Όταν ο γιος χάνει τη μάνα και κόβεται το νήμα του ομφάλιου λώρου, είναι σαν να ορφανεύει ολοκληρωτικά. Με τον πατέρα, όμως, είναι αλλιώς. Εκεί αναδύεται η αίσθηση του καθήκοντος, η ευθύνη της συνέχειας και η ανάγκη να εκπροσωπήσει τους οικογενειακούς δεσμούς και τις δεσμεύσεις τους.
Και το πώς θα ανταποκριθεί σε αυτό είναι ζητούμενο. Όχι τόσο στα πρακτικά όσο σε εκείνα τα εσωτερικά που σκάβουν το μυαλό και φτάνουν στην ψυχή. Δεν είναι ότι έλειψε η αγάπη ή η φροντίδα, αλλά ότι η επικοινωνία τους δεν βρήκε διέξοδο. Και γιατί ο γιος, ακολουθώντας γα χνάρια του πατέρα, συχνά δυσκολεύεται να αλλάξει τον τρόπο, τη διαδρομή των συναισθημάτων προς τα δικά του παιδιά.
Και συχνά νιώθει ενοχές για όσα έχασε όταν έκοψε κι εκείνος από νωρίς τους δεσμούς. Ίσως γιατί ακολούθησε το παράδειγμα αυτής της έλλειψης, ίσως γιατί η σκιά του πατέρα έπεφτε πάντα βαριά πάνω του.
Ραδιοκασετόφωνο | Ιάκωβος Ανυφαντάκης | Εκδόσεις Πατάκη
«Ο παππούς σου πέθανε, είπε ο Ηλίας. Ο πατέρας μου πέθανε, ξαναείπε λίγο σιγότερα και κοίταξε κρυφά το πρόσωπο του γιου του για να δει την αντίδρασή του. Το ίδιο και ο γιος από τη μεριά του».
Δεν είχε δώσει καν το όνομά του στον γιο του, τον ονόμασε Μαρίνο. Από το όνομα της μάνας του που έφυγε πρώτη από τη ζωή. Μαρίνα την έλεγαν. Πατέρας και γιος ταξιδεύουν στην Κρήτη για να τακτοποιήσουν τα της κηδείας του Δημήτρη. Του αριστερού στα φρονήματα γιατρού και πατέρα του, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.
«Ο πατέρας του ήταν αλλεργικός στη χαρά. Είχε περάσει τόσα πολλά που ένιωθε άνετα μόνο μες στην κατήφεια. Ακόμα και όταν φρόντιζε κάποιον το έκανε με τα λιγότερα δυνατά λόγια – ήταν γιατρός. Είχε καθήκον να γιατρεύει, γιάτρευε».
Ήταν οι εποχές που τα σπίτια είχαν ραδιοκασετόφωνα να παίζουν και να γλεντούν όσο μπορούσαν τη στενάχωρη ζωή τους, που για τους περισσότερους ήταν μεροδούλι μεροφάι. Παρόλο που «τα σπίτια ήταν ξεκλείδωτα ακόμη και τις νύχτες». Άλλωστε, δεν είχαν και τίποτα να κρύψουν, τα συναισθήματα έκρυβαν μόνο. Δεν φανέρωναν τη χαρά, ούτε και την αγάπη. Λες και ντρέπονταν να χαρούν και να αγαπήσουν. Λες και φοβούνταν την κατάκτηση και την εξάρτηση από το συναίσθημα.
Ήταν οι εποχές που «οι γάμοι κρατούσαν για πάντα. Ήταν σαν υποχρέωση. Σαν μια συνήθεια και ας μην ήταν πάντα ευχάριστη. Έτσι ήταν και οι σχέσεις γονιών και παιδιών. Μια συνήθεια και ένα χρέος για τον γονιό. Να τα ταΐσουν και να τα σπουδάσουν.
Ο Ηλίας αναρωτιόταν. Ενδόμυχα, ακόμα και για τη σχέση του με τον γιο του. Ακόμα και για τις προσωπικές του σχέσεις. Δεν είχε ανάγκες υλικές, ήταν τακτοποιημένος. Είχε τα πάντα. Όμως πάντα κάτι του έλειπε. Ήταν αυτή η στέρηση που είχε βιώσει από μικρός. Η απόσταση που τον χώριζε από την ευτυχία. Αλλά δεν άφηνε να φανεί τίποτα, ούτε καν η αδυναμία της στιγμής. Την πρώτη του γυναίκα την αγαπούσε, ήταν καλή, αλλά την άφησε για τη Νικόλ, που και με αυτήν χώρισε – και ποιος ξέρει αν θα έσμιγε ξανά.
