Ένα Χρόνο Μετά το Πραξικόπημα στην Τουρκία

Ένας χρόνος πέρασε από το αποτυχημένο πραξικόπημα ενός τμήματος των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων για την ανατροπή του Recep Tayyip Erdogan στις 15 Ιουλίου του 2016. Στην Τουρκία έχουν ξεκινήσει ήδη εορταστικές εκδηλώσεις για την πρώτη επέτειο του αποτυχημένου πραξικοπήματος, οι οποίες θα κορυφωθούν στις 15 Ιουλίου, με ομιλία του Erdogan στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ήταν το πρώτο αποτυχημένο πραξικόπημα των Τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, στα 94 χρόνια ιστορίας του Τουρκικού κράτους· είχαν προηγηθεί τέσσερα επιτυχημένα πραξικοπήματα.

Κρίνοντας εκ των υστέρων, με βάση την εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης στην Τουρκία, ο Erdogan εξήλθε ενισχυμένος πολιτικά από το αποτυχημένο πραξικόπημα, ενώ το κύρος των ενόπλων δυνάμεων επλήγη σε σημαντικό βαθμό. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Erdogan βρέθηκαν σε δεινή θέση και οι αντιφρονούντες, που υπηρετούσαν στον κρατικό μηχανισμό και στην δικαιοσύνη, όπως επίσης μέλη και στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και δημοσιογράφοι, διώχτηκαν απηνώς· άλλοι απολύθηκαν, άλλοι αποτάχθηκαν και άλλοι φυλακίστηκαν, ενώ αρκετοί υπέστησαν βασανιστήρια.

Το δημοψήφισμα του περασμένου Απριλίου επέφερε ακόμα ένα σημαντικό πλήγμα στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών στην Τουρκία, καθιστώντας τον Erdogan ταυτόχρονα επικεφαλής του Κράτους και της Κυβέρνησης, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την εξουσία του. Το αποτυχημένο πραξικόπημα και τα επακόλουθα αυτού, επέδρασαν καταλυτικά στην περαιτέρω περιστολή των δημοκρατικών δικαιωμάτων των πολιτών και των αρχών του κράτους δικαίου.

Τι συνέβη όμως εκείνο το βράδυ της Παρασκευής 15 Ιουλίου και το πραξικόπημα κατέληξε σε αποτυχία; Οι καθοριστικοί παράγοντες υπήρξαν οι εξής:

1.    H αποτυχία των πραξικοπηματιών να συλλάβουν ή να εξουδετερώσουν τον Erdogan.

2.    Η αδυναμία των πραξικοπηματιών να ελέγξουν πλήρως ή να θέσουν εκτός λειτουργίας όλα τα συστήματα των τηλεπικοινωνιών. Το γεγονός αυτό έδωσε τη δυνατότητα στον Erdogan να εμφανιστεί, μέσω κινητού τηλεφώνου, σε τηλεοπτικό δίκτυο εθνικής εμβέλειας, επιτυγχάνοντας αφενός να κινητοποιήσει τους οπαδούς του, καλώντας τους να βγουν στους δρόμους και να διαδηλώσουν ενάντια στο πραξικόπημα, και αφετέρου να καταστήσει σαφές σε όλους, ότι ήταν ζωντανός, αποδυναμώνοντας έτσι τη θέση των πραξικοπηματιών.

3.    Η απουσία σαφών διαταγών προς τους στρατιώτες που επιχειρούσαν στους δρόμους, για τη στάση που θα έπρεπε να τηρήσουν έναντι των πολιτών. Το γεγονός ότι οι στρατιώτες, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, δεν είχαν διαταγές ή δεν ήταν αποφασισμένοι να ανοίξουν πυρ εναντίον των διαδηλωτών, σήμανε ουσιαστικά το τέλος του πραξικοπήματος.

4.    Η αποτυχία των πραξικοπηματιών να  καταλάβουν υψίστης στρατηγικής σημασίας κτίρια, όπως αυτό της ΜiΤ (Εθνική Οργάνωση Πληροφοριών) στην Άγκυρα.

5.    Το καθοριστικής σημασίας γεγονός για την αποτυχία του πραξικοπήματος ήταν ότι οι πραξικοπηματίες αναγκάστηκαν να θέσουν σε κίνηση το σχέδιό τους έξι ώρες νωρίτερα από ό,τι είχαν προγραμματίσει. Αυτό συνέβη διότι ο επικεφαλής της MiT πληροφορήθηκε, λίγες ώρες νωρίτερα από την εκδήλωσή του, το σχέδιο του πραξικοπήματος και ενημέρωσε τον διοικητή της Α΄ Στρατιάς, ο οποίος με τη σειρά του τηλεφώνησε στον Erdogan για να τον ενημερώσει. Το πραξικόπημα ξεκίνησε νωρίς το βράδυ, όταν οι πολίτες ήταν ακόμα ξύπνιοι, γεγονός που τους επέτρεψε να πληροφορηθούν τις εξελίξεις και αρκετοί να βγουν στους δρόμους. Αν το πραξικόπημα ξεκινούσε τις πρώτες πρωινές ώρες της 16ης Ιουλίου, όπως ήταν προγραμματισμένο, οι πιθανότητες επιτυχίας θα ήταν αυξημένες, καθώς τόσο οι πολίτες όσο και τα σώματα ασφαλείας θα είχαν πιαστεί στον ύπνο.

Το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου αποτέλεσε μια μορφή τελικής σύγκρουσης ανάμεσα στους Κεμαλιστές και τους Ισλαμιστές.

