Μελετώντας την Ποιότητα Ζωής των Παιδιών και των Νέων στο Ευρωπαϊκό Περιβάλλον

Το Πάντειο Πανεπιστήμιο, μέσα από πολλές δυσκολίες, συμμέτεχει σε πλήθος κοινωνικών ερευνών. Μικρές, ευέλικτες ομάδες καθηγητών και καταρτισμένων ερευνητών συνεργάζονται με τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Ευρώπης, με σκοπό τη μελέτη και την κατανόηση των κοινωνικών φαινομένων. Συνομιλήσαμε με τον Διδάσκοντα στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και Δρ. Κοινωνιολογίας Αλέξανδρο Σακκελαρίου, μέλος της Ελληνικής ομάδας στην έρευνα Euro-Cohort που μελετά την ποιότητα ζωής των παιδιών και των νέων στην Ευρώπη, σε βάθος 25ετίας. Την επίβλεψη του προγράμματος στην Ελλάδα έχει η Καθηγήτρια και Κοσμήτορας του Παντείου Αλεξάνδρα Κορωναίου, ενώ στην ομάδα ανήκει και ο Καθηγητής στο τμήμα Ψυχολογίας Γιώργος Αλεξιάς.

-Ποιο είναι το βασικό αντικείμενο έρευνας του προγράμματος Eurocohort;

Το βασικό αντικείμενο του προγράμματος είναι να διερευνήσει, αλλά και ταυτόχρονα να προετοιμάσει τη διεξαγωγή μιας πανευρωπαϊκής μακροχρόνιας έρευνας 25ετούς διάρκειας για την ποιότητα ζωής, αυτό που ονομάζουμε well-being, των παιδιών και των νέων. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για το δεύτερο βήμα μιας προσπάθειας που είχε ξεκινήσει με ένα προηγούμενο ερευνητικό πρόγραμμα το οποίο διεξήχθη τη διετία 2014-2016. Και αυτή η προσπάθεια είναι σημαντική διότι αυτού του είδους η έρευνα δεν έχει διεξαχθεί μέχρι σήμερα στην Ευρώπη και προφανώς ούτε στην Ελλάδα, γι’ αυτό και προσπαθούμε να επιτύχουμε την αποδοχή και τη χρηματοδότησή της από το μεγαλύτερο μέρος των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

-Οι μακροχρόνιες έρευνες, όπως ονομάζονται διαφοροποιούνται με κάποιο τρόπο. Θέλετε να μας πείτε τη διαφορά τους;

Η κύρια διαφορά έχει να κάνει με τη διάρκεια και το δείγμα της έρευνας. Για να γίνει κατανοητό συνήθως στις περισσότερες των περιπτώσεων το δείγμα επιλέγεται και καταγράφονται οι απόψεις των συμμετεχόντων επί ενός θέματος για εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και για μία φορά. Ενίοτε οι ίδιες έρευνες επαναλαμβάνονται με τα ίδια ερωτήματα σε τακτά χρονικά διαστήματα, με σκοπό να υπάρχει δυνατότητα σύγκρισης, αλλά οι συμμετέχοντες, το δείγμα, είναι διαφορετικό. Κλάσικό παράδειγμα αποτελούν οι δημοσκοπήσεις που δημοσιεύονται κατά διαστήματα. Η συγκεκριμένου είδους μακροχρόνια έρευνα διαφέρει διότι αφενός η έρευνα διεξάγεται σε βάθος δεκαετιών, σε επαναλαμβανόμενους γύρους και αφετέρου, διότι το δείγμα είναι το ίδιο.

Δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση σκοπός είναι να μελετηθεί η ποιότητα ζωής ενός παιδιού από τη στιγμή της γέννησής του σχεδόν, όπου θα ερωτηθούν οι γονείς, μέχρι και την μετά την ενηλικίωσή του περίοδο. Θα πρόκειται όμως για το ίδιο παιδί έτσι ώστε να διαπιστωθούν οι μεταβολές που ενδεχομένως έχουν σημειωθεί και οι αιτίες τους σε βάθος χρόνου. Πρόκειται για πιο σύνθετες, χρονοβόρες και κοστοβόρες έρευνες, αλλά με πολύ σημαντικά και χρήσιμα αποτελέσματα, διότι έχουμε τη δυνατότητα να μελετήσουμε τον ίδιο πληθυσμό διαχρονικά αλλά και να παρατηρήσουμε τις όποιες πολιτκές παρεμβάσεις λάβουν χώρα στα ενδιάμεσα χρόνια, πόσο επιτυχείς ή όχι υπήρξαν. Με αυτόν τον τρόπο επίσης η σύγκριση είναι πολύ πιο ολοκληρωμένη από την περίπτωση που τα δείγματα διαφέρουν με την πάροδο του χρόνου.

