Η Βάσια Βουγιουκλή Γεφυρώνει Εποχές και Συναισθήματα

Αν με ρωτούσαν τι αισθάνομαι όταν ακούω τη λέξη «καϊμάκι», θα έλεγα πως ξυπνά μέσα μου η ανάμνηση του παγωτού που λάτρευα να τρώω τα καλοκαίρια ως παιδί. Μια γεύση πλούσια, βελούδινη, που δροσίζει και γλυκαίνει μαζί. Όμως, δεν είναι μόνο η γεύση· είναι και η αίσθηση μιας λέξης που κουβαλά την αύρα της Ανατολής, μα με βαθύ ελληνικό αποτύπωμα. Μυρωδιές από μαστίχα και μαχλέπι, εικόνες από παλιά καφενεία, όπου το άρωμα του καφέ μπλέκεται με ιστορίες ανθρώπων, γεύσεις που ενώνουν γενιές. Είναι ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο, σε στιγμές που μένουν αναλλοίωτες στην καρδιά, γεμάτες νοσταλγία και ζεστασιά.

Ωστόσο, η λέξη «Kaimaki» εδώ δεν αφορά τόσο τις δικές μου αναμνήσεις, αλλά την πρώτη δισκογραφική δουλειά της μουσικού και στιχουργού Βάσιας Βουγιουκλή. Με αγάπη για το ούτι, μεταφέρει αυτές τις εικόνες στο σήμερα με ένα σύγχρονο, μοναδικό τρόπο. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, θα νιώσετε το άρωμα της Ανατολής και τη μοναδική αύρα μιας αυθεντικής καλλιτέχνιδας.

Το «Kaimaki» είναι η πρώτη σου ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά. Τι σε ενέπνευσε να δημιουργήσεις αυτό το άλμπουμ και πώς επέλεξες τα τραγούδια που περιλαμβάνει;

Μου πήρε πολύ καιρό να ολοκληρώσω τον πρώτο μου δίσκο. Είχα κυκλοφορήσει κάποια singles, αλλά αυτό το άλμπουμ είναι κάτι πολύ προσωπικό. Αντιπροσωπεύει εμένα, τη μουσική που με καθόρισε, χωρίς να είναι μια επιλογή που μου προτάθηκε από κάποια δισκογραφική εταιρεία. Έχω παίξει αυτά τα κομμάτια αμέτρητες φορές στις συναυλίες μου, τα είχα μάθει από τότε που ήμουν μαθήτρια στο Μουσικό Σχολείο της Παλλήνης, και με μάγεψαν από την πρώτη στιγμή.

Στην πορεία προστέθηκαν τρία ακόμα τραγούδια, που συνδέθηκαν φυσικά με τα υπόλοιπα. Τα πρώτα τα έχω διασκευάσει πολλές φορές στα live μου, κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Τώρα, ήρθε η στιγμή να τα αποτυπώσω με αποφασιστικότητα σε έναν ολοκληρωμένο δίσκο. Πιστεύω ότι η μουσική μου απευθύνεται σε ένα πιο σύγχρονο ακροατήριο, όχι μόνο σε όσους σπουδάζουν ή αγαπούν την παραδοσιακή μουσική. Δεν θέλω να μιλήσω αποκλειστικά σε ένα ελληνικό κοινό ή σε λάτρεις της παράδοσης, αλλά να μεταφέρω αυτά τα ακούσματα και στις νεότερες γενιές, σε ένα ευρύτερο, παγκόσμιο ακροατήριο. Η μουσική μου είναι μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το σήμερα, μια σύνδεση πολιτισμών, εποχών και συναισθημάτων.

Το νέο σου single, «Από Λίγο που Γίνεται Πολύ», συνδυάζει παραδοσιακά στοιχεία με ηλεκτρονικές και world music επιρροές. Πώς προέκυψε αυτή η μίξη και τι θέλεις να νιώσει ο ακροατής ακούγοντάς το;

Ο ιδανικός ακροατής για μένα είναι ο πολίτης του κόσμου, αυτός που θέλει να αισθανθεί τη μουσική. Κάθε τραγούδι του δίσκου μπορεί να αγγίξει διαφορετικά τον καθένα, με κρυμμένα μηνύματα και συναισθηματικές γέφυρες. Πρόκειται για κομμάτια με βαθιές ρίζες, που μεταφέρουν έναν διαχρονικό κώδικα, τα ηλεκτρονικά στοιχεία και η world music αναδεικνύουν την αυθεντικότητά τους χωρίς να αλλοιώνουν τον πυρήνα τους. Αυτά τα τραγούδια προέρχονται από γλέντια και πανηγύρια, κουβαλώντας ζωντάνια και αυθεντικότητα.

