Όταν πέθανε η Αλίκη Βουγιουκλάκη ήμουν 4 ετών. Θυμάμαι αμυδρά εκείνο το καλοκαίρι. Είχε καύσωνα και ήμασταν σε διακοπές διαρκείας στο χωριό με τον παππού και τη γιαγιά. Είχαν διακοπεί όλες οι επαναλήψεις από τις μεξικάνικες σειρές που έβλεπα στην τηλεόραση, καθώς μεταδίδονταν συνεχώς αφιερώματα, ταινίες και φυσικά η κηδεία της μεγάλης σταρ. Όσες μέρες κράτησε αυτός ο τηλεμαραθώνιος θρήνος, βίωνα και εγώ συγκλονισμένη την απώλεια της πιο αγαπημένης μου μέχρι τότε ηθοποιού.
Μεγαλώνοντας, αναζήτησα τη μαγνητοσκοπημένη κηδεία της στο YouTube. Διέτρεξα πολύ γρήγορα τα 90 μαγνητοσκοπημένα λεπτά, για να βρω το αξέχαστο πλάνο της ελληνικής τηλεόρασης λίγο πριν από την ταφή της. Πλέον, ως παρατηρήτρια, απόρησα με την ανάγκη ύπαρξης αυτής της εικόνας. Οι νέοι κανόνες ηθικής και δεοντολογίας που ορίζονται από τις νέες γενιές –ευτυχώς– έχουν θέσει πιο ισχυρά φίλτρα στις εντυπωσιοθηρικές εικόνες που προβάλλονται στην τηλεόραση και στο διαδίκτυο.
Κοντινά πλάνα στο βλέμμα των συγγενών με στόχο την ανάδειξη του προσωπικού δράματος. Επιθυμούν, άραγε, οι ίδιοι να εκθέτουν τον θρήνο τους σε δημόσια θέα;
Με αφορμή την κηδεία της Μαρινέλλας, η τηλεόραση και τα social media γέμισαν με συγκινησιακά φορτισμένα αφιερώματα. Δημοσιογράφοι ξενύχτησαν το βράδυ του Σαββάτου για να κάνουν πρώτοι το καλύτερο video, το πιο κινηματογραφικό μοντάζ, γεμάτο αναμνήσεις και ατάκες της θανούσας. Είχε προηγηθεί ο Σεπτέμβριος του 2024, που για χάρη της τηλεθέασης προέβαλαν σε επανάληψη την τραγική στιγμή της μεγάλης καλλιτέχνιδος, στο Ηρώδειο. Τα ίδια τηλεοπτικά μέσα, στη συνέχεια, παρουσιάζονταν μετανιωμένα, έχοντας ήδη συμβάλει στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης ενός δημόσιου προσώπου που μέχρι εκείνο βράδυ διέσχιζε αξιοπρεπώς την καλλιτεχνική του πορεία, επιλέγοντας το ίδιο τις προσωπικές στιγμές που θα εκθέσει στη δημόσια σφαίρα της τηλεόρασης.
Ανήμερα της κηδείας, οι τηλεοπτικές κάμερες είχαν παραταχθεί στην πλατεία της Μητρόπολης Αθηνών. Ο φακός αναζητούσε τους συγγενείς να δακρύζουν και τους διάσημους προσκεκλημένους να καταφθάνουν. Υπήρχε ειδική λίστα, επιμελήτρια της κοινωνικής εκδήλωσης και ειδικά περιφραγμένος χώρος για τους κοινούς θνητούς. Το λαϊκό προσκύνημα εξελισσόταν σε μια άρτια οργανωμένη lifestyle εκδήλωση, χωρισμένο σε θεματικές, συμμετέχοντες και κορυφώσεις.
Το φαινομενικά συμπονετικό για τους οικείους μοίρασμα καταλήγει πολλές φορές συναισθηματικά χειραγωγούμενο από τα τηλεοπτικά μέσα, αλλά και από ιδιώτες που επωφελούνται των περιστάσεων (π.χ. πολιτικά πρόσωπα).
