Τι σχέση μπορεί να έχει μια συζήτηση για το επίδομα ανεργίας με έναν «κουμπαρά» για τα παιδιά; Περισσότερη απ’ όση φαίνεται. Αν η AI αλλάξει ριζικά τη σχέση ανάμεσα στην εργασία και τον πλούτο, ίσως χρειαστεί να ξανασκεφτούμε όχι μόνο πώς στηρίζουμε το εισόδημα των πολιτών, αλλά και πώς τους δίνουμε τη δυνατότητα να αποκτήσουν μερίδιο στο κεφάλαιο που δημιουργεί τον πλούτο.
Κάποιες φορές δύο ειδήσεις που μοιάζουν άσχετες μεταξύ τους λένε, αν τις βάλεις δίπλα δίπλα, μια πιο ενδιαφέρουσα και ευρύτερη ιστορία.
Τις τελευταίες ημέρες άνοιξε ξανά στην Ελλάδα η συζήτηση για τα επιδόματα ανεργίας. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης εξέφρασε την προσωπική άποψη ότι, έπειτα από ένα διάστημα στήριξης του ανέργου, θα είχε περισσότερο νόημα να επιδοτείται η εργασία αντί της ανεργίας – για παράδειγμα, μέσω της κάλυψης ασφαλιστικών εισφορών στις επιχειρήσεις.
Δεν θα σταθώ στην πολιτική διάσταση της υπόθεσης –πόσο φρόνιμο για την κυβέρνηση είναι να ανοίγει ένα τέτοιο ζήτημα σ’ ένα περιβάλλον όπου η ακρίβεια και το κόστος ζωής είναι ο νούμερο ένα προβληματισμός με διαφορά από τον επόμενο–, ούτε στο αν παρεξηγήθηκαν ή εργαλειοποιήθηκαν τα λεγόμενά του με κομματικές σκοπιμότητες.
Θα σταθώ αντ’ αυτού στο οικονομικό σκέλος της συζήτησης, που έχει γνώριμα επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές. Πόσο πρέπει να διαρκεί ένα επίδομα; Πότε η προστασία μετατρέπεται σε αντικίνητρο για εργασία; Πώς βοηθάς έναν άνεργο να επιστρέψει όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην αγορά; Αυτά τα κουβεντιάζουμε χρόνια και έχουν ασφαλώς ιδεολογικό πρόσημο. Δεν θα έπρεπε όμως να μας εμποδίζει αυτό από το να συζητάμε ψύχραιμα το βέλτιστο policy design για μια πραγματική κοινωνική ανάγκη: πρέπει να υπάρχει μια ελάχιστη ασφάλεια για ανθρώπους που θα βρεθούν σε αυτή τη θέση. Το πώς και πόσο είναι το κρίσιμο· το γιατί νομίζω ότι το έχουμε λύσει ως κοινωνία και είναι άτοπο να πηγαίνουμε πίσω.
Δεν σας κρύβω πάντως ότι, παρακολουθώντας όλη αυτή την αντιπαράθεση, βρήκα ότι υπάρχει κάτι μάλλον παρωχημένο στον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ζήτημα. Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν έναν κόσμο στον οποίο υπάρχουν δουλειές και το βασικό πρόβλημα είναι πώς θα οδηγήσουμε περισσότερους ανθρώπους προς αυτές. Τι θα συμβεί, όμως, αν το πρόβλημα των επόμενων ετών είναι τελείως άλλο;
Γιατί Αυτή τη Φορά Μπορεί να Είναι Διαφορετικά
Κάθε τεχνολογική ανατροπή έχει προκαλέσει τον ίδιο φόβο: οι υφαντουργικοί αργαλειοί, ο ηλεκτρισμός, οι υπολογιστές. Κάθε φορά, μέρος της απασχόλησης που χάθηκε αναδημιουργήθηκε αλλού, συχνά σε επαγγέλματα που δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε πριν από την ανατροπή. Είναι λογικό λοιπόν κάποιος να αντιτάξει: γιατί αυτή τη φορά να συμβεί κάτι διαφορετικό;
Υπάρχουν δύο λόγοι που αξίζει να παρθούν σοβαρά υπόψη, και κανένας τους δεν χρειάζεται να στηριχθεί σε κάποιο σενάριο πλήρους «γενικής νοημοσύνης» (AGI) για να έχει βάρος.
