«Όλα Έχουν Σχέση με τη Μητέρα» στη Ζωή και στα Βιβλία

Μητέρα

Η ανυπέρβλητη σχέση με τη μητέρα. Η κατάβαση στο παρελθόν, ο κύκλος της ζωής και το μέλλον, η αναγνώριση της πραγματικότητας και ο φόβος για αυτά. Αυτό καθαυτό το ομφάλιο δέσιμο, που πολλές φορές αγκυλώνει, ηθελημένα ή αθέλητα, ένας πόλεμος του μακριά με το κοντά και μια ελπίδα πως κάποτε θα έρθει η συμφιλίωση. Και μετά, ο αγώνας να προλάβουν να ειπωθούν όσα δεν ειπώθηκαν.

Η Δεσμοφύλακας | Νίκος Δαββέτας | Εκδόσεις Πατάκη

Μητέρα Η δεσμοφύλακας. Τι λέξη –τι έννοια– κι αυτή. Κρατάει το κλειδί, φυλάει τα δεσμά αιώνια, προσέχει μην τυχόν και σπάσουν οι αλυσίδες τους, ενίοτε τα κάνει να νιώθουν ασφαλή.

«Το καλοκαίρι στην Αίγινα που έμαθα να κολυμπώ με τα μάτια ανοιχτά. Ο βυθός με τα λευκά μάρμαρα να λάμπει σαν καθρέφτης. Το σώμα μου δίπλα στο δικό της, δυο σκιές που η διάθλαση ζευγάρωνε».

Η δεσμοφύλακας. Κινεί τα νήματα των δεσμών, φυλάει τον ομφάλιο λώρο μη δραπετεύσει, μη χαθεί η δέσμευση, η άυλη, η πνευματική αλλά και η πραγματική, η ζωντανή αγκαλιά. Ο χρόνος τα φθείρει; Αυτή ήταν η δουλειά της μάνας μου. Αυτήν μπόρεσε να βρει και με αυτήν πορευτήκαμε. Γιατί ήθελε να με κρατήσει και να συνεχίσει τους δεσμούς που είχε δημιουργήσει.

Παντρεύτηκε μικρή, έγινε μάνα μικρή και χήρεψε μικρή. Ο γιος έμεινε ορφανός από τα τέσσερα. Υπήρχε πρόβλημα επιβίωσης και οι συμβουλάτορες έλεγαν να το δώσει σε ίδρυμα.  Όμως, όχι. Προτίμησε τα αιώνια δεσμά με το παιδί της και, με κάποια ντροπή, με το επάγγελμα που την ακολούθησε σε όλη τους τη ζωή. Δεσμοφύλακας στις φυλακές. Δημόσιος υπάλληλος – για όσους δεν γνώριζαν ακριβώς. Εκείνη φυλούσε τα δεσμά, αλλά ο μικρός ήθελε να δραπετεύσει και το έκανε με τον τρόπο του, με τη μοναξιά, με τις μοναχικές στιγμές στο πάρκο, με το να φεύγει ολοένα από το σπίτι και να μαζεύεται το βράδυ. Του έλειπε η οικογένεια, οι ζεστές στιγμές, οι γιορτές στο σπίτι που χαλαρώνουν τα οικογενειακά δεσμά.

Η πορεία μεγάλη, η μητέρα του έφτασε σε μεγάλη ηλικία, έχοντας άνοια, καθηλωμένη σε ένα κρεβάτι. Ο συγγραφέας αναπολεί και αναστοχάζεται. Δικαιολογεί, αλλά έχει κι έναν κόμπο για αυτά που έγιναν – και για το μέλλον. Έχει και αυτός έναν γιο.

Η μάνα του δεν διάβασε κανένα βιβλίο του, όμως εκείνος της αφιέρωσε ένα βιβλίο ολόκληρο. Έγραψε για εκείνη και γι’ αυτόν. Έγραψε για τους δυο τους, όμως κυρίως έγραψε για τα δεσμά τους. Επειδή, παρ’ όλα όσα έζησαν, αυτά διαφυλάχτηκαν. Και θα μείνουν για πάντα γραμμένα – και «ότι γράφει, όπως λένε, δεν ξεγράφει».

Όλα  αυτά γίνονται στην Αθήνα της δικτατορίας, όπου οι φυλακές γεμίζουν με πολιτικούς κρατούμενους και όχι με απατεώνες. Και η μητέρα του βοηθούσε αυτούς που είχαν ανάγκη, χωρίς να τους ξεχωρίζει.

«…η μούσα του Μπονάρ στο πράσινο μπάνιο δεν έχει σώμα πια, δεν έχει φωνή, είναι μια μεταφορά, μια τριτοπρόσωπη αφήγηση…».

Ο Ήχος της Σιωπής της | Δημοσθένης Κούρτοβικ | Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ

Μητέρα«Χρωστάω επομένως ευγνωμοσύνη  σ’ εκείνη, τη μητέρα μου, που μου έδωσε το σπρώξιμο για να πέσω κατευθείαν σε βαθιά νερά, να απογαλακτιστώ στα ξένα».

«…Γεννήθηκα δέκα χρονών στα Σεπόλια. Αυτά έγιναν η πατρίδα μου, αυτά το πρόπλασμα της δικής μου Ελλάδας,  που θα με βασάνιζε ολοένα σαν μια αναπάντητη απορία, μιας Ελλάδας που κοντά της ένιωθα να πνίγομαι και μακριά της ήθελα πάντα να επιστρέφω,  σπρωγμένος από κάτι που δεν ήταν νοσταλγία, δεν είχε βγει από τη λογοκριτική ευμένεια της μνήμης, ήταν μια σκοτεινή έλξη, όπως του ανάπηρου για την αναπηρία του».

Ο πατέρας επιχειρηματίας μορφωμένος, αλλά με μια στάση ανώριμη απέναντι στην οικογένεια και στο χρήμα. H κάθοδος για τον θάνατό του ήταν σύντομη. Ο συγγραφέας αφηγείται ότι βρέθηκαν να ζουν στα Σεπόλια και η μητέρα του, πάντα δυνατή, έβρισκε τρόπους, δεν το έβαζε κάτω. Τον πατέρα του ίσως τον ερωτεύτηκε, αλλά της άφησε και πίκρα, που δεν της επέτρεπε να γυρνάει στο παρελθόν. Εκείνος τριγύριζε στα ξένα, σπούδαζε, δούλευε, ερωτεύτηκε «δι’ αλληλογραφίας» και συνέχιζε να ψάχνει αυτό που του έλειπε, αυτό που θα τον έκανε να νιώσει πλήρης, ευτυχισμένος, ήρεμος – και ας γινόταν γύρω μου ο χαμός. Η Ελλάδα πονούσε και ο ομφάλιος λώρος τον έσφιγγε.

«…δεν μου άρεσε να κοιτάζω παλιές οικογενειακές φωτογραφίες…».

Το παρελθόν ενοχλητικό,  άδειο και το μέλλον φάνταζε μακρινό, ακριβοθώρητο και μυστήριο, γιατί τίποτα ακόμα δεν τον έκανε να πατήσει σταθερά και να σιγουρευτεί – και όμως έζησε σε μια εποχή που οι άνθρωποι πάλευαν για ένα καλύτερο μέλλον, ήταν το όραμά τους και ήταν τόσο δυνατό που έδιναν και τη ζωή τους γι’ αυτό.

«Μέχρι το τέλος είχε πνευματική διαύγεια. Διάβαζε εφημερίδες…».

«Είναι πολύ παράξενη, σχεδόν σουρεαλιστική η εικόνα της στη μνήμη μου, να ελίσσεται, σοφιστικέ αστή, με τις κομψές αν και λίγο φθαρμένες γόβες της και το μαύρο στροβιλιζόμενο φουστάνι της ανάμεσα στους βούρκους των δρόμων της γειτονιάς».

Όλα έχουν σχέση με τη μητέρα.  Με αυτόν τον ανυπέρβλητο δεσμό. Αυτή η απουσία της ίσως είναι που τονίζεται περισσότερο μιλώντας για τον εαυτό του.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:

Η Βιβλιοθήκη της αθηΝΕΑς το 2025

10 Ερωτήσεις Αναζητούν την… Ιωάννα Μπουραζοπούλου

Η «Επιστροφή» της Melania Trump και η Πολιτική της Αγιογραφίας

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

Η Στέλλα Ερεσσίου γεννήθηκε στην Αθήνα. Έχει καταγωγή από τη Λέσβο και τη Νάξο. Τελειώνοντας το Λύκειο, μεταξύ άλλων, έκανε προετοιμασία για τη Σχολή Καλών Τεχνών αλλά τελικά την κέρδισε η οικογένεια. Έχει δυο παιδιά. Εργάζεται σε εκδοτικό οίκο ή αλλιώς, στο χώρο του βιβλίου, εδώ και 23 χρόνια. Της αρέσει να μπλέκει με πολλά και πάντα διαφορετικά πράγματα, αρκεί να σχετίζονται με έμπνευση και δημιουργία ενώ όλο και κάτι καινούριο βρίσκεται στις σκέψεις της. Όλα όμως, έχουν σχέση με τον πολιτισμό και την τέχνη. Το διάβασμα έχει πάντα την πρώτη θέση. Οι συζητήσεις με φίλους είναι η πιο αγαπημένη της κατάσταση. Και αγαπημένο θέμα συζήτησης: η αίσθηση που της αφήνει κάθε ανάγνωσμα.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+