Μήπως Χρειαζόμαστε Εγγυημένη Περιουσία;

Εγγυημένο εισόδημα ή εγγυημένη περιουσία;

Τι σχέση μπορεί να έχει μια συζήτηση για το επίδομα ανεργίας με έναν «κουμπαρά» για τα παιδιά; Περισσότερη απ’ όση φαίνεται. Αν η AI αλλάξει ριζικά τη σχέση ανάμεσα στην εργασία και τον πλούτο, ίσως χρειαστεί να ξανασκεφτούμε όχι μόνο πώς στηρίζουμε το εισόδημα των πολιτών, αλλά και πώς τους δίνουμε τη δυνατότητα να αποκτήσουν μερίδιο στο κεφάλαιο που δημιουργεί τον πλούτο.

Κάποιες φορές δύο ειδήσεις που μοιάζουν άσχετες μεταξύ τους λένε, αν τις βάλεις δίπλα δίπλα, μια πιο ενδιαφέρουσα και ευρύτερη ιστορία.

Τις τελευταίες ημέρες άνοιξε ξανά στην Ελλάδα η συζήτηση για τα επιδόματα ανεργίας. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης εξέφρασε την προσωπική άποψη ότι, έπειτα από ένα διάστημα στήριξης του ανέργου, θα είχε περισσότερο νόημα να επιδοτείται η εργασία αντί της ανεργίας – για παράδειγμα, μέσω της κάλυψης ασφαλιστικών εισφορών στις επιχειρήσεις.

Δεν θα σταθώ στην πολιτική διάσταση της υπόθεσης –πόσο φρόνιμο για την κυβέρνηση είναι να ανοίγει ένα τέτοιο ζήτημα σ’ ένα περιβάλλον όπου η ακρίβεια και το κόστος ζωής είναι ο νούμερο ένα προβληματισμός με διαφορά από τον επόμενο–, ούτε στο αν παρεξηγήθηκαν ή εργαλειοποιήθηκαν τα λεγόμενά του με κομματικές σκοπιμότητες.

Θα σταθώ αντ’ αυτού στο οικονομικό σκέλος της συζήτησης, που έχει γνώριμα επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές. Πόσο πρέπει να διαρκεί ένα επίδομα; Πότε η προστασία μετατρέπεται σε αντικίνητρο για εργασία; Πώς βοηθάς έναν άνεργο να επιστρέψει όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην αγορά; Αυτά τα κουβεντιάζουμε χρόνια και έχουν ασφαλώς ιδεολογικό πρόσημο. Δεν θα έπρεπε όμως να μας εμποδίζει αυτό από το να συζητάμε ψύχραιμα το βέλτιστο policy design για μια πραγματική κοινωνική ανάγκη: πρέπει να υπάρχει μια ελάχιστη ασφάλεια για ανθρώπους που θα βρεθούν σε αυτή τη θέση. Το πώς και πόσο είναι το κρίσιμο· το γιατί νομίζω ότι το έχουμε λύσει ως κοινωνία και είναι άτοπο να πηγαίνουμε πίσω.

Δεν σας κρύβω πάντως ότι, παρακολουθώντας όλη αυτή την αντιπαράθεση, βρήκα ότι υπάρχει κάτι μάλλον παρωχημένο στον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ζήτημα. Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν έναν κόσμο στον οποίο υπάρχουν δουλειές και το βασικό πρόβλημα είναι πώς θα οδηγήσουμε περισσότερους ανθρώπους προς αυτές. Τι θα συμβεί, όμως, αν το πρόβλημα των επόμενων ετών είναι τελείως άλλο;

Γιατί Αυτή τη Φορά Μπορεί να Είναι Διαφορετικά

Κάθε τεχνολογική ανατροπή έχει προκαλέσει τον ίδιο φόβο: οι υφαντουργικοί αργαλειοί, ο ηλεκτρισμός, οι υπολογιστές. Κάθε φορά, μέρος της απασχόλησης που χάθηκε αναδημιουργήθηκε αλλού, συχνά σε επαγγέλματα που δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε πριν από την ανατροπή. Είναι λογικό λοιπόν κάποιος να αντιτάξει: γιατί αυτή τη φορά να συμβεί κάτι διαφορετικό;

Υπάρχουν δύο λόγοι που αξίζει να παρθούν σοβαρά υπόψη, και κανένας τους δεν χρειάζεται να στηριχθεί σε κάποιο σενάριο πλήρους «γενικής νοημοσύνης» (AGI) για να έχει βάρος.

