί μονόδρομο μια ΕΕ δύο ταχυτήτων;

Η διαφορά μεταξύ των χωρών του Βορρά με τις χώρες του Νότου είναι εμφανής. Τόσο σε επίπεδο διακυβέρνησης, δημοσιονομικών δεδομένων και πολιτικού κλίματος όσο και σε επίπεδο νοοτροπιών. Αυτό από μόνο του, κατ’ αρχήν, σημαίνει ότι σε πολλά ζητήματα, κυρίως της οικονομίας, υπάρχουν μεταξύ των χωρών του Nότου κοινά συμφέροντα και αντίστοιχα ζητήματα που χρήζουν αντιμετώπισης. Παράλληλα, έχουμε ως καινούργιο δεδομένο, τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα ανατολικά. Και εκεί υπάρχουν αντίστοιχες ιδιαιτερότητες, αντίστοιχα προβλήματα και κοινές επιδιώξεις. Αν αναπτυχθεί λοιπόν η “Συμμαχία της Ανατολής” τότε μπαίνουμε σε μία διαδικασία, που μπορεί στο βάθος να σημάνει την τριχοτόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπάρχει λοιπόν το ενδεχόμενο αναχαίτισης και τελικά ματαίωσης της πορείας προς την ολοκληρωμένη ενοποίηση, προς την ομοσπονδιοποίηση δηλαδή, ενδεχόμενο που με βρίσκει αντίθετο αφού αντιτίθεται στο φεντεραλιστικό πρόταγμα, που είναι δομικό πρόταγμα της ΕΕ. Επειδή όμως τίποτα δεν συμβαίνει αναίτια και επειδή κάθε πρόβλημα αναζητεί την λύση του, νομίζω ότι εκείνο που μπορεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά και ενοποιητικά για την Ευρώπη είναι η περισσότερη δημοκρατία στην λήψη των αποφάσεων και η επίσπευση των μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών εθνών του Νότου που θα επιταχύνουν την ανάπτυξη και θα φέρουν ευημερία, μειώνοντας την απόσταση που τα χωρίζει από τον προηγμένο Βορρά.

Σήμερα που μιλάμε, δεν έχουμε την πολυτέλεια να μην είμαστε αισιόδοξοι ότι θα γίνουν σοβαρά βήματα μέσα στην επόμενη πενταετία. Αν αυτό δεν συμβεί, ο αυξανόμενος ανταγωνισμός με την Κίνα και τις ΗΠΑ, που μεγαλώνει τις πιέσεις προς το ευρώ, θα επαναφέρει σκηνικό κρίσης εάν οι οικονομίες δεν είναι θωρακισμένες από την εφαρμογή κοινών δημοσιονομικών κανόνων, οπότε ναι, θεωρώ ότι σε αυτήν την περίπτωση, η ευρωζώνη είναι καταδικασμένη.

Ένα από τα κρίσιμα ζητήματα που απασχόλησαν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και καθόρισαν τις εξελίξεις εντός ΕΕ την τελευταία πενταετία ήταν το μεταναστευτικό. Σε τι βαθμό πιστεύετε ότι θα μας απασχολήσει την επόμενη πενταετία; Ποια στάση θα θέλατε να κρατήσει η ΕΕ σε σχέση με αυτό;

Η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει την αποφασιστική της πίεση και παρέμβαση στις χώρες προέλευσης των μεταναστών, ώστε να άρουν τα προσχήματα και την άρνησή τους να επαναπατρίσουν τους ανθρώπους που εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν. Αυτό επιτυγχάνεται με δύο τρόπους, οι οποίοι συντρέχουν σωρευτικά. Πρώτον με την πίεση για αποκατάσταση και εδραίωση δημοκρατικών κανόνων διακυβέρνησης και για σεβασμό των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και δεύτερον, σε συνάρτηση πάντα με το πρώτο, με την οικονομική ενίσχυση των χωρών προέλευσης.

Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, όμως, οφείλει να επανακαθορίσει τις υποχρεώσεις της Τουρκίας σχετικά με την παραμονή των μεταναστών στο έδαφός της, έναντι φυσικά ανταλλαγμάτων που θα συμφωνηθούν, και να υποστηρίξει πιο γενναιόδωρα δομές προσωρινής παραμονής και φιλοξενίας που να σέβονται και να διασώζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Εννοείται φυσικά, ότι ένα μέρος των μεταναστών θα παραμείνει στην ευρωπαϊκή επικράτεια, θα ζήσει και θα εργαστεί εδώ, συμβάλλοντας, εκτός από τη δική του πρόοδο και στην αναζωογόνηση των τοπικών οικονομιών.

Το έλλειμμα δημοκρατίας σε επίπεδο ευρωπαϊκών θεσμών είναι ένα πραγματικό ζήτημα, κι ας το εκμεταλλεύονται πολλές φορές ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις για να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αξία, αλλά και τη νομιμότητα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Τι συγκεκριμένα, απτά μέτρα θα μπορούσε να πάρει η ΕΕ για να φέρει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς πιο κοντά στον Ευρωπαίο πολίτη;

Πρώτο πρόσφορο και αποδοτικό μέτρο, που ήδη άλλωστε απασχολεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι η συστηματική ενημέρωση των ευρωπαίων πολιτών για το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Υπάρχει έλλειμμα ενημέρωσης και αυτό προκαλεί έλλειμμα ενδιαφέροντος και πολιτικής εκπροσώπησης.