Ο πρώτος είναι ότι αυτή η ανατροπή φτάνει με πρωτοφανή ένταση στη γνωστική εργασία – ακριβώς τον τομέα που στις προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις απορρόφησε σημαντικό μέρος της μετακίνησης από τη χειρωνακτική εργασία. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε σε πλήρη αυτοματοποίηση κάποιου επαγγέλματος για να αλλάξει η ισορροπία. Αρκεί η μερική αυτοματοποίηση συγκεκριμένων εργασιών υψηλής αξίας για να συμπιεστεί μια ολόκληρη κατηγορία εργασίας.
Ο δεύτερος είναι ο συνδυασμός ρυθμού και έκτασης. Οι προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις προκάλεσαν τεράστιες και συχνά βίαιες ανατροπές, όμως η διάχυση των τεχνολογιών τους απαιτούσε φυσικές υποδομές, κεφάλαιο και χρόνο. Ένα ψηφιακό εργαλείο μπορεί να διαχυθεί ταυτόχρονα σε πολλές χώρες και πολλά επαγγέλματα με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα. Και, το πιο κρίσιμο, μπορεί να επηρεάσει κλάδους –δικηγόρους, λογιστές, αναλυτές, προγραμματιστές– που ιστορικά δεν έχουν χρειαστεί να αναπτύξουν μηχανισμούς αντιμετώπισης μαζικής διαταραχής με τον τρόπο που τους ανέπτυξαν, για παράδειγμα, βιομηχανικές πόλεις που έζησαν το κλείσιμο εργοστασίων.
Όλα αυτά που γράφω δεν είναι, ασφαλώς, βεβαιότητα. Είναι όμως ένα αρκετά διαφορετικό –και διαταρακτικό– σενάριο ώστε να αξίζει μια διαφορετική προσέγγιση.
Την ίδια στιγμή που μπορεί να χάνονται δουλειές –ή να συρρικνώνονται ολόκληρες επαγγελματικές κατηγορίες– μπορεί να δημιουργείται τεράστιος νέος πλούτος.
Ποιος Κατέχει το Νέο Κεφάλαιο;
Προσθέστε τώρα σε όλα αυτά και το εξής παράδοξο: την ίδια στιγμή που μπορεί να χάνονται δουλειές –ή να συρρικνώνονται ολόκληρες επαγγελματικές κατηγορίες– μπορεί να δημιουργείται τεράστιος νέος πλούτος.
Ο μηχανισμός δεν είναι μυστήριος, έχει όμως δύο ξεχωριστές πλευρές που δεν πρέπει να συγχέουμε. Η πρώτη είναι καθαρή δημιουργία αξίας: η AI μπορεί να παράγει το ίδιο αποτέλεσμα με πολύ λιγότερους πόρους (χρόνο, ανθρώπινη εργασία, κόστος), κάτι που είναι πραγματικό κέρδος παραγωγικότητας για την οικονομία συνολικά, όχι μηδενικού αθροίσματος. Μπορεί, επίσης, να κάνει πράγματα που δεν ήταν οικονομικά βιώσιμα πριν εφικτά.
Η δεύτερη πλευρά είναι το πώς μοιράζεται αυτό το κέρδος. Αν η ίδια δουλειά μπορεί να γίνει με πολύ μικρότερη ανθρώπινη συμμετοχή, ένα μεγαλύτερο μέρος της αξίας μπορεί να καταλήγει σε όσους κατέχουν το εργαλείο που την παράγει. Δεν είναι λοιπόν μόνο «πόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίτα», αλλά και «ποιος κρατά το μαχαίρι» – κι αυτό το δεύτερο ερώτημα είναι το ίδιο κρίσιμο με το πρώτο.
Δεν πρέπει να απαντήσουμε, λοιπόν, μόνο πώς θα αποζημιώσουμε όσους χάνουν εισόδημα, αλλά και ποιος θα κατέχει τον πλούτο που δημιουργεί αυτή η μετάβαση.