Θέλησα να δημιουργήσω έναν χώρο και έναν χρόνο για αυτά – ένα σύγχρονο καφέ-αμάν, εμπνευσμένο από τη Σμύρνη και την Ανατολή, όπου μπαίνεις, ερωτεύεσαι, χορεύεις, ακούς και αφήνεσαι στη μαγεία της μουσικής. Ένα χαρακτηριστικό κομμάτι του δίσκου είναι το «Από Λίγο που Γίνεται Πολύ». Ένα εννιάρι, ένας ρυθμός ιδιαίτερος, ασυνήθιστος για τους ακροατές μόνο με δυτικά ακούσματα. Μέσα από αυτό θέλω να μεταφέρω την αίσθηση και τον ερωτισμό αυτής της μουσικής, τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο λίγο και το πολύ. Γιατί, τελικά, δεν έχει σημασία αν αγαπάς λίγο ή πολύ, αυτό που μετράει είναι να μη χάσεις τον εαυτό σου μέσα σε αυτό. Αυτό που λέει και ο στίχος: «Eμένα δε με μέλι αν αγαπάς λίγο ή πολύ αλλού, φοβάμαι μη σου πάρουν την δύναμη και το νου!».

Στο άλμπουμ «Kaimaki» τα περισσότερα κομμάτια είναι σμυρναίικα. Τι είναι αυτό που σε γοητεύει στη συγκεκριμένη μουσική παράδοση; Επίσης, το ούτι είναι ένα όργανο με βαθιά ανατολίτικη παράδοση. Με ποιο κριτήριο το επέλεξες;

Όλα ξεκίνησαν από το ούτι. Από εκεί άρχισε το μουσικό ταξίδι που με οδήγησε στο σμυρναίικο. Θυμάμαι, ήμουν στην Α′ Λυκείου όταν έπρεπε να επιλέξουμε ένα όργανο. Ήταν μια τυχαία στιγμή, μια αυθόρμητη απόφαση – έγραφες σε μια λίστα το όργανο που ήθελες να μάθεις. Με τη διπλανή μου συμφωνήσαμε να διαλέξουμε αυτό που «μοιάζει με κιθάρα». Και το κάναμε. Μπορώ να πω πως «παντρευτήκαμε» τότε, κι ακόμα είμαστε ερωτευμένοι. Μέσα από το ούτι ανακάλυψα τον κόσμο. Το πρώτο ρεπερτόριο που μελέτησα ήταν το ρεμπέτικο και το σμυρναίικο – μουσικές που κουβαλούν ιστορία, πάθος, αυθεντικότητα. Όμως, μεγαλώνοντας στην Αθήνα, δεν είχα την εμπειρία των γλεντιών και των πανηγυριών. Έτσι, κατέληξα πως η μουσική που δημιουργώ πρέπει να αντικατοπτρίζει αυτή την πραγματικότητα. Γιατί η μουσική, από μόνη της, είναι κληρονομιά, αλλά και συνεχής εξέλιξη.

Έχεις σπουδάσει παραδοσιακή και βυζαντινή μουσική, ενώ παράλληλα έχεις αναμείξει τον ήχο σου με πιο σύγχρονα στοιχεία. Πώς ισορροπείς ανάμεσα στο παραδοσιακό και το μοντέρνο στη μουσική σου προσέγγιση;

