Είναι ένα αξιοσημείωτο κατόρθωμα να καταφέρνει κάποιος να αποπεμφθεί από αυτή την αμερικανική κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση που έχει καταστήσει τη σύγκρουση συμφερόντων απλή καθημερινότητα και που επιδεικνύει μια πρωτοφανή, ακόμη και για τα δεδομένα της σύγχρονης αμερικανικής πολιτικής, αδιαφορία για τα προσχήματα.
Το ότι το μοναδικής αυτής δυσκολίας επίτευγμα το κατάφερε πρέσβης στη δική μας χώρα θα έπρεπε από μόνο του ως γεγονός να προβληματίζει. Δεν συνέβη σε κενό και δύσκολα μπορεί να παραγραφεί εκ των προτέρων ως τυχαίο. Αν δε η αποπομπή της συνοδευτεί, σε περίπτωση που οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, από έρευνα για τα έργα και τις ημέρες της, η υπόθεση θα έχει και συνέχεια.
Η δε απόπειρα υποβάθμισης των διαδοχικών ρεπορτάζ της Wall Street Journal που παρακολουθήσαμε τις προηγούμενες ημέρες αξίζει επίσης να καταγραφεί – και να μη λησμονηθεί τόσο εύκολα.
Αυτά περί ουσίας.
Ας μιλήσουμε όμως λίγο και για το φαίνεσθαι σήμερα, για να μη λέμε μετά ότι μας φταίνε άλλοι όταν επιδεικνύουμε μνήμη χρυσόψαρου.
Η μέχρι πρότινος εκλεκτή της κυβέρνησης Trump στη χώρα μας έφτασε μετά πολλής φανφάρας εδώ πριν από περίπου 11 μήνες. Και θυμάμαι να σκέφτομαι πόσο άβολο θα πρέπει να ήταν για ανθρώπους που παρακολουθούν τα πεπραγμένα της κυβέρνησης αυτής –την αντιευρωπαϊκή, φιλορωσική, συναλλακτική και φιλοπόλεμη πορεία της– να καθίσουν απέναντι από την πρέσβειρα. Μια πρέσβειρα που δεν προερχόταν από τις τάξεις των επαγγελματιών διπλωματών του State Department, αλλά από τον στενό πυρήνα του MAGA.
Γιατί, αδιαμφισβήτητα, θα έπρεπε να συνεργαστούν μαζί της εκείνοι που είχαν θεσμική υποχρέωση να το πράξουν. Καθώς ναι, η Ελλάδα έχει ανάγκη την Αμερική πολύ παραπάνω από όσο έχει ανάγκη η Αμερική την Ελλάδα. Και η εξωτερική πολιτική για μεγάλα παιδιά ασκείται με τις κυβερνήσεις που υπάρχουν, όχι με εκείνες που θα επιθυμούσαμε να υπάρχουν.
Σκεφτόμουν λοιπόν –αφελής!– ότι, αν και απαιτητική άσκηση, θα έπρεπε να αναζητηθεί ένα ιδιότυπο modus vivendi. Να τηρηθεί μια απόσταση ασφαλείας – για λόγους αισθητικούς, ηθικούς, ακόμη και υστερόβουλους. Μια συστολή, βρε παιδί μου. Μια μικρή αίσθηση του μέτρου. Μια συγκράτηση στα απαραίτητα. Εκεί όπου πράγματι άπτονταν των χαρτοφυλακίων και των θεσμικών αρμοδιοτήτων.
Υπάρχουν, φυσικά, και στη χώρα μας –σε αρκετούς κομματικούς χώρους– εκείνοι που νιώθουν εγγενή συμπάθεια ή συνάφεια με τις πολιτικές Trump. Εκείνους τους εξαιρώ από τη συζήτηση γιατί, αν και διαφωνώ μαζί τους σε πολλά, εν προκειμένω αναγνωρίζω μια συνέπεια ανάμεσα σε λόγια και πράξεις.
Η εγγύτητα στην πρέσβειρα έγινε πεδίο επίδειξης. Η πρόσκληση κάτι που έπρεπε να εξασφαλιστεί. Η φωτογραφία κάτι που άξιζε να δημοσιευτεί.
Όσο για τους «προοδευτικούς», «μετριοπαθείς», «κεντρόστροφους» πολιτικούς που δεν είχαν κάποιον ουσιαστικό λόγο εθνικού συμφέροντος να συγχρωτιστούν με την εκπρόσωπο του συγκεκριμένου συστήματος (με τα γνωστά χαρακτηριστικά), αυτοί είχα –λανθασμένα πάλι– θεωρήσει ότι θα δράττονταν της ευκαιρίας και θα έμεναν για λίγο καιρό μακριά.