Εδώ αξίζει μια διάκριση, γιατί το τοπίο δεν είναι ομοιόμορφο. Στο επίπεδο της εφαρμογής (πρόσβαση σε ένα μοντέλο, χρήση ενός εργαλείου) η AI γίνεται φθηνότερη και ευρύτερα διαθέσιμη. Στο επίπεδο όμως της εκπαίδευσης των frontier μοντέλων (τα τεράστια ποσά υπολογιστικής ισχύος, ενέργειας και κεφαλαίου που απαιτούνται για να χτιστεί το επόμενο κύμα ικανοτήτων) οι απαιτήσεις είναι τέτοιες ώστε λίγες μόνο εταιρείες μπορούν να ανταγωνιστούν στην αιχμή. Αν δυσανάλογο μέρος της αξίας που δημιουργείται συγκεντρωθεί σε αυτό το επίπεδο, η τεχνολογικά τροφοδοτούμενη ανισότητα παύει να είναι ένας αφηρημένος κίνδυνος.
Αν τώρα κάτι τέτοιο συμβεί σε κλίμακα, οι εργαζόμενοι θα χρειαστούμε περισσότερη και όχι λιγότερη στήριξη στη διάρκεια της μετάβασης – αλλά κι έναν αρκετά διαφορετικό τρόπο να σκεφτόμαστε ποιος συμμετέχει στην ίδια την ιδιοκτησία του νέου πλούτου.
Με τον «Κουμπαρά για τη Νέα Γενιά» το κράτος δεν βοηθά απλώς κάποιον να έχει χρήματα. Τον βοηθά να χτίσει κεφάλαιο. Και αυτή η μικρή διαφορά ανοίγει μια πολύ ευρύτερη συζήτηση.
Πλούτος Που Δουλεύει Όσο Κοιμάσαι;
Κάπου ανάμεσα στις εξαγγελίες της φετινής ΔΕΘ υπήρχε μια ιδέα πολύ διαφορετικής λογικής από τη συζήτηση περί επιδόματος: ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά».
Είναι, στην ουσία του, ένα μεσαίας κλίμακας πρόγραμμα αποταμίευσης με κρατική αντιστοίχιση. Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι λύνει όλα μας τα προβλήματα, όμως ξεχωρίζω στην αρχιτεκτονική του μια νύξη προς μια διαφορετική κατεύθυνση: οι γονείς τοποθετούν χρήματα σε επενδυτικό λογαριασμό για το παιδί τους και το κράτος συνεισφέρει αντίστοιχο ποσό, έως 1.200 ευρώ τον χρόνο.
Τα χρήματα δεν προορίζονται για σημερινή κατανάλωση –παρά το γεγονός ότι, αναμφίβολα, οι γονείς έχουν αυξημένες καταναλωτικές ανάγκες και τώρα–, αλλά επενδύονται και συσσωρεύονται σε βάθος χρόνου. Με απλά λόγια: το κράτος δεν βοηθά απλώς κάποιον να έχει χρήματα. Τον βοηθά να χτίσει κεφάλαιο. Και αυτή η μικρή διαφορά ανοίγει μια πολύ ευρύτερη συζήτηση.
Για περισσότερο από έναν αιώνα, το κοινωνικό κράτος των αναπτυγμένων οικονομιών έχει χτιστεί κυρίως γύρω από ροές: μισθοί, συντάξεις, επιδόματα, εισοδηματικές ενισχύσεις. Η περιουσία είναι κάτι διαφορετικό – όπως γνωρίζουν ανά τους αιώνες οι έχοντες αυτήν. Γιατί μπορεί το εισόδημα να είναι ροή, όμως η περιουσία είναι απόθεμα. Το κεφάλαιο μπορεί να παράγει μελλοντικό εισόδημα, να λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας, να χρηματοδοτεί μια επένδυση και –ίσως το σημαντικότερο σε αυτή τη συζήτηση– να σου δίνει συμμετοχή στην άνοδο της αξίας των περιουσιακών στοιχείων μιας οικονομίας.
Ο πλούτος που γεννιέται από κεφάλαιο έχει, άλλωστε, μια ιδιότητα που δεν έχει η εργασία: μπορεί να ανατοκίζεται χωρίς να απαιτεί αντίστοιχη αύξηση των ωρών που εργάζεται ο ιδιοκτήτης του. Ο πλούτος που γεννιέται από κεφάλαιο δεν χρειάζεται ύπνο, άδεια ή σύνταξη· συνεχίζει να ανατιμάται όσο εσύ κοιμάσαι. Όποιος δεν κατέχει καθόλου κεφάλαιο μένει εκτός αυτού του μηχανισμού και εξαρτάται πολύ περισσότερο από την αξία που μπορεί να αποσπάσει από την εργασία του.