Δεύτερον, να γίνει λιγότερο “γραφειοκρατική” και οκνηρή και περισσότερο αποτελεσματική ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, ώστε να μη δημιουργείται αυτό το χάσμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και στα όργανα της ΕΕ. Αυτό θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο από πιο αποτελεσματικούς μηχανισμούς πρόληψης της διαφθοράς.

Τρίτον, είναι ανάγκη να δρομολογηθεί εκ νέου η διαδικασία συνομολόγησης και ψήφισης του Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Με τον τρόπο αυτό θα τεθούν οι προϋποθέσεις διαμόρφωσης μίας νέας συλλογικής συνείδησης, ενός νέου πατριωτισμού, του ευρωπαϊκού συνταγματικού πατριωτισμού.

Τι εργαλεία πιστεύετε ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται αποτελεσματικότερα σε επίπεδο ΕΕ για να γίνεται σεβαστή η διαφορετικότητα -από μια αναπηρία μέχρι το φύλο, τη φυλετική ταυτότητα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τη θρησκεία, τον πολιτισμό- στα κράτη-μέλη; Το ζήτημα της θρησκευτικής διαφορετικότητας μας έχει απασχολήσει αρκετά την τελευταία πενταετία. Πώς μπορούμε να επιτύχουμε την ενσωμάτωση μειονοτικών πληθυσμών στην ΕΕ, σεβόμενοι τα δικαιώματά τους;

Ο σεβασμός της ετερότητας είναι καθήκον των χωρών της ΕΕ, που απορρέει τόσο από τα συντάγματά τους όσο και από την συνθήκη της Ρώμης για τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και συμπεριλαμβάνεται στα κριτήρια εισδοχής μίας χώρας στην Ένωση. Δυστυχώς, η μέχρι τώρα εμπειρία απέδειξε ότι εκ μέρους πολλών κρατών μελών είχαμε περιπτώσεις παραβίασης θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων που, όπου έγιναν αντιληπτές, αντιμετωπίστηκαν με την επιβολή κυρώσεων, δηλαδή κατασταλτικά. Νομίζω, ότι θα ήταν χρήσιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα των ευρωπαϊκών οργάνων να επανεξετάζουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα τον βαθμό ανταπόκρισης των χωρών μελών στα πιο πάνω κριτήρια.

Όσον αφορά στην ένταξη των μειονοτικών πληθυσμών στην ΕΕ, εδώ το πράγμα γίνεται περίπλοκο. Ο σεβασμός της πολιτισμικής τους ιδιαιτερότητας είναι ασφαλώς βασική προϋπόθεση για να επιτευχθεί ομαλά αυτό. Ταυτόχρονα όμως, τα ευρωπαϊκά έθνη εύλογα αξιώνουν από τους ανθρώπους αυτούς να σέβονται και να ζουν σύμφωνα με τους κανόνες του ευρωπαϊκού κεκτημένου, που είναι κοσμοπολίτικο και συμπεριληπτικό. Όπως λοιπόν είναι αδιανόητο κατά την γνώμη μου να επιβάλλεται από ευρωπαϊκά κράτη απαγόρευση στην μαντίλα, εξίσου αδιανόητο είναι, με την επίκληση μιας θρησκευτικής ή άλλης ιδιαιτερότητας, να καταπατώνται βάναυσα τα δικαιώματα άλλων ανθρώπων και να διαπράττονται αξιόποινες πράξεις. Οι άνθρωποι μπορούν και πρέπει εφόσον το επιθυμούν να διατηρήσουν την ιδιοπροσωπεία τους, υπό τον απαράβατο όμως όρο να σέβονται τους κανόνες της έννομης τάξης στην οποία είναι ενταγμένοι και συνέχονται με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Η κλιματική αλλαγή αποτελεί κατεξοχήν ζήτημα που αδυνατούμε να αντιμετωπίσουμε κάθε κράτος με τις δικές του αποκλειστικά δυνάμεις, ως εκ τούτου θα περίμενε κανείς ότι θα ήταν στην κορυφή της ατζέντας σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή πολιτική της επόμενης πενταετίας. Ποια στρατηγική οφείλει να ακολουθήσει η ΕΕ, τόσο στο εσωτερικό της, όσο και σε σχέση με τις άλλες μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις, για να αντεπεξέλθουμε αποτελεσματικά στην άμεση αυτή πρόκληση;

Η κλιματική αλλαγή οφείλεται στην ανθρώπινη δραστηριότητα και παρέμβαση. Προέκυψε ως απειλή και μάλιστα για την ίδια την επιβίωση σε ορισμένες περιοχές, επειδή οι άνθρωποι αναζητούσαν λύσεις στις βιοτικές τους ανάγκες με όποιον τρόπο έβρισκαν πιο αποτελεσματικό. Επειδή λοιπόν η κατάσταση είναι πράγματι επικίνδυνη, επιβάλλεται μία αυστηρότερη πολιτική στην κατεύθυνση του ελέγχου και περιορισμού των εκπεμπόμενων ρύπων, με την ταυτόχρονη όμως λήψη αντισταθμιστικών μέτρων υπέρ των παραγωγικών μονάδων. Ταυτόχρονα, επιβάλλεται η ενίσχυση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που είναι ικανής ενεργειακής απόδοσης και πιο φιλικές στο περιβάλλον.

Αρθρογράφος
Σχολιασμός

Σχολιασμός