Βιβλιοπωλείο Πολιτεία: Ένα Κρυμμένο Ολοφάνερο Διαμάντι

Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, το πιο ατμοσφαιρικό και ενημερωμένο βιβλιοπωλείο για το βιβλιόφιλο

Λατρεύω την Αθήνα, γιατί έχει τη δύναμη να κρύβει ένα σωρό μυστικά που βρίσκονται εκεί, μπροστά στα μάτια σου. Κι όταν πρόκειται για τον κόσμο του βιβλίου; Ε, τότε την αγαπώ ως τον ουρανό.

Και μ’ αυτή μου τη σκέψη, στέκομαι μπροστά σου, Πολιτεία, και σε θαυμάζω. Όπως κάνω κάθε φορά που σε επισκέπτομαι. Σε κοιτάζω κατάματα και είμαι έτοιμη να σου αφιερώσω όλον εκείνον τον χρόνο που χρειάζεσαι, αν και ξέρω πόσο άπληστη γίνομαι μαζί σου. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς περνάει η ώρα και ειλικρινά, δεν σου έχω θυμώσει που δεν προσφέρεις καφέ ή μια καρέκλα να καθίσω κάθε φορά που σε επισκέπτομαι. Μαζί σου είναι σαν έχουμε πιει όλους τους καφέδες του κόσμου. Και την καρέκλα ποτέ δεν τη χρειάστηκα, για να πούμε και τα πράγματα με τ’ όνομά τους, παρόλο που με ζαλίζουν όλοι αυτοί οι τίτλοι σου. Παλιοί και νέοι. Ποτέ δεν με κούρασες μικρό μου κρυμμένο ολοφάνερο διαμαντάκι.

Το 1980 ιδρύεται η Πολιτεία και αμέσως παίρνει τη “σφραγίδα” του ατμοσφαιρικού και ενημερωμένου βιβλιοπωλείου. Χωρίς πολλά πολλά, από τις πρώτες μέρες της γέννησής της, ένα κτίριο στην Ασκληπιού μετατρέπεται σ’ έναν πυρήνα αγάπης για το βιβλίο. Βρισκόμαστε στο 2020. Μπορεί, λοιπόν, το αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο να έχει πια το δικό του διαδικτυακό μαγαζί πολύ καιρό τώρα -που πρέπει να πω ότι με έχει εξυπηρετήσει άπειρες φορές και έχει σταθεί αντάξια ψυχοθεραπευτικής συνεδρίας μια δύσκολη μέρα στο γραφείο, ενώ στην περίοδο της καραντίνας έγινε η καλύτερή μου φίλη- δεν μπορώ όμως παρά να ομολογήσω ότι πάντοτε κρυφολαχταρώ μια πραγματική βόλτα στο φυσικό κατάστημα, εκεί στην Ασκληπιού 1-3.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς περνάει η ώρα μαζί σου και ειλικρινά, δεν σου έχω θυμώσει που δεν προσφέρεις καφέ ή μια καρέκλα να καθίσω κάθε φορά που σε επισκέπτομαι.

Δεν γνωρίζω αν παραμένω στον κύκλο των λίγων ρομαντικών ψυχών που δεν βλέπουν την ώρα να πιάσουν ένα βιβλίο στα χέρια τους και να χαθούν μέσα σ’ αυτό, να βάλουν στο καλάθι τους πέντε καινούργια με μία μόνο επίσκεψη, συν μία ακόμη πάνινη τσαντούλα, κι ας έχουν άλλα πέντε αδιάβαστα στο σπίτι, ένα μισοτελειωμένο στο κομοδίνο και τρεις τέσσερις πάνινες σακούλες διάσπαρτες σε σπίτι και γραφείο. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι πως στην περίπτωση της τέχνης, όταν ένα καλό βιβλιοπωλείο, σε μια εποχή που η τεχνολογία έχει το μοναδικό προβάδισμα, παραμένει όρθιο και ακέραιο, έστω και μουσειακά, αξίζει να το επισκεφτεί κανείς.

Ονειρεύομαι πως είναι μια βροχερή μέρα κι εγώ χώνομαι στο υπόγειό του, γιατί δεν έχω πάρει μαζί μου ομπρέλα. Εκεί, θα προστατευτώ από τη βροχή, θα ξεχαστώ, θα ταξιδέψω. Ολόκληρη η λογοτεχνία ξεδιπλώνεται μπροστά μου. Πιάνω στα χέρια μου έναν Κάφκα και κοιτάζω μια δεξιά, μια αριστερά. Όλων των ειδών άνθρωποι, προσηλωμένοι στο έργο τους. Ένα μόνο υπόγειο, να κρύβει μέσα του τόσο φως.