Μήπως, λοιπόν, ως αντίδοτο στους πρωτόγνωρους κινδύνους που ελλοχεύουν, αντί να συζητάμε μόνο για ένα εγγυημένο εισόδημα, πρέπει να αρχίσουμε να συζητάμε και για μια εγγυημένη περιουσία;
UBI ή UBC;
Η πιο γνωστή απάντηση που έχει δοθεί μέχρι στιγμής στο ενδεχόμενο μεγάλης τεχνολογικής ανεργίας είναι το Universal Basic Income: ένα βασικό εισόδημα που καταβάλλεται τακτικά και χωρίς εισοδηματικά κριτήρια. Το έχουν επικαλεστεί πολλές και πολιτικά ανομοιογενείς φωνές –από τον Andrew Yang, που το έκανε κεντρικό σύνθημα της προεδρικής του υποψηφιότητας το 2020, μέχρι επιχειρηματίες της τεχνολογίας όπως ο Sam Altman, ενώ μια συγγενική ιδέα (το «negative income tax») είχε προτείνει δεκαετίες πριν ο Milton Friedman, από τα δεξιά του οικονομικού φάσματος.
Υπάρχει όμως και μια άλλη οικογένεια ιδεών: το Universal Basic Capital.
Οφείλω εδώ μια διευκρίνιση: στο πρόσφατο βιβλίο του «Η Εκτόπιση της Εργασίας» (Εκδόσεις Καστανιώτη), ο πατέρας μου, Θόδωρος Σκυλακάκης, προτείνει μια εκδοχή του UBC που στηρίζεται σε τρεις πυλώνες – την προστατευμένη πρώτη κατοικία, ένα ελάχιστο κεφάλαιο και την πρόσβαση σε έναν ισχυρό προσωπικό AI agent. Το έχω διαβάσει, το έχουμε φυσικά συζητήσει, και αυτή η συζήτηση ασφαλώς έχει τροφοδοτήσει και το παρόν κείμενο. Το αναφέρω όχι γιατί υιοθετώ την πρόταση αδιακρίτως, αλλά γιατί μου φαίνεται έντιμο ο αναγνώστης να ξέρει από πού ξεκίνησε η σκέψη.
Εν προκειμένω, μου φαίνεται δε γνήσια ενδιαφέρον ότι η ανάγκη αυτή μιας ελάχιστης οικονομικής ασφάλειας προσεγγίζεται από μια κεντροδεξιά, φιλελεύθερη οπτική – όχι επειδή είναι η μοναδική δυνατή αφετηρία, αλλά επειδή παραδοσιακά η συζήτηση για αναδιανομή περιουσίας θεωρούνταν περισσότερο «ιδιοκτησία» της αριστεράς. Αν όμως πιστεύεις στην αξία της ατομικής ιδιοκτησίας και της οικονομικής αυτονομίας, τότε η πιθανότητα μια τεχνολογική ανατροπή να συγκεντρώσει την ιδιοκτησία σε πολύ λιγότερα χέρια δεν είναι πρόβλημα που πρέπει να αγνοήσεις για να παραμείνεις φιλελεύθερος. Αντιθέτως, είναι ένα πρόβλημα που οι ίδιες οι αρχές σου σε καλούν να αντιμετωπίσεις αποτελεσματικά.
Πίσω τώρα στη διαφορά μεταξύ UBI/UBC. Στη μία περίπτωση, το κοινωνικό συμβόλαιο λέει: θα φροντίσουμε να έχεις μια ελάχιστη ροή εισοδήματος ό,τι κι αν συμβεί. Στην άλλη: θα φροντίσουμε να κατέχεις και κάτι από το κεφάλαιο που παράγει εισόδημα.
Τα δύο δεν είναι αναγκαστικά ανταγωνιστικά. Η εισοδηματική στήριξη αντιμετωπίζει το σοκ που μπορεί να έρθει. Η συσσώρευση περιουσίας προσπαθεί να αλλάξει τη θέση του πολίτη μέσα στην οικονομία που προκαλεί το σοκ.
Στη μία περίπτωση, το κοινωνικό συμβόλαιο λέει: θα φροντίσουμε να έχεις μια ελάχιστη ροή εισοδήματος ό,τι κι αν συμβεί. Στην άλλη: θα φροντίσουμε να κατέχεις και κάτι από το κεφάλαιο που παράγει εισόδημα.