-Μπορείτε να μας δώσετε ορισμένα στοιχεία για την έρευνα; Πόσες χώρες συμμετέχουν και ποια βήματα ακολουθήσατε στο ερευνητικό σας έργο;

Στο πρόγραμμα αυτό συμμετέχουν 13 χώρες (Ηνωμένο Βασίλειο, Κροατία, Εσθονία, Φινλανδία, Ουγγαρία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία, Σλοβακία, Ισπανία, Λετονία και Ολλανδία) με επικεφαλής το Manchester Metropolitan University. Επίσης, εκπρόσωποι της UNICEF συνεργάζονται στενά με το πρόγραμμα και είναι θετικοί στην υποστήριξη της προσπάθειας της ανάπτυξης μίας πανευρωπαϊκής μακροχρόνιας έρευνας. Από την Ελλάδα συμμετέχει ως εταίρος το Πάντειο Πανεπιστήμιο με επιστημονικά υπεύθυνη την καθηγήτρια Κοινωνιολογίας και κοσμήτορα της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών, Αλεξάνδρα Κορωναίου.

Τα βασικά βήματα στην παρούσα έρευνα είναι η αναζήτηση προγενέστερων ερευνών ιδίως μακροχρόνιων επί του θέματος, η καταγραφή και η ανάλυσή τους, η αναζήτηση πολιτικών που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες σχετικά με την ποιότητα ζωής παιδιών και νέων, η κοστολόγηση της μακροχρόνιας έρευνας, η προετοιμασία του ερωτηματολογίου και της πιλοτικής της φάσης, καθώς και η συμβουλευτική συζήτηση με παιδιά και νέους για το περιεχόμένο της έρευνας. Τέλος, σημαντική είναι η προσπάθεια δημιουργίας ενός δικτύου υποστήριξης στην κάθε χώρα με τη συμμετοχή δημόσιων φορέων, κρατικών υπηρεσιών, ερευνητικών κέντρων, αλλά και ιδιωτών που μπορούν να στηρίξουν την έρευνα τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά ή σε επίπεδο υποδομών.

-Πολλές φορές θεωρούμε τα παιδιά της Ευρώπης ως “τυχερά”, ότι “δεν τους λείπει τίποτα” κλπ. Η έρευνα σας έδειξε ότι η ποιότητα ζωής των παιδιών μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα συμπαγές πράγμα ή υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε κοινωνικές-οικονομικές τάξεις, χώρες και περιοχές;

Τόσο αυτή όσο και η προηγούμενη έρευνά μας επί του ίδιου θέματος επικεντρώθηκαν ως επί το πλείστον στην προετοιμασία της μακροχρόνιας έρευνας. Παρά ταύτα αφενός μελετήθηκαν ήδη υπάρχοντα δεδομένα ερευνών για την ποιότητα ζωής παιδιών και νέων, αλλά διεξήχθησαν και συνεντεύξεις και ομάδες εστίασης με παιδιά και νέους, ιδίως στο προηγούμενο πρόγραμμα. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι παρά την ευρέως διαδεδομένη άποψη περί της ποιότητας ζωής των παιδιών και των νέων, φαίνεται ότι όντως -και λόγω της κρίσης- οι επόμενες γενιές θα ζήσουν μάλλον χειρότερα και με μεγαλύτερη ανασφάλεια από εκείνες των γονιών τους, όπως συνήθως υποστηρίζεται.

Σαφέστατα διαπιστώνονται ταξικές διαφορές, διαφορές με βάση την καταγωγή (π.χ. μετανάστες), αλλά και μεταξύ χωρών (βορράς-νότος) ή εντός των ίδιων των χωρών (π.χ. βορράς-νότος στην Ιταλία, ανατολική-δυτική Γερμανία). Αν κανείς βέβαια συγκρίνει την Ευρώπη με άλλες περιοχές του κόσμου μπορεί εύκολα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά στην Ευρώπη είναι ‘τυχερά’, αλλά αυτή είναι μια λανθασμένη προσέγγιση, διότι τα υπάρχοντα ευρήματα μας δείχνουν και αύξηση της παιδικής φτώχειας και κακοποίηση των παιδιών και βέβαια ανεργία και προβλήματα στην επαγγελματική αποκατάσταση των νέων εντός του ευρωπαϊκού χώρου. Συνεπώς, αν κινηθούμε κατ’ αυτόν τον συγκριτικό τρόπο κινδυνεύουμε να κρύψουμε τα υπάρχοντα προβλήματα ‘κάτω από το χαλί’ και να μη δώσουμε την πρέπουσα σημασία.