Μακριά από events και μπουζούκια. Μακριά από δεξιώσεις και φωτογραφίσεις. Μακριά.
Γιατί, οι συγκεκριμένοι, δεν θα ζημίωναν τη χώρα αν έμεναν, για λίγο, μακριά.
Πίστευα, ακόμη, ότι προσωπικότητες που ιδιωτικά σχολίαζαν ως επικίνδυνες τις πολιτικές της κυβέρνησης Trump θα ένιωθαν κάποια αμηχανία, αν όχι ντροπή, να φωτογραφίζονται με πλατύ χαμόγελο στα χείλη δίπλα στην εκπρόσωπό της. Ότι θα δίσταζαν να μετατρέψουν την κοινωνική τους εγγύτητα με το MAGA –σε κάποιες περιπτώσεις ακούσια– σε παράσημο.
Κι ας έπαυαν για κάποιον καιρό να είναι «welcome» στα της πρεσβείας. Δεν θα τους στερούσε κανείς τα φιλοαμερικανικά τους διαπιστευτήρια. Στο δικό μου μυαλό, άλλωστε, η κανονικοποίηση αυτής της πραγματικότητας, ο χαριεντισμός και τα ακκίσματα συνιστούν τη βαθιά αντιαμερικανική στάση. Μια στάση που ταυτίζει μια μεγάλη χώρα –με θεσμούς, ιστορία και ισχυρές δημοκρατικές παραδόσεις– με τις διαθέσεις και πρακτικές του εκάστοτε ενοίκου του Λευκού Οίκου.
Φευ.
Αξίζει να κάνετε ένα πέρασμα από τον Τύπο των τελευταίων μηνών για να διαπιστώσετε πόσο έξω έπεσα.
Από τις διθυραμβικές υποδοχές μέχρι τις κοσμικές εμφανίσεις, από τα ενθουσιώδη δημοσιεύματα μέχρι τις φωτογραφίες που διαδέχονταν η μία την άλλη, η παρουσία της Guilfoyle αντιμετωπίστηκε από ένα αξιοσημείωτο τμήμα του ελληνικού πολιτικού, επιχειρηματικού και μιντιακού κόσμου περίπου ως κοινωνικό γεγονός της χρονιάς. Η εγγύτητα στην πρέσβειρα έγινε πεδίο επίδειξης. Η πρόσκληση κάτι που έπρεπε να εξασφαλιστεί. Η φωτογραφία κάτι που άξιζε να δημοσιευτεί.
Και όλα αυτά, με μια εντυπωσιακή προθυμία να παραμεριστεί το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο. Σαν να είχε φτάσει στη χώρα μας κάποια ιδιόρρυθμη Αμερικανίδα celebrity, αποκομμένη από την κυβέρνηση που την είχε επιλέξει και το σύστημα εξουσίας που εκπροσωπούσε.
Αναρωτιέμαι τι ακριβώς οδήγησε σε αυτή την επίδειξη ενθουσιασμού. Ο φόβος μήπως μείνουμε έξω από το παιχνίδι; Η προσδοκία κάποιου μελλοντικού ανταλλάγματος; Η γοητεία της εξουσίας, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο ασκείται; Ή μήπως απλώς η παλιά, γνώριμη επιθυμία να ταυτιστούμε με όποιον φαίνεται να έχει την εύνοια των ισχυρών;
Δεν ξέρω τι θα προκύψει από τις έρευνες για την Kimberly Guilfoyle. Και, προφανώς, καμία φωτογραφία, καμία πρόσκληση, καμία κοινωνική συναναστροφή δεν συνεπάγεται συσχέτιση με όσα της καταλογίζονται.
Ξέρω όμως ότι όσα γνωρίζαμε ήδη για την κυβέρνηση Trump και για τον στενό κύκλο της ήταν υπεραρκετά για να δικαιολογήσουν λίγη περισσότερη περίσκεψη. Λίγη λιγότερη προθυμία να χαριεντιστούμε με τη συγκεκριμένη εξουσία.
Και ότι η αποχώρησή της προσφέρει μια καλή ευκαιρία να αναλογιστούμε τι ακριβώς λέει για εμάς η υποδοχή που της επιφυλάξαμε.
Η Kimberly Guilfoyle φεύγει. Οι φωτογραφίες, οι δημόσιες τοποθετήσεις, οι ενθουσιώδεις υποδοχές και οι πρόθυμοι χαριεντισμοί μένουν. Όχι ως τεκμήρια ενοχής, αλλά ως τεκμήρια κρίσης. Της δικής μας κρίσης.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Μήπως Χρειαζόμαστε Εγγυημένη Περιουσία;
Από την Απαγόρευση του Κινητού στην Εκπαίδευση του Ψηφιακού Πολίτη