Μπορεί η Ιδιοκτησία να Είναι Κοινωνική Πολιτική;
Η ιδέα ακούγεται πιο εξωτική απ’ όσο είναι. Η Σιγκαπούρη έχει κάνει εδώ και δεκαετίες κάτι συναφές: αντιμετωπίζει την ευρεία ιδιοκατοίκηση ως ρητό στόχο δημόσιας πολιτικής. Περίπου το 80% των νοικοκυριών κατοικεί σε διαμερίσματα του Housing & Development Board και πάνω από το 90% αυτών είναι ιδιοκτήτες. Το ίδιο το κράτος περιγράφει την ιδιοκατοίκηση ως τρόπο να αποκτούν οι πολίτες ένα απτό περιουσιακό στοιχείο και ένα «stake in nation-building».
Προφανώς πρόκειται για ένα παράδειγμα που στηρίζεται σε συνθήκες μη μεταφερόμενες αλλού – μεταξύ άλλων στην υποχρεωτική αποταμίευση και στον πολύ στενό κρατικό έλεγχο της αγοράς δημόσιας κατοικίας. Το ενδιαφέρον του όμως για τη δική μας συζήτηση είναι απλούστερο: η ιδιοκτησία αντιμετωπίστηκε συνειδητά ως κοινωνικός στόχος.
Και δεν είναι το μόνο παράδειγμα. Στην Αλάσκα, έσοδα από το πετρέλαιο τροφοδότησαν ένα μόνιμο επενδυτικό ταμείο, από το οποίο καταβάλλεται ετήσιο μέρισμα στους επιλέξιμους κατοίκους – το 2024 ήταν 1.702 δολάρια ανά δικαιούχο. Στη Σουηδία, τα περίφημα wage-earner funds που προέκυψαν από το σχέδιο Meidner επιχείρησαν, με διαφορετική ιδεολογική αφετηρία, να αυξήσουν τη συλλογική συμμετοχή των εργαζομένων στην ιδιοκτησία επιχειρήσεων· εφαρμόστηκαν τη δεκαετία του 1980 και διαλύθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έπειτα από έντονη πολιτική σύγκρουση. Οι μεταπολεμικές αγροτικές μεταρρυθμίσεις σε Ιαπωνία, Ταϊβάν και Νότια Κορέα ανακατένειμαν σε μεγάλη κλίμακα ένα παραγωγικό περιουσιακό στοιχείο (τη γη) δημιουργώντας πολύ ευρύτερη ατομική ιδιοκτησία. Ακόμη και η Thatcher έχτισε μέρος της πολιτικής της γύρω από τη διάχυση ιδιοκτησίας, μέσω του Right to Buy και των ιδιωτικοποιήσεων.
Και υπάρχουν παραδείγματα πιο κοντά στον «Κουμπαρά». Στο Κονέκτικατ εφαρμόζεται ήδη η πρόταση του γερουσιαστή Cory Booker για τα λεγόμενα «baby bonds»: επενδύονται 3.200 δολάρια για κάθε παιδί που γεννιέται μέσω Medicaid, τα οποία μπορούν στην ενήλικη ζωή να χρησιμοποιηθούν για κατοικία, εκπαίδευση, επιχείρηση ή συνταξιοδοτική αποταμίευση.
Ακόμη πιο πρόσφατα, και από την άλλη πλευρά του αμερικανικού πολιτικού φάσματος, η κυβέρνηση Trump θέσπισε τα λεγόμενα «Trump Accounts»: επενδυτικούς λογαριασμούς για παιδιά, με αρχική κρατική συνεισφορά 1.000 δολαρίων για όσα γεννιούνται μεταξύ 2025 και 2028 και δυνατότητα πρόσθετων εισφορών από οικογένειες, εργοδότες και άλλους φορείς. Έχει ενδιαφέρον ότι η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση περιγράφει ρητά τη φιλοσοφία τους με όρους ιδιοκτησίας: ως έναν τρόπο να αποκτήσουν τα παιδιά από νωρίς μερίδιο στην οικονομία και να διευρυνθεί η συμμετοχή των πολιτών στην κατοχή κεφαλαίου.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το βρετανικό Child Trust Fund. Από το 2005, κάθε επιλέξιμο παιδί αποκτούσε έναν μακροχρόνιο, αφορολόγητο λογαριασμό με αρχική κρατική συνεισφορά, μεγαλύτερη για οικογένειες χαμηλότερου εισοδήματος. Τα χρήματα ανήκαν στο παιδί και έμεναν κλειδωμένα μέχρι τα 18. Το 2011, όμως, το πρόγραμμα έκλεισε για νέα παιδιά και οι κρατικές συνεισφορές σταμάτησαν, στο πλαίσιο της προσπάθειας μείωσης του ελλείμματος. Οι ήδη υπάρχοντες λογαριασμοί δεν καταργήθηκαν· συνέχισαν να υπάρχουν και να επενδύονται.
