Κλιματική Αλλαγή: Δεν Υπάρχει Planet B για τον Εγκέφαλό μας

Κλιματική αλλαγή και εγκέφαλος

Συνηθίζουμε να μιλάμε για την κλιματική αλλαγή με όρους περιβάλλοντος και οικονομίας. Όμως η επίδρασή της είναι πιο προσωπική και πιο άμεση: αγγίζει τον εγκέφαλό μας, τη μνήμη, την προσοχή και την ψυχική μας ισορροπία.

Η κλιματική κρίση δεν είναι πια μια είδηση που προσπερνάμε στο δελτίο. Είναι ο καύσωνας που μας αφήνει άυπνους. Ο καπνός που θολώνει τον ουρανό. Η αίσθηση ότι ο καιρός έχει γίνει απρόβλεπτος. Συνήθως μιλάμε για τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον, στην οικονομία ή στις υποδομές. Σπανιότερα, όμως, αναρωτιόμαστε πώς επηρεάζουν όλα αυτά το πιο πολύτιμο και ευαίσθητο «οικοσύστημα» που διαθέτουμε: τον εγκέφαλό μας.

Η κλιματική πολιτική δεν είναι μόνο «πράσινη ανάπτυξη». Είναι επένδυση στη γνωστική απόδοση των παιδιών, στη μνήμη των ηλικιωμένων, στην ψυχική ανθεκτικότητα των κοινωνιών.

Ας Ξεκινήσουμε από τη Ζέστη…

Ο εγκέφαλος είναι ένα «ενεργοβόρο» όργανο: καταναλώνει περίπου το 20% της ενέργειας του σώματός μας, παρότι ζυγίζει μόλις το 2% του σωματικού βάρους. Η λειτουργία του βασίζεται σε εξαιρετικά λεπτές βιοχημικές ισορροπίες. Ακόμη και μικρή αύξηση της θερμοκρασίας δεν μας προκαλεί μόνο δυσφορία. Μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν οι νευρώνες (συναπτική μετάδοση), τη ρύθμιση των νευροδιαβιβαστών και τη νευροαγγειακή σύζευξη – δηλαδή, τον συντονισμό ανάμεσα στη νευρωνική δραστηριότητα και τη ροή αίματος που τροφοδοτεί τον εγκέφαλο.

Σε μελέτη των Park και συνεργατών στη Βοστώνη, φοιτητές που ζούσαν σε δωμάτια χωρίς κλιματισμό κατά τη διάρκεια καύσωνα συγκρίθηκαν με συμφοιτητές τους σε κλιματιζόμενους χώρους. Μέσω επαναλαμβανόμενων τεστ προσοχής, μνήμης εργασίας και χρόνου αντίδρασης σε κινητές συσκευές, καταγράφηκε κάτι σαφές: όσοι δεν είχαν κλιματισμό παρουσίασαν επιβράδυνση στον χρόνο αντίδρασης και έκαναν περισσότερα λάθη. Η διαφορά δεν περιοριζόταν σε υποκειμενική δυσφορία· αποτυπωνόταν σε αντικειμενικούς δείκτες γνωστικής απόδοσης.

Και αν νομίζουμε ότι πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο, τα δεδομένα σε μεγάλη κλίμακα λένε το αντίθετο. Οι Park και συνεργάτες ανέλυσαν δεδομένα από περίπου 10 εκατομμύρια μαθητές στις ΗΠΑ, συνδυάζοντας επιδόσεις σε σχολικά τεστ με μετεωρολογικά δεδομένα. Βρέθηκε ότι, χωρίς κλιματισμό, κάθε αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1 βαθμό της κλίμακας Fahrennheit σχετίζεται με μετρήσιμη μείωση της επίδοσης. Οι επιπτώσεις ήταν εντονότερες σε μαθητές χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, πιθανώς λόγω μικρότερης πρόσβασης σε κλιματισμό.

Τα αιωρούμενα μικροσωματίδια της ατμοσφαιρικής ρύπανσης δεν παραμένουν μόνο στους πνεύμονες. Μπορούν να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να φτάσουν μέχρι και στον εγκέφαλο.

Αλλά, Εκτός από τη Θερμοκρασία, Είναι και ο Αέρας που Αναπνέουμε

Τα αιωρούμενα μικροσωματίδια της ατμοσφαιρικής ρύπανσης δεν παραμένουν μόνο στους πνεύμονες. Μπορούν να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να φτάσουν μέχρι και στον εγκέφαλο. Εκεί, φαίνεται πως προκαλούν νευροφλεγμονή και οξειδωτικό στρες − βιολογικές διεργασίες που σχετίζονται με νευροεκφυλιστικές νόσους.

Μεγάλη μελέτη, βασισμένη σε δεδομένα από τη UK Biobank με πάνω από 187.000 άτομα άνω των 60 ετών και παρακολούθηση περίπου 7 ετών, εξέτασε τη σχέση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης με την εμφάνιση άνοιας. Βρέθηκε ότι η έκθεση σε μικροσωματίδια (PM2.5) και διοξείδιο του αζώτου (NO2) συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για άνοια συνολικά και ειδικά για νόσο Alzheimer και αγγειακή άνοια. Το εύρημα παρέμεινε ακόμη και όταν λήφθηκαν υπόψη γενετικοί παράγοντες κινδύνου, όπως το APOE-ε4. Δηλαδή, η ρύπανση φάνηκε να επηρεάζει τον κίνδυνο ανεξάρτητα από τη γενετική προδιάθεση.

