Το τελευταίο διάστημα, σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες –και στην Ελλάδα– έχει ανοίξει η συζήτηση για την επιβολή ηλικιακών ορίων και απαγορεύσεων στη χρήση των social media. Η εξέλιξη αυτή φέρνει στο προσκήνιο όχι μόνο ζητήματα προστασίας των παιδιών, αλλά και ευρύτερους προβληματισμούς για το πώς η ψηφιακή παρουσία μεταβάλλει την έννοια της ιδιωτικότητας και της ανθρώπινης σύνδεσης. Πριν όμως σταθούμε στο «αν» και το «πώς» των επικείμενων περιορισμών, αξίζει να δούμε τι έχει αλλάξει ήδη στον τρόπο που σχετιζόμαστε μέσα από τις οθόνες.
«Μισό λεπτό να δω!» ήταν η χαλαρή απάντηση της κόρης μου όταν πριν καιρό τη ρώτησα αν ξέρει πού βρίσκεται ο αδελφός της που είχε αργήσει σε μια οικογενειακή συνάντηση. Τόσο απλά; «Να δει;». Λίγα χρόνια και πολλά καρδιοχτύπια νωρίτερα, θυμάμαι να ξυπνάω τη νύχτα, να συνειδητοποιώ πως δεν έχει επιστρέψει κάποιο από τα έφηβα (μεν), παιδιά (πάντα για τη μάνα), και να παλεύω με το δίλημμα: «κάνω τηλεφώνημα ή υπομονή;».
Σήμερα, οι εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης έχουν εξελιχθεί σε εργαλεία επικοινωνίας που ποντάρουν ανερυθρίαστα και στην καταγραφή της παρουσίας μας. Και κάπως έτσι, από το «Διαβάστηκε»/«Φαίνεσαι online» μέχρι το location sharing και από τα Snap Maps και Bumble –που σκανάρουν γνωστούς με φίλτρα ακτίνας– μέχρι το FindMy, το οποίο βρίσκει χαμένα αντικείμενα και αργοπορημένους… αδελφούς, φτάνουν στις οθόνες μας προσωπικά δεδομένα που παλαιότερα θα ανήκαν στη σφαίρα του ιδιωτικού.
Από τη Φροντίδα στον Έλεγχο
Αυτές τις αλλαγές δεν θυμάμαι να τις διαπραγματευτήκαμε ποτέ συνειδητά, αλλά λίγο η επέλαση των social media στις ζωές μας, λίγο κάποιες πραγματικές ανάγκες ασφάλειας, λίγο η ανθρώπινη περιέργεια και το FOMO, μας οδήγησαν αθόρυβα αλλά συστηματικά να παραδώσουμε σε κοινή θέα αρκετά στοιχεία της προσωπικής μας ζωής.
Δεν σκοπεύω να δαιμονοποιήσω τα social media. Θα εστιάσω όμως στο ότι η εξέλιξη αυτή δημιούργησε κοινωνικές συμβάσεις και άτυπους κανόνες που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις αντιδράσεις μας: πότε και πόσο γρήγορα απαντάμε, πόση «διαθεσιμότητα» μοιραζόμαστε, πού βρισκόμαστε και γιατί. Τελικά, αυτό που ξεκίνησε ως ευκολία, κατέληξε να βιώνεται ως υποχρέωση. Και κάθε υποχρέωση αλλάζει τη σχέση: η φροντίδα μετατοπίζεται προς τον έλεγχο και η ελευθερία προς το καθήκον.
Στη νέα πραγματικότητα, η παρουσία μας γίνεται μετρήσιμη, μαζί και τα κίνητρά μας. Είσαι κάπου; (Τι κάνεις εκεί;). Δεν απαντάς; (Γιατί; Τι υπονοείς;). Η ιδέα ότι ο εσωτερικός μας κόσμος είναι αυτονόητα ιδιωτικός υποχωρεί. Σαν να οφείλουμε διαρκώς μια εξήγηση: καθαρή, ακίνδυνη, κοινωνικά αποδεκτή. Η συνεχής ψηφιακή επιτήρηση μετατρέπει την επικοινωνία σε πεδίο διαρκών check-ins και απολογιών. Αναγκαζόμαστε να ρυθμίζουμε τη συμπεριφορά μας με βάση το τι σε αυτή θα παρερμηνευτεί. Το αποτέλεσμα είναι μια μόνιμη ένταση και η αίσθηση ότι βρισκόμαστε διαρκώς υπό παρακολούθηση.