Υπάρχουν κομμάτια της παραδοσιακής μουσικής που οι πιο «αμιγώς» παραδοσιακοί ακροατές δεν αντέχουν να ακούσουν. Ο Christopher King, ένας Αμερικανός που ανακάλυψε το ηπειρώτικο μοιρολόι και μαγεύτηκε από αυτό, είχε πει πως οι ίδιοι οι Έλληνες δεν εκτιμούν τα ηπειρώτικα τραγούδια γιατί τους φαίνονται βαριά. Για μένα, όμως, η μουσική και ο χορός ήταν πάντα αλληλένδετα. Το δυτικό μουσικό στοιχείο υπήρξε έντονο στη ζωή μου, καθώς έχω χορέψει πολύ – από κλασική μουσική μέχρι σύγχρονο χορό. Μέσω της κίνησης, ήρθα σε επαφή με διαφορετικά μουσικά ρεύματα, κι αυτό άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο τα αισθανόμουν. Όταν χορογραφείς, η μουσική δεν είναι μόνο ήχος – είναι ρυθμός, συναίσθημα, ενέργεια.

Ζούσα σε δύο αντίθετους κόσμους: το πρωί στη Λυρική, με πειθαρχία και αυστηρότητα, το βράδυ σε λαϊκά μαγαζιά, με ελευθερία και αυθορμητισμό. Τελικά, με κέρδισε η μουσική, γιατί μου πρόσφερε αμεσότητα και έκφραση. Το ούτι, που διάλεξα σχεδόν τυχαία, έγινε το μέσο που μου αποκάλυψε πως η μουσική δεν έχει όρια – όπως κι εκείνο δεν έχει τάστα. Δεν έχει «πρέπει» και «μη», μόνο χώρο για εξερεύνηση. Έτσι, αποφάσισα να παίξω πάνω του ό,τι με εκφράζει.

Μου αρέσει η πρόκληση, το να βρίσκομαι στην «κόψη του ξυραφιού», τόσο αισθητικά όσο και ερμηνευτικά. Και όσο για το αν τελικά το αποτέλεσμα είναι επιτυχημένο ή αποτυχημένο, το αφήνω στο κοινό να το κρίνει.

Έχεις συνεργαστεί με σπουδαίους καλλιτέχνες της ελληνικής μουσικής σκηνής. Ποια συνεργασία σε σημάδεψε περισσότερο και γιατί;

Κάθε συνεργασία είναι ένα μοίρασμα. Δίνεις, παίρνεις, μαθαίνεις. Από τις πιο ξεχωριστές και νωπές στη μνήμη μου είναι αυτή με τον Νίκο Ξυδάκη. Ήταν εκείνος που με πλησίασε πρώτος και μου είπε: «Βάσια, θέλω να κάνουμε κάτι μαζί». Του απάντησα αυθόρμητα: «Τι εννοείς;». Και τότε μου είπε κάτι που δεν περίμενα: «Θέλω να τραγουδήσεις ένα ξένο κομμάτι». Έμεινα άναυδη. Ήταν μια στιγμή επιβεβαίωσης όλων όσων λέγαμε πριν για τη μουσική χωρίς όρια. Ήταν ένας άνθρωπος που σημάδεψε τη γενιά μου, ένας δημιουργός που άφησε το δικό του, ισχυρό αποτύπωμα στη μουσική, και όμως είχε την τόλμη και την ελευθερία να πειραματίζεται, να ισορροπεί ανάμεσα σε διαφορετικά ηχητικά πεδία, να τα συνδυάζει με τρόπο μαγικό.

Μετά την πρώτη μας επαφή, ζήτησα από τον Νίκο Ξυδάκη να διαμορφώσουμε μαζί ένα ολόκληρο πρόγραμμα με τη μουσική του. Επιλέξαμε, διασκευάσαμε και δουλέψαμε τα κομμάτια για έναν χρόνο – μια μοναδική εμπειρία. Πέρα από τη μουσική, μου έδωσε πολύτιμες ερμηνευτικές συμβουλές που άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο τραγουδούσα και αντιλαμβανόμουν τη φωνή μου. Μέχρι τότε ένιωθα περισσότερο μουσικός παρά τραγουδίστρια, αλλά μέσα από αυτή τη συνεργασία βρήκα τη σιγουριά και την εξέλιξη που χρειαζόμουν ως ερμηνεύτρια.