Στα παιδιά, τα ευρήματα είναι ίσως ακόμη πιο ανησυχητικά. Στη Βαρκελώνη, μελέτη παρακολούθησε 2.715 μαθητές ηλικίας 7-10 ετών σε 39 σχολεία για διάστημα ενός έτους. Η ανάπτυξη της εργαζόμενης μνήμης και της προσοχής μετρήθηκε επαναλαμβανόμενα. Τα παιδιά που φοιτούσαν σε σχολεία με υψηλότερη κυκλοφοριακή ρύπανση εμφάνισαν βραδύτερη βελτίωση στις γνωστικές δοκιμασίες. Δεδομένου ότι η παιδική ηλικία είναι περίοδος ταχείας νευρωνικής ανάπτυξης, τέτοιες επιδράσεις ενδέχεται να έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Υπάρχει, Τέλος, και η Διάσταση του Ψυχολογικού Στρες

Οι φυσικές καταστροφές, η απώλεια κατοικίας, η οικονομική ανασφάλεια και η αβεβαιότητα για το μέλλον λειτουργούν ως έντονοι στρεσογόνοι παράγοντες. Για παράδειγμα, μελέτη της Ιατρικής Σχολής του Harvard σε επιζώντες του τυφώνα Katrina κατέγραψε σημαντική αύξηση στη συχνότητα σοβαρών ψυχικών διαταραχών και αυτοκτονικού ιδεασμού 5-8 μήνες και έναν χρόνο μετά το γεγονός, συγκριτικά με προγενέστερα επιδημιολογικά δεδομένα για το ίδιο δείγμα.

Σε νευροβιολογικό επίπεδο, το χρόνιο στρες «ξαναγράφει» τον εγκέφαλο: επηρεάζει τον ιππόκαμπο (μνήμη και μάθηση) και τον προμετωπιαίο φλοιό (λήψη αποφάσεων και αυτοέλεγχος), που μπορεί να αποδυναμωθούν. Την ίδια στιγμή, η αμυγδαλή, το κέντρο του φόβου και του άγχους, υπερενεργοποιείται. Όταν οι ορμόνες του στρες, όπως η κορτιζόλη, παραμένουν αυξημένες για μεγάλο διάστημα, δημιουργείται αυτό που οι νευροεπιστήμονες ονομάζουν «αλλοστατικό φορτίο»: μια συσσωρευτική φθορά στα νευρωνικά κυκλώματα. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι αυξημένος κίνδυνος για κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές και γνωστικές δυσκολίες. Αν μάλιστα το στρες ξεκινήσει νωρίς στη ζωή, μπορεί να αφήσει μακροχρόνιο βιολογικό αποτύπωμα στη λειτουργία του εγκεφάλου.

Τι Σημαίνουν Όλα Αυτά για τη Δημόσια Πολιτική;

Ότι η κλιματική πολιτική δεν είναι μόνο «πράσινη ανάπτυξη». Είναι επένδυση στη γνωστική απόδοση των παιδιών, στη μνήμη των ηλικιωμένων, στην ψυχική ανθεκτικότητα των κοινωνιών. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η κλιματική πολιτική είναι και πολιτική δημόσιας υγείας. Η μείωση των ρύπων, η αύξηση του αστικού πρασίνου (που έχει συσχετιστεί με καλύτερη ψυχική υγεία), οι υποδομές για την αντιμετώπιση ενός καύσωνα, όλα αυτά, εκτός από τον πλανήτη, προστατεύουν και τα νευρωνικά μας δίκτυα.

Συμπερασματικά, η κλιματική κρίση δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα· είναι και ζήτημα εγκεφάλου. Και ο ανθρώπινος εγκέφαλος, σε αντίθεση με τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας, δεν έχει εφεδρικό πλανήτη.

Δεν υπάρχει Planet B για τον εγκέφαλό μας.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: 

Νευροεπιστήμες και Εκπαίδευση: Το Μέλλον της Μάθησης είναι… Εγκεφαλικό!

Sensory Literacy: Πώς η Αισθητηριακή Επιστήμη Αλλάζει το Μέλλον της Διατροφής

Μπορεί ένα Chatbot να Αντικαταστήσει τον Θεραπευτή;

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Let's Science
Let's Science

Η Μαριέττα Παπαδάτου-Παστού γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε ψυχολογία. Έκανε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές πάνω στη νευροψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα, είναι επιστημονική συνεργάτης του Health and Cognition Lab του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και συνεργάτης της νεοφυούς επιχείρησης iConcipio που αναπτύσσει διαδικτυακά συστήματα ακαδημαϊκής και ψυχολογικής υποστήριξης φοιτητών, με έδρα το Λονδίνο. Όταν δεν βρίσκεται στο αμφιθέατρο ή στο γυμναστήριο, βρίσκεται πίσω από ένα υπολογιστή στο σπίτι. Της αρέσει να ταξιδεύει και να μαθαίνει - και να μοιράζεται τις εντυπώσεις της με άλλους. Αγαπά τη συμπεριφορά, το νου και τον εγκέφαλο, και διασκεδάζει εκλαϊκεύοντας την επιστήμη και προωθώντας την επιστημονική σκέψη.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+