Ένα κοινό νήμα διατρέχει όλες τις παραπάνω, τόσο ανομοιογενείς μεταξύ τους, πολιτικές: η κατανομή της ιδιοκτησίας δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται από το κράτος αποκλειστικά ως το αποτέλεσμα όσων συνέβησαν στην αγορά. Μπορεί να αποτελεί και η ίδια στόχο πολιτικής.
Και η Εκπαίδευση;
Για δεκαετίες, η βασική απάντηση των δυτικών κοινωνιών στην ανισότητα ευκαιριών ήταν η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο: εκπαίδευση, δεξιότητες, πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Δώστε στους ανθρώπους τα εφόδια για να κάνουν τη δική τους προκοπή.
Αυτό παραμένει εξαιρετικά σημαντικό. Τι γίνεται όμως αν η AI αρχίσει να αλλάζει και τις δύο πλευρές αυτής της εξίσωσης; Από τη μία, θα μειώσει τη σπανιότητα –και επομένως την οικονομική αξία– ορισμένων γνωστικών δεξιοτήτων. Από την άλλη, μπορεί να κάνει φθηνότερη την ίδια την απόκτηση γνώσης.
Μήπως ένα μέρος των πόρων που σήμερα φανταζόμαστε ότι θα χρειαστούν για μια εποχή διαρκούς επανεκπαίδευσης θα μπορούσε να επενδυθεί όχι μόνο στο ανθρώπινο κεφάλαιο των πολιτών, αλλά και στο πραγματικό τους κεφάλαιο;
Το γράφω αυτό με τεράστιο, βαρύ προβληματισμό, έχοντας μεγαλώσει σε ένα σπίτι όπου η απόκτηση γνώσης ήταν το ιερό δισκοπότηρο. Και το γράφω την ίδια ώρα που αναλογίζομαι ότι όλες αυτές οι σκέψεις δεν είναι θεωρητικές ή μόνο συλλογικές αποφάσεις, αλλά και πραγματικές επιλογές που πρέπει καθένας από εμάς να κάνει για τα παιδιά του.
Πρόσφατα, ερωτήθηκα αν πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο ένα MBA αξίας πολλών δεκάδων χιλιάδων ευρώ σε ένα κορυφαίο αμερικανικό πανεπιστήμιο σήμερα. Η δικτύωση, η εμπειρία, ίσως σε ένα βαθμό ένας τρόπος σκέψης, αλλά και το signaling power του θα με έκαναν κάποτε να πω με εμφατικό τρόπο πως ναι. Σήμερα, όμως, διστάζω να το πω με την ίδια σιγουριά. Μήπως ένα πιο οικονομικό πτυχίο, που αφήνει στην άκρη πόρους για την απόκτηση ενός περιουσιακού στοιχείου, είναι η πιο σώφρων επιλογή;
Σας το ξαναλέω: η όλη συζήτηση με κάνει να νιώθω ότι προδίδω κάτι. Και ίσως αυτό το δίλημμα –παιδεία ή περιουσία;– να είναι η πιο προσωπική εκδοχή της ίδιας ερώτησης που θέτει όλο αυτό το κείμενο σε επίπεδο κράτους: αν η απόδοση ορισμένων επενδύσεων σε ανθρώπινο κεφάλαιο αρχίσει να μειώνεται, ο ορθολογικός πολίτης οφείλει τουλάχιστον να επανεξετάσει πού επενδύει.