Σύνδεση = Εμπιστοσύνη
Προφανώς, η γονεϊκή επιτήρηση είναι αναγκαία μέχρι κάποια ηλικία. Ωστόσο, λειτουργεί μόνο όταν συνοδεύεται από σαφή όρια και σεβασμό στην ιδιωτικότητα των παιδιών. Στην εφηβεία, οι γονείς οφείλουν να βρίσκονται σε εγρήγορση, επιτρέποντας όμως στα παιδιά να πάρουν πρωτοβουλίες και να πατήσουν στα πόδια τους. Η πραγματική σύνδεση δεν μετριέται από το αν ξέρουμε πού βρίσκονται τα παιδιά μας ανά πάσα στιγμή, αλλά από το αν εκείνα νιώθουν εμπιστοσύνη και μπορούν να μας βρουν αμέσως όποτε μας χρειαστούν.
Όταν το μοτίβο της γονεϊκής «φροντίδας» είναι ασφυκτικά προστατευτικό, τότε συχνά μεταφέρεται ως «οικείο» και στις υπόλοιπες σχέσεις: φιλικές, ερωτικές, επαγγελματικές. Μεγαλώνοντας, τέτοιες συμπεριφορές συνηθίζονται και περνιούνται ως φυσιολογικές απλώς επειδή είναι γνώριμες. Ο έλεγχος βαφτίζεται ενδιαφέρον και δύσκολα αμφισβητείται.
Έτσι, η ανάγκη για συνεχή επιβεβαίωση και η καχυποψία απέναντι στον ιδιωτικό χώρο μοιάζουν «κανονικές». Δεν είναι τυχαίο που σήμερα αρκετές σχέσεις λειτουργούν σαν συστήματα παρακολούθησης. Δεν πρόκειται πάντα για ζήλια ή κακή πρόθεση, αλλά για κάτι που μαθαίνεται νωρίς: εμπιστοσύνη πάντα υπό έλεγχο.
Και να που το μοτίβο «οικειότητα = πλήρης διαφάνεια» στην προσωπική μας εμπειρία σιγοντάρεται και από τη τεχνολογία. Οι λογικές παρακολούθησης που ενσωματώνουν οι πλατφόρμες μας οδηγούν να «ελέγχουμε» ο ένας τον άλλο: το «ενδιαφέρον» μετατρέπεται σε λογοδοσία και συνεχή πίεση να είσαι διαθέσιμος και να χρειάζεται να δώσεις λογαριασμό για το καθετί.
Το πλέον παράδοξο είναι ότι όλα αυτά γίνονται στο όνομα της «σύνδεσης». Υποτίθεται ότι τα social media μας φέρνουν πιο κοντά∙ κι όμως, όσο περισσότερα γνωρίζουμε για τους άλλους σε πραγματικό χρόνο τόσο δυσκολότερα αντέχουμε το κενό και την αποστασιοποίηση. Όμως, ας μην ξεχνάμε ότι η ουσιαστική οικειότητα δεν φαίνεται στην πλήρη ορατότητα, αλλά ακριβώς στην ελευθερία να μη χρειάζεται να μοιραστείς τα πάντα.
No News is Good News
Κοιτώντας μπροστά, αξίζει να συνειδητοποιήσουμε ότι η διεκδίκηση ιδιωτικότητας δεν αφορά την ελευθερία μας σε προσωπικό επίπεδο αλλά και σε συλλογικό. Συνδέεται άμεσα με το ποιοι αποφασίζουν για τη ζωή μας και με ποιους όρους «εμπιστοσύνης» το κάνουν.
Η επιτήρηση, τελικά, διαμορφώνει τον τρόπο που σχετιζόμαστε γενικά. Μπορούμε να εμπιστευόμαστε χωρίς αποδείξεις, να αγαπάμε χωρίς timestamps, να αντέχουμε τα «δεν ξέρω» χωρίς να τα γεμίζουμε σενάρια; Το σίγουρο είναι ότι οι ανθρώπινες σχέσεις πάντα θα είναι σύνθετες και ότι η τεχνολογία θα αλλάζει τα δεδομένα. Αλλά ας το βάλουμε καλά στο μυαλό μας: η αληθινή σύνδεση γεννιέται από επιλογή, ποτέ από φόβο.
Ας μάθουμε να είμαστε κοντά και όχι «πάνω» στον άλλο. Χωρίς έναν κάποιο ιδιωτικό «χώρο», οι σχέσεις δεν δοκιμάζονται, δεν βαθαίνουν, δεν εξελίσσονται. Κάποτε ίσχυε το «no news – good news». Σήμερα, αν δεν δώσεις σημεία ζωής, μπορεί να σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά με τη σχέση (ή μήπως με την προσδοκία μας γι’ αυτήν;). Αλλά «η ζωή είναι αλλού» (όπως σοφά λέει ο Milan Kundera). Και στο «αλλού» καλύτερα είναι να μην έχουμε –ούτε να δίνουμε– «σήμα».
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
#RealLife vs #ReelLife: Σημειώσατε… Τι;
Big Zag: Ζούμε Μια Κρίσιμη Καμπή της Ιστορίας;
Από το «Λούνα Παρκ των Ιδεών» στη Χειραγώγηση της Πληροφορίας