Πόσα λάθη κάνουμε οι γονείς! Τα καταλαβαίνουμε όταν έρχεται το τέλος. Και με πόσο ήσυχο τρόπο ο συγγραφέας μας δείχνει την πάλη μέσα μας προκειμένου να μη δείξουμε τον πόνο, την αγάπη, μη μαρτυρήσουμε τα συναισθήματά μας. Δίνουμε στα παιδιά υλικά αγαθά, αλλά μέχρι εκεί. Για τα άλλα πρυτανεύει η δυσκολία εντός μας. Η άρνηση να επανεξετάσουμε το παρελθόν και να σπάσουμε τον κύκλο. Λες και η αγάπη είναι σπατάλη.
Η κατάσταση διαιωνίζεται, όλα παραμένουν ίδια, όπως το ραδιοκασετόφωνο στο σπίτι του παππού. Πατώντας το κουμπί μπορείς να σβήσεις αυτό από το οποίο ξεκίνησες ή να παίξεις το τραγούδι που διάλεξες ξανά και ξανά. Όμως στις καρδιές των ανθρώπων κατοικεί ένα παράδοξο: την ίδια στιγμή που λαχταρούν την αγάπη, δυσκολεύονται να την προσφέρουν απλόχερα.
«Και τώρα έμενε αυτή η ανάβαση στο χωριό, στο Οροπέδιο, αυτή η νύχτα, η κηδεία το επόμενο πρωί και τέλος. Ύστερα ο Ηλίας θα μπορούσε να συνεχίσει σαν να μην είχε πατέρα».
Ο Κηπουρός και ο Θάνατος | Georgi Gospodinov | Εκδόσεις Ίκαρος
«Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος».
Ο πατέρας του συγγραφέα πεθαίνει. Αργά αργά τον εγκαταλείπει η ζωή κι εκείνος, ο γιος, του κρατά το χέρι και θυμάται. «Είχα βάλει μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι… έκανα πως διαβάζω, τον κοιτούσα και απλώς έμενα στο δωμάτιο μαζί του, ίσως ως αποζημίωση για όλες τις απουσίες μου».
Ζουν στη Βουλγαρία. Στη χώρα τους οι πατεράδες γαλουχούν τα παιδιά τους με αυστηρότητα.
Στον δικό του πατέρα άρεσε να φροντίζει τον κήπο. Γι’ αυτό ήθελε να επιστρέψει στο χωριό. Δεν άντεξε το διαμέρισμα με το μπαλκονάκι. Ήθελε να μιλάει στα λουλούδια του, να τα φροντίζει, να παίρνει ζωή. Έτσι έδειχνε την αγάπη του. Είναι παράξενο να χαϊδεύει κανείς ένα λουλούδι και να μην αγκαλιάζει το παιδί του.
Ο γιος ένιωσε έκπληξη ανακαλύπτοντας το ημερολόγιο του πατέρα του. Για την εποχή και τον τόπο τους, μια τέτοια συνήθεια έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματική. Φρόντιζε τον κήπο και παράλληλα σημείωνε τα πάντα στο ημερολόγιο γύρω από αυτόν. Μέχρι που, τον τελευταίο καιρό, οι λέξεις άρχισαν να αλλάζουν. Στις σελίδες του άρχισαν να τρυπώνουν και προσωπικές ιστορίες, όμως ο πόνος και η αρρώστια δυσκόλευαν πια το χέρι του.
Και ο συγγραφέας διατηρεί ημερολόγιο. Όταν άρχισε να γράφει, ο πατέρας του, «τριάντα σελίδες πριν», ήταν ακόμη ζωντανός.
Όταν ο δικός του πόνος γίνεται εντονότερος δεν είναι μόνο για τον θάνατο, αλλά και για τις ενοχές του, για αυτά που κράτησε κι εκείνος, που δεν είπε παρά μόνο έδειξε με μικρές πρακτικές χειρονομίες, όπως εκείνα τα ξυραφάκια που του έφερε σαν δώρο από το ταξίδι του, μια σιωπηλή συγγνώμη για όλες τις απουσίες του.
Όταν συνειδητοποίησε πως ο πατέρας του «ήταν ο άτλαντας που κρατούσε στους ώμους του τόνους παρελθόντος».
- Τη μετάφραση υπογράφει η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Ο Κόσμος Μέσα από τα Μάτια της Τέχνης – Δύο Ιστορίες
Βιβλία-Πυξίδες: Οι Προτάσεις του Αλέξη Πατέλη στο Big Zag
Γιάννης Ζινδριλής: «Η Φωτογραφία Είναι μια Μικρή Παράβαση του Κανόνα»