Από τη Θεωρία στην Πράξη
Προφανώς, όλα αυτά γεννούν δύσκολα πρακτικά ερωτήματα. Πόσο κεφάλαιο θα ήταν αρκετό για να έχει μια τέτοια πολιτική πραγματικό νόημα; Πώς θα χρηματοδοτούνταν; Και θα έπρεπε όλοι να λαμβάνουν την ίδια κρατική συνεισφορά, ακόμη κι όσοι διαθέτουν ήδη σημαντική περιουσία; Τι ακριβώς σημαίνει ότι αυτό το κεφάλαιο είναι «δικό σου»; Αν μπορείς να το ρευστοποιήσεις ολόκληρο, δεν χάνει την προστατευτική του αξία; Κι αν, πάλι, το κράτος σου απαγορεύει να το αγγίξεις, σε ποιο βαθμό πρόκειται πραγματικά για δική σου περιουσία;
Δεν έχουμε τις απαντήσεις. Ο ίδιος ο «Κουμπαράς», πάντως, μας δίνει μια πρώτη αίσθηση μεγέθους για μια τέτοιας φιλοσοφίας πολιτική: με 100 ευρώ τον μήνα από την οικογένεια και άλλα 100 από το κράτος, η κυβέρνηση υπολογίζει ότι ένα παιδί μπορεί να φτάσει στα 18 του με περισσότερα από 60.000 ευρώ. Δεν είναι ένα ποσό που εξασφαλίζει την οικονομική ασφάλεια μιας ζωής. Δείχνει όμως ότι, με χρόνο, συστηματικές εισφορές και ανατοκισμό, η δημιουργία ενός ουσιαστικού αρχικού κεφαλαίου δεν ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.
Η Πολιτική του Αύριο
Στο τέλος της ημέρας, το δίλημμα «επίδομα ή δουλειά» προϋποθέτει έναν κόσμο στον οποίο η δουλειά υπάρχει και το βασικό μας πρόβλημα είναι πώς θα οδηγήσουμε τον άνεργο προς αυτήν. Μπορεί να συνεχίσει να είναι έτσι. Μακάρι, γιατί τότε τα προβλήματα που θα αντιμετωπίζουμε θα μας είναι γνώριμα και άρα, σε ένα βαθμό, πιο εύκολα επιλύσιμα.
Όμως η τεράστια επιτάχυνση της AI μας υποχρεώνει τουλάχιστον να εξετάσουμε ένα διαφορετικό ενδεχόμενο: ότι μπορεί να χρειάζονται λιγότεροι άνθρωποι για να παραχθεί πολύ περισσότερη οικονομική αξία, και ότι ένα δυσανάλογο μέρος αυτής της νέας αξίας μπορεί να καταλήξει στους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου που την παράγει.
Ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» είναι μια μικρή πολιτική μπροστά στο μέγεθος αυτών των ερωτημάτων. Αλλά ίσως κρύβει μέσα του μια ιδέα μεγαλύτερη από το ίδιο το πρόγραμμα: ότι το κράτος δεν χρειάζεται μόνο να παρεμβαίνει όταν το εισόδημα χάνεται. Μπορεί να αρχίσει πολύ νωρίτερα, βοηθώντας τους πολίτες να χτίσουν κάτι που θα τους ανήκει.
Στη μεγάλη ανατροπή που πιστεύω ότι βρίσκεται στον ορίζοντα, θα χρειαστούμε ασφαλώς δίχτυα για να προστατεύσουμε όσους πέφτουν. Όμως πρέπει να αρχίσουμε από τώρα να σκεφτόμαστε και κάτι πιο φιλόδοξο: πώς θα φροντίσουμε ώστε περισσότεροι να έχουμε μερίδιο σε αυτό που ανεβαίνει.
Η εισοδηματική στήριξη μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να περάσουν τη μεγάλη μετάβαση. Η ευρύτερη ιδιοκτησία κεφαλαίου μπορεί να καθορίσει τη θέση τους στη νέα οικονομία που θα υπάρχει στην άλλη πλευρά αυτής της μετάβασης. Ίσως, λοιπόν, το κοινωνικό συμβόλαιο του αύριο να μην αφορά μόνο το ελάχιστο που δικαιούται να εισπράττει ο καθένας μας, αλλά και το ελάχιστο που πρέπει να έχει τη δυνατότητα να κατέχει.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Ποιος θα Πάρει το Νόμπελ (Όταν τις Ανακαλύψεις τις Κάνει η AI);