Ο απολογισμός του αποτυχημένου πραξικοπήματος ήταν περίπου 300 νεκροί και πάνω από 2.000 τραυματίες, πολίτες και στρατιώτες. Επιπλέον, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσά τους μέλη των Ενόπλων Δυνάμεων, δικαστικοί, ακαδημαϊκοί, δημόσιοι υπάλληλοι και δημοσιογράφοι, διώχτηκαν, φυλακίστηκαν ή βασανίστηκαν, μετά το πραξικόπημα. Οι περισσότεροι από αυτούς κατηγορήθηκαν από το καθεστώς Erdogan ως «Γκιουλενιστές», ότι είχαν δηλαδή σχέσεις με τον ιεροκήρυκα Fethullah Gülen, τον οποίο ο Erdogan κατηγόρησε από την πρώτη στιγμή ως υπεύθυνο του πραξικοπήματος.  Ο ίδιος πάντως ο Gülen, μέχρι και σήμερα, αρνείται οποιαδήποτε ανάμειξη στο πραξικόπημα εναντίον του Erdogan.

Το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου αποτέλεσε μια μορφή τελικής σύγκρουσης ανάμεσα στους Κεμαλιστές, τις αρχές των οποίων παραδοσιακά υπερασπίζονται στην Τουρκία οι ένοπλες δυνάμεις, και τους Ισλαμιστές, που εκπροσωπούνται από τον Erdogan και το κόμμα του, το AKP (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης).

Οι Κεμαλιστές είναι εκσυγχρονιστές και πρεσβεύουν ένα κράτος εξευρωπαϊσμένο, με κοσμικό χαρακτήρα, επί τη βάσει του οράματος του Mustafa Kemal Atatürk, για μια Τουρκία δομημένη στα πολιτικά και πολιτισμικά πρότυπα του Δυτικού κόσμου. Ο Erdogan και οι Ισλαμιστές απορρίπτουν αυτές τις αρχές, χωρίς όμως να απορρίπτουν τον ίδιο τον Kemal, τον ιδρυτή του σύγχρονου Τουρκικού κράτους, ένα πρόσωπο που τυγχάνει παλλαϊκής αναγνώρισης στην Τουρκία και τιμάται ως η σημαντικότερη μορφή του σύγχρονου Τουρκικού κράτους. Σε αντίθεση με τους Κεμαλιστές, οι Ισλαμιστές επιδιώκουν την ενίσχυση του θρησκευτικού χαρακτήρα του Κράτους και πρεσβεύουν τον κοινωνικό συντηρητισμό.
Όντας πολιτικά κυρίαρχος, ο Erdogan ασκεί ισχυρό και καθοριστικό έλεγχο στην δικαιοσύνη, ελέγχει τη νομοθετική εξουσία, ενώ ο ίδιος ασκεί την εκτελεστική εξουσία.
Σε αυτή τη σύγκρουση νικητής αναδείχτηκε ο Erdogan, το πολιτικό πρόγραμμα του οποίου οδηγεί στην απομάκρυνση της Τουρκίας από τις αρχές του ιδεώδους της Ενωμένης Ευρώπης. Ο Erdogan, που από το 2003 κυβερνά συνεχόμενα την Τουρκία, είτε ως πρωθυπουργός είτε ως πρόεδρος της Δημοκρατίας, πορεύεται με το όραμα του νεο-οθωμανισμού στην εξωτερική πολιτική, ενώ στο εσωτερικό μετατρέπει σταδιακά τη χώρα σε μια ιδιότυπη Ισλαμική Δημοκρατία.

Όντας πολιτικά κυρίαρχος, ο Erdogan ασκεί ισχυρό και καθοριστικό έλεγχο στην δικαιοσύνη, ελέγχει τη νομοθετική εξουσία, ενώ ο ίδιος ασκεί την εκτελεστική εξουσία. Πρόκειται για μια μορφή άσκησης ολοκληρωτικής εξουσίας, η οποία κατέχει τη νομιμοποίηση των δημοκρατικών εκλογικών διαδικασιών, αλλά δεν συνάδει με τις αρχές του κράτους δικαίου, με τη διάκριση των εξουσιών και με τη δυτικού τύπου κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, που ακολούθησε χρονικά το αποτυχημένο πραξικόπημα, κατέστησε σαφές ότι η Τουρκική κοινωνία είναι διχασμένη. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι οι αρχές του Κεμαλισμού είναι βαθιά ριζωμένες σε ένα σημαντικό τμήμα του Τουρκικού λαού, αλλά και των ενόπλων δυνάμεων, παρά τις σαρωτικές εκκαθαρίσεις που αυτές υπέστησαν, η εμφάνιση νέων εμποδίων στην πορεία του Erdogan δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Παρότι τη στιγμή αυτή ο Erdogan είναι απόλυτα κυρίαρχος στο εσωτερικό της Τουρκίας, η λανθάνουσα αντίδραση μέρους της Τουρκικής κοινωνίας στις πολιτικές του, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, καθιστούν τις πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία, μακροπρόθεσμα, απρόβλεπτες και την ηρεμία στο εσωτερικό της χώρας επισφαλή.

Αρθρογράφος

Ο Γιώργος Λουτσίδης είναι πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου και υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου. Τα κύρια ερευνητικά του ενδιαφέροντα αφορούν στην Πολιτική Ιστορία της Ελλάδας των δεκαετιών 1950-1960 και στην περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Σχολιασμός

Σχολιασμός