-Τα αποτελέσματα μιας τέτοιας ερευνητικής προσπάθειας, μπορούν να φτάσουν στα χέρια των πολιτικών που αποφασίζουν και μπορούν να χαράξουν νέες πολιτικές, επηρεασμένοι από όσα καταγράψατε;

Κατ’ αρχάς έχοντας εμπειρία και από προηγούμενα προγράμματα αυτό είναι σαφώς ένα από τα πιο δύσκολα σημεία. Η μετάδοση, δηλαδή, αλλά κυρίως η αξιοποίηση, της γνώσης, των ευρημάτων, σε εκείνους οι οποίοι χαράσσουν και ασκούν πολιτική. Ειδικότερα για το εν λόγω πρόγραμμα, το οποίο σκοπεύουμε να έχει συνέχεια με τη διεξαγωγή της μακροχρόνιας έρευνα,ς η συμμετοχή και η ενημέρωση όλων των πολιτικών εκείνων φορέων και προσώπων που σχετίζονται με τα παιδιά και τους νέους είναι επιβεβλημένη και αυτό προσπαθούμε να επιτύχουμε.

Δεν είναι εύκολη η προσπάθεια, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι στην Ελλάδα η κουλτούρα της έρευνας που υπάρχει στο εξωτερικό δεν διαπιστώνεται, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και σε πλείστες περιπτώσεις τα εξαιρετικά ενδιαφέροντα ευρήματα μένουν σε συρτάρια γραφείων Υπουργών, Υφυπουργών και Γενικών Γραμματέων. Σε κάθε περίπτωση τα ερευνητικά δεδομένα είναι πάντα διαθέσιμα στους αρμόδιους πολιτικούς φορείς και εναπόκειται σε εκείνους η μελέτη και η αξιοποίησή τους.

-Πέρα από τα αποτελέσματα της έρευνας, τι μπορεί να προσφέρει στους Έλληνες κοινωνικούς επιστήμονες μια πανευρωπαϊκή συνεργασία;

Αυτού του είδους τα ερευνητικά προγράμματα αποτελούν ευκαιρίες απόκτησης εμπειρίας για τους Έλληνες ερευνητές, αλλά ταυτόχρονα αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες ερευνητές και τα ελληνικά πανεπιστήμια δύνανται να συμμετάσχουν σε υψηλό επίπεδο έρευνας και στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, οι οποίες στην Ελλάδα για πολλούς και διάφορους λόγους που δεν είναι της παρούσης να αναπτυχθούν έχουν βρεθεί σχεδόν στο περιθώριο.

Μέσω των προγραμμάτων αυτών, επιπλέον, δίνεται η ευκαιρία για ανταλλάγή γνώσεων, εμπειριών αλλά και ανάπτυξης νέων συνεργασιών, όπως έχει συμβεί και στην περίπτωσή μας, γεγονός που δεν έχει μόνο οικονομικό όφελος για τους ερευνητές, και τους καθηγητές, αλλά και για τα ίδια τα Πανεπιστήμια και τους Ειδικούς Λογαριασμούς Έρευνας, καθώς ένα ποσό μένει και στο εκάστοτε πανεπιστήμιο. Επιπλέον, αυτού του είδους η συμμετοχή δίνει κύρος στο ελληνικό πανεπιστήμιο, στους ερευνητές και τους ακαδημαϊκούς που συμμετέχουν και ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες που παρατηρείται διάρκεια και σταθερότητα στο πέρασμα του χρόνου.

Αρθρογράφος

Ο Άρης Γαβριελάτος είναι κοινωνιολόγος και μόνιμος συντάκτης της αθηΝΕΑς. Στον ελεύθερο του χρόνο προπονείται στην πόλη και στα γύρω βουνά, ενώ παίρνει μέρος σε αγώνες ορεινού τρεξίματος.

Σχολιασμός

Σχολιασμός