Με το «Kaimaki» και τις διασκευές σου φέρνεις την παραδοσιακή μουσική στο σήμερα. Πιστεύεις ότι το νεότερο κοινό είναι ανοιχτό σε αυτό το πάντρεμα;

Στη μουσική, όπως και στη ζωή, οι τάσεις έρχονται και φεύγουν. Κάποια είδη γίνονται «μόδα», χάνονται και μετά επιστρέφουν. Το ούτι, για παράδειγμα, έχει επανέλθει στη σκηνή δύο φορές από τότε που ξεκίνησα να ασχολούμαι με αυτό, και, όμως, κάποια στιγμή «πάγωσε» ξανά. Αυτό που βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι το νεανικό κοινό αρχίζει να εκφράζεται όλο και περισσότερο μέσα από τον ελληνικό στίχο.

Αυτή τη στιγμή, το πιο δυνατό μουσικό ρεύμα είναι η ραπ. Πιστεύω πως μέσα από αυτή τη σκηνή τα παιδιά εκφράζονται αυθεντικά – υπάρχει ρυθμός, υπάρχει ποίηση, υπάρχει ρίμα και αμεσότητα. Και ίσως αυτός είναι ο δρόμος για να οδηγηθούν και στη μελωδία, στη σύζευξη του στίχου με τη μουσική. Είναι σημαντικό να ξαναμιλήσουμε ελληνικά στη μουσική μας, και αυτή η διαδρομή μπορεί να οδηγήσει σε ένα επόμενο βήμα, σε νέες μουσικές εξερευνήσεις.

Έχεις κάποιο μότο στη ζωή σου;

Να βλέπω τη ζωή μου μέσα από την τέχνη. Η ζωή χωρίς αυτή μου φαίνεται δυσβάσταχτη! Η αιτία που την αντέχω είναι πως εκφράζομαι μέσω της μουσικής.

***

Η Βάσια Βουγιουκλή είναι…

…τραγουδίστρια, μουσικός και καθηγήτρια χορού, με μεταπτυχιακό στην ερμηνεία παραδοσιακής μουσικής και δίπλωμα βυζαντινής μουσικής. Ο πρώτος της ολοκληρωμένος δίσκος περιλαμβάνει 8 τραγούδια, κυρίως σμυρνέικα, ένα μικρασιάτικο και ένα σύγχρονο αραβικό, το οποίο απέδωσε η ίδια με ελληνικό στοίχο. Όλα είναι διασκευασμένα, με ενορχήστρωση και παραγωγή του Ορέστη Πλακίδη. Η ηλεκτρονική μουσική και η world music συναντούν την παραδοσιακή μουσική, ενώ το αποτέλεσμα παραμένει πιστό στην αυθεντική του ουσία kai παράλληλα αποκτά μια σύγχρονη, φρέσκια διάσταση.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: 

Όταν η «Τζο» Συναντήθηκε με τον Κων/νο Πιλάβιο & την Ειρήνη Σκυλακάκη

Φωτογράφος του Μήνα | Άννα Οικονόμου

Εύχαρις Παναγοπούλου: «Τα Συγγνώμη των Γονιών»

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
We Are Family
We Are Family

Η Ρία Σπύρου διαχωρίζει τη ζωή της σε δύο περιόδους: την περίοδο της αναζήτησης –της προσωπικής ανάπτυξης– και την περίοδο του «Τώρα». Στην περίοδο της αναζήτησης, μέσω της συμμετοχής της στο εκπαιδευτικό δράμα του εργαστηρίου Θεάτρου Πόρτα της Ξένιας Καλογεροπούλου και των ομάδων γονέων, ανακάλυψε πόσο αγαπά να ακούει ανθρώπινες ιστορίες που μεταφέρουν βαθιές αλήθειες. Στην περίοδο του «Τώρα», με σπουδές στη Διοίκηση Τουρισμού, συνδέει τη δημοσιογραφία με τον Πολιτιστικό Τουρισμό και ερευνά τη φυσική - άυλη πολιτιστική κληρονομιά κάθε τόπου με τους ανθρώπους που τον διαμορφώνουν. Πιστεύει στην κυκλική οικονομία ως σύνδεση περιβάλλοντος-πολιτισμού-παιδιών. Έχει δύο γιους, αγαπά τη μουσική, τον αθλητισμό και τα ταξίδια. Και είναι πραγματικά χαρούμενη με αυτό!

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+