Ο πρώτος είναι ότι αυτή η ανατροπή φτάνει με πρωτοφανή ένταση στη γνωστική εργασία – ακριβώς τον τομέα που στις προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις απορρόφησε σημαντικό μέρος της μετακίνησης από τη χειρωνακτική εργασία. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε σε πλήρη αυτοματοποίηση κάποιου επαγγέλματος για να αλλάξει η ισορροπία. Αρκεί η μερική αυτοματοποίηση συγκεκριμένων εργασιών υψηλής αξίας για να συμπιεστεί μια ολόκληρη κατηγορία εργασίας.

Ο δεύτερος είναι ο συνδυασμός ρυθμού και έκτασης. Οι προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις προκάλεσαν τεράστιες και συχνά βίαιες ανατροπές, όμως η διάχυση των τεχνολογιών τους απαιτούσε φυσικές υποδομές, κεφάλαιο και χρόνο. Ένα ψηφιακό εργαλείο μπορεί να διαχυθεί ταυτόχρονα σε πολλές χώρες και πολλά επαγγέλματα με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα. Και, το πιο κρίσιμο, μπορεί να επηρεάσει κλάδους –δικηγόρους, λογιστές, αναλυτές, προγραμματιστές– που ιστορικά δεν έχουν χρειαστεί να αναπτύξουν μηχανισμούς αντιμετώπισης μαζικής διαταραχής με τον τρόπο που τους ανέπτυξαν, για παράδειγμα, βιομηχανικές πόλεις που έζησαν το κλείσιμο εργοστασίων.

Όλα αυτά που γράφω δεν είναι, ασφαλώς, βεβαιότητα. Είναι όμως ένα αρκετά διαφορετικό –και διαταρακτικό– σενάριο ώστε να αξίζει μια διαφορετική προσέγγιση.

Την ίδια στιγμή που μπορεί να χάνονται δουλειές –ή να συρρικνώνονται ολόκληρες επαγγελματικές κατηγορίες– μπορεί να δημιουργείται τεράστιος νέος πλούτος.

Ποιος Κατέχει το Νέο Κεφάλαιο;

Προσθέστε τώρα σε όλα αυτά και το εξής παράδοξο: την ίδια στιγμή που μπορεί να χάνονται δουλειές –ή να συρρικνώνονται ολόκληρες επαγγελματικές κατηγορίες– μπορεί να δημιουργείται τεράστιος νέος πλούτος.

Ο μηχανισμός δεν είναι μυστήριος, έχει όμως δύο ξεχωριστές πλευρές που δεν πρέπει να συγχέουμε. Η πρώτη είναι καθαρή δημιουργία αξίας: η AI μπορεί να παράγει το ίδιο αποτέλεσμα με πολύ λιγότερους πόρους (χρόνο, ανθρώπινη εργασία, κόστος), κάτι που είναι πραγματικό κέρδος παραγωγικότητας για την οικονομία συνολικά, όχι μηδενικού αθροίσματος. Μπορεί, επίσης, να κάνει πράγματα που δεν ήταν οικονομικά βιώσιμα πριν εφικτά.

Η δεύτερη πλευρά είναι το πώς μοιράζεται αυτό το κέρδος. Αν η ίδια δουλειά μπορεί να γίνει με πολύ μικρότερη ανθρώπινη συμμετοχή, ένα μεγαλύτερο μέρος της αξίας μπορεί να καταλήγει σε όσους κατέχουν το εργαλείο που την παράγει. Δεν είναι λοιπόν μόνο «πόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίτα», αλλά και «ποιος κρατά το μαχαίρι» – κι αυτό το δεύτερο ερώτημα είναι το ίδιο κρίσιμο με το πρώτο.

Δεν πρέπει να απαντήσουμε, λοιπόν, μόνο πώς θα αποζημιώσουμε όσους χάνουν εισόδημα, αλλά και ποιος θα κατέχει τον πλούτο που δημιουργεί αυτή η μετάβαση.