Ένας κύριος ψηλόλιγνος με γυαλάκια, κινείται γρήγορα μέσα στο χώρο και μου τραβάει την προσοχή. Μία τον βρίσκεις στο ταμείο, μία χωμένο σε κάτι ράφια, μία πίσω σου, μία μπροστά σου. “Αυτό το έχεις διαβάσει;” τον ακούω να μου λέει και σπρώχνει ένα βιβλίο ακριβώς μπροστά στα μάτια μου. “Όχι”, απαντώ κοφτά και σκέφτομαι “πού το ξέρεις;” αλλά δεν το ξεστομίζω. “Να το διαβάσεις και να έρθεις να μου πεις αν σου άρεσε”, μου λέει και φεύγει ξανά.

Ίσως γι’ αυτό να έχω αγαπήσει τόσο πολύ την Πολιτεία. Είναι χαμηλών τόνων και κρύβει μέσα της έναν θησαυρό.

Το διαβάζω. Μου αρέσει. Επιστρέφω. “Ακούω προτάσεις”, του λέω κι άλλο που δε θέλει. Εξαφανίζεται και επιστρέφει με πέντε-έξι επιλογές. “Δεν είσαι εντάξει”, τον μαλώνω. “Τώρα θα πρέπει να τα πάρω όλα!” “Χαμένα δεν θα πάνε”, απαντά και δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Τα χρήματα που δίνει κανείς για βιβλία πιάνουν τόπο, το δίχως άλλο. Σε εκείνη την όαση νηνεμίας, νιώθω μια ασφάλεια και μια ζεστασιά, είτε έξω βρέχει, είτε έχει σαράντα βαθμούς, είτε σκοτεινιάζει. Κι ο χρόνος σταματά και συναντιέμαι μ’ έναν σωρό λογοτέχνες, παλιούς και νέους, μέχρι που θυμάμαι ότι χρειάζομαι και κάποια άλλα βιβλία, διαφορετικού ύφους.

Ξετρυπώνω με το ζόρι τον εαυτό μου από το υπόγειο και ετοιμάζομαι να επισκεφτώ ένα από τα τέσσερα συνεχόμενα καταστήματά της, που μοιάζουν με κρυψώνες, καθώς βιτρίνα δεν υπάρχει πουθενά. Ίσως γι’ αυτό να έχω αγαπήσει τόσο πολύ την Πολιτεία. Είναι χαμηλών τόνων και κρύβει μέσα της έναν θησαυρό. Ταυτόχρονα, τη θαυμάζω που είναι τέτοια επαναστάτρια. Μα αλήθεια τώρα, ποιο άλλο βιβλιοπωλείο τολμά να μην έχει ράφια με “πληρωμένα δήθεν πρωτοκλασάτα βιβλία” και τα αφήνει όλα στη δική σου κρίση; Σχεδόν σου φωνάζει, “μπες μέσα, αγόρασε ό,τι θες, ψάξε, με δική σου πάντα πρωτοβουλία. Εγώ είμαι εδώ για να στο δώσω, όταν θα το ζητήσεις”.

Ένα βιβλίο για να το αγαπήσεις πρέπει να το έχεις συναντήσει πρώτα. Να σε έχει μαγέψει. Να σε κερδίσει με το κάτι του κι ύστερα να το κάνεις δικό σου. Το βιβλίο έχει τη δυνατότητα να μανατζάρει τον εαυτό του, όταν κάποιος του δώσει χώρο. Κι αυτός ο κάποιος ονομάζεται Πολιτεία, κι αν δεν την έχεις επισκεφτεί ακόμη, τρέξε.

Αν η Πολιτεία είχε πρόσωπο, θα ήταν μια αγγελική μορφή, τσαμπουκαλού, καλά ενημερωμένη, που θα φορούσε πίσω από τα αυτιά της ένα διακριτικό άρωμα κι ένα μικρό ακριβό κόσμημα, σήμα κατατεθέν της. Δεν ξέρω αν θα ήταν κοινωνική, καθώς δεν αποτελεί τόπο συναντήσεων, ούτε μπορεί κανείς να πιει καφέ συντροφιά της. Θα ήταν σίγουρα ξεκάθαρη και αποστασιοποιημένη.