Το περιεχόμενο στα social media προβάλλει εικόνες από το εσωτερικό της εκκλησίας, με κοντινά πλάνα στην πρωινή-θλιμμένη εκδοχή των διάσημων καλλιτεχνών. Πώς είναι όταν λυπούνται οι αγαπημένοι μας τραγουδιστές; Άβαφοι και χωρίς τα αστραφτερά τους ρούχα στέκονται στον χώρο ως κανονικοί άνθρωποι. H «παρακοινωνική επίδραση» (parasocial interaction) που δημιουργεί το κοινό με τους αγαπημένους celebrities κάνει ελκυστικές όλες τις εκδοχές της προσωπικής τους ζωής. Λίγο αργότερα, μια νέα κατηγορία τηλεκριτικής, ένα νέο τηλεοπτικό δικαστήριο για το dress code των παρευρισκομένων. Γιατί φοράει τζιν η τάδε; Προσβάλλει τον νεκρό; Ποιοι επώνυμοι έδωσαν το παρών στην κηδεία; Η μέρα ήταν ηλιόλουστη – θα έπρεπε να είχαν πάει όλοι. Ένα στενάχωρο γεγονός, μια σεμνή τελετή, μετατρέπεται σε προϊόν τηλεοπτικού κιτρινισμού. Χάρη στον θάνατο της Μαρινέλλας, τα τηλεοπτικά κανάλια γέμισαν με περιεχόμενο τις κενές εκπομπές τους.
Στην κηδεία της κόρης του Αντώνη Σαμάρα έπρεπε να δούμε το βλέμμα του πατέρα και τέως πρωθυπουργού και τη θλίψη της τραγικής μάνας. Στη σειρά ντοκιμαντέρ για τη δράση της «17 Νοέμβρη» είδαμε ξανά τον θρήνο της Ντόρας Μπακογιάννη και του υιού της Κώστα στην κηδεία του δολοφονημένου πατέρα και συζύγου. Το μνημόσυνο της μαύρης επετείου από το δυστύχημα των Τεμπών συγκέντρωσε τις τηλεοπτικές κάμερες στο σημείο του τραγικού συμβάντος. Κοντινά πλάνα στο βλέμμα των συγγενών με στόχο την ανάδειξη του προσωπικού δράματος. Επιθυμούν, άραγε, οι ίδιοι να εκθέτουν τον θρήνο τους σε δημόσια θέα;
Ένα στενάχωρο γεγονός, μια σεμνή τελετή, μετατρέπεται σε προϊόν τηλεοπτικού κιτρινισμού.
H «συλλογική θλίψη» που αναπαράγεται τηλεοπτικά και διαδικτυακά επιβάλλει ένα εθνικό πένθος και κάθε δέκτης ωθείται να θρηνήσει με τον τρόπο του στο σπίτι του ή πίσω από τις οθόνες του. Το προβεβλημένο «πάνδημο αντίο» μπορεί συχνά να ενισχύσει την ενσυναίσθηση και τη συλλογική κατανόηση του γεγονότος. Όμως, αυτό το φαινομενικά συμπονετικό για τους οικείους μοίρασμα καταλήγει πολλές φορές συναισθηματικά χειραγωγούμενο από τα τηλεοπτικά μέσα, αλλά και από ιδιώτες που επωφελούνται των περιστάσεων π.χ. πολιτικά πρόσωπα).
Τα ΜΜΕ μπορούν να ορίσουν τη μετάβαση ενός πένθους από ιδιωτικό σε συλλογικό. Είναι υπεύθυνα για τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία ερμηνεύει το συμβάν, την ουσία του και το πώς θα «γραφτεί» το γεγονός στη μνήμη. Κι αν η πορεία ενός δημοφιλούς ανθρώπου είναι αυτή που γέμιζε μέχρι εκείνη τη στιγμή το περιεχόμενο των εκπομπών τους, οφείλουν να σέβονται και να προστατεύουν την ύστατη στιγμή του, ως ευχαριστώ, αλλά και όπως θα επιθυμούσαν να συμπεριφέρονται οι άλλοι στους δικούς τους οικείους.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Ανασχηματισμός ΟΠΕΚΕΠΕ: Το Μη Χείρον Βέλτιστον Δεν Κρατάει Για Πάντα
28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης: Ημερολόγιο Σαββατοκύριακου