Εδώ αξίζει μια διάκριση, γιατί το τοπίο δεν είναι ομοιόμορφο. Στο επίπεδο της εφαρμογής (πρόσβαση σε ένα μοντέλο, χρήση ενός εργαλείου) η AI γίνεται φθηνότερη και ευρύτερα διαθέσιμη. Στο επίπεδο όμως της εκπαίδευσης των frontier μοντέλων (τα τεράστια ποσά υπολογιστικής ισχύος, ενέργειας και κεφαλαίου που απαιτούνται για να χτιστεί το επόμενο κύμα ικανοτήτων) οι απαιτήσεις είναι τέτοιες ώστε λίγες μόνο εταιρείες μπορούν να ανταγωνιστούν στην αιχμή. Αν δυσανάλογο μέρος της αξίας που δημιουργείται συγκεντρωθεί σε αυτό το επίπεδο, η τεχνολογικά τροφοδοτούμενη ανισότητα παύει να είναι ένας αφηρημένος κίνδυνος.

Αν τώρα κάτι τέτοιο συμβεί σε κλίμακα, οι εργαζόμενοι θα χρειαστούμε περισσότερη και όχι λιγότερη στήριξη στη διάρκεια της μετάβασης – αλλά κι έναν αρκετά διαφορετικό τρόπο να σκεφτόμαστε ποιος συμμετέχει στην ίδια την ιδιοκτησία του νέου πλούτου.

Με τον «Κουμπαρά για τη Νέα Γενιά» το κράτος δεν βοηθά απλώς κάποιον να έχει χρήματα. Τον βοηθά να χτίσει κεφάλαιο. Και αυτή η μικρή διαφορά ανοίγει μια πολύ ευρύτερη συζήτηση.

Πλούτος Που Δουλεύει Όσο Κοιμάσαι;

Κάπου ανάμεσα στις εξαγγελίες της φετινής ΔΕΘ υπήρχε μια ιδέα πολύ διαφορετικής λογικής από τη συζήτηση περί επιδόματος: ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά».

Είναι, στην ουσία του, ένα μεσαίας κλίμακας πρόγραμμα αποταμίευσης με κρατική αντιστοίχιση. Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι λύνει όλα μας τα προβλήματα, όμως ξεχωρίζω στην αρχιτεκτονική του μια νύξη προς μια διαφορετική κατεύθυνση: οι γονείς τοποθετούν χρήματα σε επενδυτικό λογαριασμό για το παιδί τους και το κράτος συνεισφέρει αντίστοιχο ποσό, έως 1.200 ευρώ τον χρόνο.

Τα χρήματα δεν προορίζονται για σημερινή κατανάλωση –παρά το γεγονός ότι, αναμφίβολα, οι γονείς έχουν αυξημένες καταναλωτικές ανάγκες και τώρα–, αλλά επενδύονται και συσσωρεύονται σε βάθος χρόνου. Με απλά λόγια: το κράτος δεν βοηθά απλώς κάποιον να έχει χρήματα. Τον βοηθά να χτίσει κεφάλαιο. Και αυτή η μικρή διαφορά ανοίγει μια πολύ ευρύτερη συζήτηση.

Προφανώς, όλα αυτά γεννούν δύσκολα πρακτικά ερωτήματα. Πόσο κεφάλαιο θα ήταν αρκετό για να έχει μια τέτοια πολιτική πραγματικό νόημα; Πώς θα χρηματοδοτούνταν; Και θα έπρεπε όλοι να λαμβάνουν την ίδια κρατική συνεισφορά, ακόμη κι όσοι διαθέτουν ήδη σημαντική περιουσία;  Τι ακριβώς σημαίνει ότι αυτό το κεφάλαιο είναι «δικό σου»; Αν μπορείς να το ρευστοποιήσεις ολόκληρο, δεν χάνει την προστατευτική του αξία; Κι αν, πάλι, το κράτος σου απαγορεύει να το αγγίξεις, σε ποιο βαθμό πρόκειται πραγματικά για δική σου περιουσία;

Δεν έχουμε τις απαντήσεις. Ο ίδιος ο «Κουμπαράς», πάντως, μας δίνει μια πρώτη αίσθηση μεγέθους για μια τέτοιας φιλοσοφίας πολιτική: με 100 ευρώ τον μήνα από την οικογένεια και άλλα 100 από το κράτος, η κυβέρνηση υπολογίζει ότι ένα παιδί μπορεί να φτάσει στα 18 του με περισσότερα από 60.000 ευρώ. Δεν είναι ένα ποσό που εξασφαλίζει την οικονομική ασφάλεια μιας ζωής. Δείχνει όμως ότι, με χρόνο, συστηματικές εισφορές και ανατοκισμό, η δημιουργία ενός ουσιαστικού αρχικού κεφαλαίου δεν ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.

Η Πολιτική του Αύριο

Στο τέλος της ημέρας, το δίλημμα «επίδομα ή δουλειά» προϋποθέτει έναν κόσμο στον οποίο η δουλειά υπάρχει και το βασικό μας πρόβλημα είναι πώς θα οδηγήσουμε τον άνεργο προς αυτήν. Μπορεί να συνεχίσει να είναι έτσι. Μακάρι, γιατί τότε τα προβλήματα που θα αντιμετωπίζουμε θα μας είναι γνώριμα και άρα, σε ένα βαθμό, πιο εύκολα επιλύσιμα.

Όμως η τεράστια επιτάχυνση της AI μας υποχρεώνει τουλάχιστον να εξετάσουμε ένα διαφορετικό ενδεχόμενο: ότι μπορεί να χρειάζονται λιγότεροι άνθρωποι για να παραχθεί πολύ περισσότερη οικονομική αξία, και ότι ένα δυσανάλογο μέρος αυτής της νέας αξίας μπορεί να καταλήξει στους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου που την παράγει.

Ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» είναι μια μικρή πολιτική μπροστά στο μέγεθος αυτών των ερωτημάτων. Αλλά ίσως κρύβει μέσα του μια ιδέα μεγαλύτερη από το ίδιο το πρόγραμμα: ότι το κράτος δεν χρειάζεται μόνο να παρεμβαίνει όταν το εισόδημα χάνεται. Μπορεί να αρχίσει πολύ νωρίτερα, βοηθώντας τους πολίτες να χτίσουν κάτι που θα τους ανήκει.

Στη μεγάλη ανατροπή που πιστεύω ότι βρίσκεται στον ορίζοντα, θα χρειαστούμε ασφαλώς δίχτυα για να προστατεύσουμε όσους πέφτουν. Όμως πρέπει να αρχίσουμε από τώρα να σκεφτόμαστε και κάτι πιο φιλόδοξο: πώς θα φροντίσουμε ώστε περισσότεροι να έχουμε μερίδιο σε αυτό που ανεβαίνει.

Η εισοδηματική στήριξη μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να περάσουν τη μεγάλη μετάβαση. Η ευρύτερη ιδιοκτησία κεφαλαίου μπορεί να καθορίσει τη θέση τους στη νέα οικονομία που θα υπάρχει στην άλλη πλευρά αυτής της μετάβασης. Ίσως, λοιπόν, το κοινωνικό συμβόλαιο του αύριο να μην αφορά μόνο το ελάχιστο που δικαιούται να εισπράττει ο καθένας μας, αλλά και το ελάχιστο που πρέπει να έχει τη δυνατότητα να κατέχει.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: 

Ποιος θα Πάρει το Νόμπελ (Όταν τις Ανακαλύψεις τις Κάνει η AI);

Κι αν Kαινοτομία στην Εκπαίδευση δεν Eίναι η Tεχνολογία;

Θοδωρής Γεωργακόπουλος: Τι Φοβούνται οι Builders της ΑΙ;

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Founder & Publisher”
Founder & Publisher”

Η Μαριάννα Σκυλακάκη είναι οικονομολόγος και στρατηγική σύμβουλος επικοινωνίας. Είναι ιδρύτρια και εκδότρια της αθηΝΕΑς, ενός σύγχρονου ελληνικού μέσου που εστιάζει στις μεγάλες αλλαγές που διαμορφώνουν το μέλλον της οικονομίας, της τεχνολογίας, της κοινωνίας και της καθημερινότητας. Παράλληλα, είναι παρουσιάστρια και συμπαραγωγός της τηλεοπτικής σειράς ντοκιμαντέρ Brave New Greece, η οποία προβάλλεται από τον ANT1 και εξερευνά τις δυνάμεις που μετασχηματίζουν τη σύγχρονη Ελλάδα. Έχει επίσης ιδρύσει τη Forest + Tree, μια εταιρεία στρατηγικής επικοινωνίας και positioning που συνεργάζεται με οργανισμούς και ηγετικές ομάδες πάνω σε θέματα αφήγησης, δημόσιας εικόνας και επικοινωνίας σε περιόδους μετασχηματισμού Σπούδασε Οικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Bristol και κατέχει μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση (MPA in Public Policy & Management) από το London School of Economics. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Λονδίνο ως αναλύτρια επενδυτικής τραπεζικής στη Goldman Sachs. Αρθρογραφεί και συντονίζει συζητήσεις σε συνέδρια και διεθνή fora γύρω από την οικονομία, την καινοτομία, την τεχνολογία, την ηγεσία και τις μεγάλες προκλήσεις της επόμενης ημέρας.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+