Έχει, όμως, και καλούς φίλους. Όχι, δεν αναφέρομαι στους πάνω από 100.000 τίτλους της, ούτε στα εξειδικευμένα της τμήματα. Αναφέρομαι στον κόσμο της, στους ανθρώπους που δουλεύουνε “μαζί” της. Και μια Πολιτεία δεν θα διάλεγε να έχει δίπλα της τίποτε λιγότερο από τους άκρως ενημερωμένους επί του αντικειμένου. Βρίσκεσαι σε περίοδο αυτοβελτίωσης κι έχεις ανάγκη έναν οδηγό; Σου λείπει ένα μαθηματικό λυσάρι; Έμαθες για το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα που κάνει θραύση; Θες να φρεσκάρεις τη μνήμη σου και ψάχνεις ένα καλό ιστορικό βιβλίο; Το μονάκριβό σου έγινε μόλις ενός έτους και θες να βρεις το αγαπημένο του παραμύθι; Ό,τι κι αν αναζητήσεις, σαν πιστοί στρατιώτες, σαν προγραμματισμένοι υπολογιστές, θα στο βρουν αμέσως. Πόσες φορές θέλησα να ρωτήσω: “μα πώς το κάνεις αυτό;”. Είναι δυνατόν να ξέρεις όλα τα βιβλία που έχω γραμμένα στο μεταχειρισμένο post-it μου; Είναι τόσο κακομεταχειρισμένο που ούτε εγώ δεν βγάζω τα γράμματά μου κι εσύ, με την πρώτη λέξη το αποκρυπτογραφείς.

Δεν ξέρω τι θαυμάζω περισσότερο στην Πολιτεία. Το ίδιο το βιβλιοπωλείο, το σημείο της, τους υπαλλήλους της, που καμιά φορά νομίζεις πως ψιθυρίζουν κάτι συνωμοτικό στα βιβλία και τους χαμογελούν λίγο πριν τα τοποθετήσουν στα ράφια, τους τίτλους της, τις φιγούρες των ανθρώπων της που είναι τόσο διαφορετικές. Ή μήπως όλα μαζί; Μια άλλη Αθήνα, μια άλλη εποχή, ένα σουρεάλ τοπίο, μια ευγένεια αριστοκρατική, μία αύρα αλλιώτικη, αγαπημένη.

Σε μια εποχή που δοκιμάζονται οι άνθρωποι, χάνονται οι αξίες, καταπίνονται οι ελευθερίες, η Πολιτεία φροντίζει να μας φωνάζει το “διάβαζε για να ζήσεις” του Gustave Flaubert, μόνο και μόνο επειδή ξέρει πως ακόμη κι αν δεν αγαπάς το βιβλίο, έτσι που λάμπει σαν κόσμημα στο κέντρο της Αθήνας, θα σου τραβήξει την προσοχή και θα την πάρεις στα σοβαρά. Αν το κάνεις, συγχαρητήρια, είσαι ένας ακόμη θαυμαστής της. Καλό ταξίδι στα άδυτά της.

Για άμεση επικοινωνία και πληροφορίες σχετικές με το βιβλιοπωλείο ακολουθήστε αυτό το σύνδεσμο https://www.politeianet.gr/contact-us

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

Η Δήμητρα Τσότσου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα.Σπούδασε νομικά στην Ουαλία και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Εμπορικό Δίκαιο στη Μεγάλη Βρετανία. Έπειτα συνέχισε με σπουδές στην υποκριτική, όπου αποφοίτησε απο την Αθηναϊκή Σκηνή και απέκτησε πτυχίο υποκριτικής και διδασκαλίας. Το πρώτο της μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 2015 με τίτλο «Οι θεοί δεν έχουν το θεό τους». Έχει υπάρξει στη συντακτική ομάδα εφημερίδων σε κοινωνικό και πολιτιστικό ρεπορτάζ. Είναι βιβλιοφάγος, έχει πάντα τη βαλίτσα έτοιμη κάτω από το κρεβάτι της για τυχόν ταξίδια αναψυχής, της αρέσει η καλή παρέα και το καλοκαίρι και ανυπομονεί να ολοκληρώσει το δεύτερο μυθιστόρημα της.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER