Στην παραλία αφήνουμε για λίγο πίσω όσα μας βαραίνουν. Τι θα γινόταν αν, μαζί τους, αφήναμε και τα στερεότυπα που κουβαλάμε μια ολόκληρη ζωή;
Κάθε καλοκαίρι η θάλασσα μοιάζει να υπογράφει για εμάς μια ιδιότυπη άδεια. Από τη δουλειά και τις έγνοιες της, τα ασφυκτικά παπούτσια και το smartwatch που μετρά τον χρόνο και τις επιδόσεις μας, από τα ατελείωτα προγράμματα και τις υποχρεώσεις.
Όμως, αλίμονο! Όσο κι αν προσδοκούμε λίγες ημέρες ανεμελιάς και ελευθερίας, όσο κι αν απλώνουμε στην άμμο την πετσέτα, το αντηλιακό, το βιβλίο και την υπόσχεση για απολαυστικά μακροβούτια, υπάρχουν πράγματα που ταξιδεύουν πάντα μαζί μας.
Στερεότυπα. Ταμπέλες. Σχόλια που ακούσαμε μεγαλώνοντας. Μικρές οδηγίες για το πώς «πρέπει» να είναι ένας άντρας και πώς «πρέπει» να είναι μια γυναίκα.
Ο άντρας που θα ανοίξει την ομπρέλα επειδή «είναι ο δυνατός». Η γυναίκα που θα τυλίξει διακριτικά το παρεό γύρω από τη μέση της προτού σηκωθεί από την ξαπλώστρα. Η μητέρα που εξηγεί, σχεδόν με τύψεις, ότι άφησε για λίγες ημέρες τα παιδιά στη γιαγιά. Ο άντρας που δεν κλαίει, ακόμη κι όταν νιώθει απέραντη μοναξιά. Η γυναίκα που δεν πρέπει να γερνάει.
Ο κατάλογος είναι μακρύς. Και οι ρίζες του βαθιές. Γιατί τα στερεότυπα δεν επιβιώνουν μόνο μέσα από μεγάλες ιδέες. Καραδοκούν μέσα στις μικρές ιστορίες της καθημερινότητας.
Γι’ αυτό ζητήσαμε από τους συνεργάτες της αθηΝΕΑς να απαντήσουν σε μία μόνο ερώτηση.
«Αν αυτό το καλοκαίρι μπορούσατε να πετάξετε στη θάλασσα ένα και μόνο στερεότυπο που συνδέεται με το φύλο σας, ποιο θα ήταν;»
Και γράψαμε. Για μια προσδοκία που δεν διαλέξαμε ποτέ. Για μια φράση που μας ακολουθεί χρόνια. Για ένα βλέμμα που εξακολουθεί να μας ενοχλεί. Για έναν ρόλο που δεν επιλέξαμε, αλλά κάποιος τον έγραψε για εμάς πριν από εμάς.
ΥΓ. Οι «Μικρές Ιστορίες Λουομένων» διαβάζονται ιδανικά στην παραλία, αλλά ελπίζουμε να λειτουργήσουν και ως ένα μικρό αντίδοτο απέναντι στα στερεότυπα.
Η Σιωπή των Αντρών
Να είσαι δυνατός. Σωματικά και ψυχικά. Έτσι είναι η ζωή. Να τιμάς τα παντελόνια σου. Να στηρίζεις τους γονείς που γερνάνε και την οικογένεια που έχεις. Να ακούς για γυναικοκτονίες και διακρίσεις γυναικών στη δουλειά, και να μην μπορείς να πεις εύκολα «δεν είμαστε όλοι έτσι». Να παλεύεις μια ζωή για να βρεις συντρόφια, αλλά να τρως απορρίψεις, γιατί έτσι λειτουργεί η βιολογία. Να κοιτάνε όλοι τα συμπτώματα και ελάχιστοι να ψάχνουν την αιτία. Και σε όλα αυτά, μια απύθμενη μοναξιά, που κάνουμε όλοι σαν να μην υπάρχει. Γιατί, αν μιλήσουμε, είμαστε ανώριμοι, όπως οι περισσότεροι άντρες.
Μανόλης Χρύσαλλος
Ποιος Κρατάει το Παιδί;
Συχνά, όταν ταξιδεύω για δουλειά, μου κάνουν την ερώτηση: «Ποιος κρατάει το παιδί όσο λείπεις;». Ο πατέρας του, απαντώ. Και σχεδόν πάντα ακολουθεί το «Και τα καταφέρνει;».
Δεν με ενοχλεί επειδή είναι αδιάκριτη, με ενοχλεί επειδή αποκαλύπτει μια βαθιά πεποίθηση: ότι η επαγγελματική απουσία του πατέρα είναι αυτονόητη, ενώ της μητέρας χρειάζεται εξήγηση, σχεδόν έγκριση. Και ότι η γονεϊκή επάρκεια του πατέρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως αξιοσημείωτο επίτευγμα.
Ως πανεπιστημιακός, ταξιδεύω για συνέδρια, συνεργασίες και έρευνα – όπως ακριβώς και ο σύζυγός μου, συνομήλικος και συνάδελφος. Δεν ρωτάμε τις γυναίκες αν είναι καλές επιστήμονες, τις ρωτάμε αν έχουν βρει ποιος θα τις αντικαταστήσει στο σπίτι. Όταν λείπει εκείνος, κανείς δεν ρωτάει αν εγώ τα καταφέρνω. Θεωρείται δεδομένο.
Κι όμως, αυτό το στερεότυπο μας «αδικεί» και τους τρεις: εμένα, που με βάζει να εξηγούμαι· εκείνον, που υποτιμά τη γονεϊκή επάρκειά του· και το παιδί μας, που αξίζει να ξέρει ότι έχει δύο εξίσου ικανούς φροντιστές. Θα το άφηνα ευχαρίστως να το πάρει το πρώτο μεγάλο κύμα.
Μαριέττα Παπαδάτου-Παστού
Λίγο Λιγότερη
Αν μπορούσα να πετάξω στη θάλασσα ένα στερεότυπο, θα ήταν η προσδοκία ότι οι γυναίκες πρέπει πάντα να είναι «λίγο λιγότερο». Θυμάμαι πολλές στιγμές που σκέφτηκα όχι τι θα πω, αλλά μήπως το πω «πολύ» δυναμικά, «πολύ» ξεκάθαρα ή «πολύ» αποφασιστικά. Γιατί μια γυναίκα με άποψη συχνά χαρακτηρίζεται δύσκολη, υπερβολική ή εγωίστρια.
Δεν χρειαζόμαστε να μικραίνουμε τον εαυτό μας για να γίνουμε αποδεκτές. Χρειαζόμαστε περισσότερο χώρο για να είμαστε αυθεντικές, χωρίς απολογίες και χωρίς ταμπέλες.
Μυλαίδη Στούμπου
Ποιος θα το Φτιάξει;
Μια ζωή, όταν χαλούσε κάτι στο σπίτι, κοίταζαν πρώτα τον πατέρα μου και μετά εμένα. Δεν το είχα ποτέ με τα μαστορέματα, ούτε εκείνος. Με μια μητέρα που ήταν τόσο καλή «ηλεκτρολόγος» όσο και καλή «υδραυλικός», που έφτιαχνε ό,τι χαλούσε σπίτι, εδραιώθηκε μέσα μου η πεποίθηση ότι μια γυναίκα θα μπορούσε πάντα να τα διορθώσει όλα.
Μεγαλώνοντας εξελίχθηκα στην… ντροπή των αντρών. Όπως τουλάχιστον όριζε το στερεότυπο. Ότι οι άντρες κάνουν όλα τα μαστορέματα. Μια αγαπημένη μου, που γενικά με εκτιμούσε, έλεγε χαριτολογώντας πως «έπρεπε να επιλέξω τον αδελφό σου», ο οποίος ήταν η επιτομή του φτιάχνω ό,τι χαλάει.
Δε θα γίνω ποτέ μάστορας. Ξέρω όμως ποιος θα το φτιάξει. Και φροντίζω να το κάνει στην ώρα του και σωστά. Και αυτό μαστοριά θέλει.
Λευθέρης Πλακίδας
Γενικώς και Αδιακρίτως
Η απόδοση χαρακτηριστικών λειτουργιών και ρόλων στα άτομα που τους επιτελούν, αντανακλά εξ ορισμού τα στερεότυπα. Είναι κοινωνικό χρέος καθενός ατόμου που κατέχει στερεότυπα που συντηρούν και ενισχύουν συγκρουσιακές σχέσεις εξουσίας να τα αμφισβητεί και μαζί την εξουσία που τα συνοδεύει. Η ταυτότητα που κουβαλάει ένας cis straight λευκός άνδρας είναι σχετικά εύκολη, προετοιμασμένη και δυστυχώς πλειονοτική.
Τα στερεότυπα που τη χαρακτηρίζουν, θεμελιώνουν ένα φάσμα καλοπροαίρετου και κακοπροαίρετου σεξισμού, συντηρούν και αναπαράγουν την πατριαρχική-καταναλωτική δομή της κοινωνίας και κατ’ επέκταση των κοινωνικών σχέσεων και ταυτοτήτων.
Αν μπορούσα να απαντήσω στο ερώτημα του «ποιο σεξιστικό στερεότυπο θα ήθελα να αφορίσω στη θάλασσα», δυστυχώς θα απαντούσα με μια γενικότητα, η οποία θα περιέκλειε όλα τα στερεότυπα που επιβάλλουν τις σχέσεις εξουσίας – είτε αυτό σημαίνει να επιτελείς τις κοινωνικές επιταγές και να γίνεσαι ανταγωνιστικός είτε να καταναλώνεις αγαθά και να συσσωρεύεις κεφάλαιο (οικονομικό, φυσικό, κοινωνικό και πολιτισμικό) ακριβώς επειδή μπορείς λόγω της θέσης σου.
Μίνως Ντίνας
Μια Αθώα Ερώτηση
Σε ένα επαγγελματικό τραπέζι δεκαπέντε περίπου ανθρώπων, σχεδόν άγνωστων μεταξύ μας, τα χαμόγελα, η ευγένεια αλλά και η αμηχανία περισσεύουν. Η κουβέντα ξεκινά από τον λόγο που μας έφερε όλους εκεί, περνά και από την επικαιρότητα, συνεχίζεται περί ανέμων και υδάτων και, σχεδόν πάντα, καταλήγει στα προσωπικά.
Από την άκρη του τραπεζιού ακούγεται μια φωνή.
«Εσύ, Κυβέλη, παιδάκια έχεις»;
«Όχι, δεν έχω».
«Α!… Δεν πειράζει. Κανένα παιδί, ένας καημός. Πολλά παιδιά, πολλοί καημοί».
«Δεν έχω καημό. Επιλογή μου ήταν».
Μικρή παύση…
«Ε!… καλά».
«Ναι, πράγματι. Πολύ καλά. Και, στη δική μου περίπτωση, ακριβώς όπως το επιθυμούσα».
Κανείς δεν είχε πρόθεση να προσβάλλει. Κι όμως, μέσα σε λίγες μόνο ατάκες, ένα στερεότυπο είχε μόλις πάρει θέση στο τραπέζι μαζί μας.
Κυβέλη Χατζηζήση
Το Τσαλακωμένο Πουκάμισο
«Κοίτα, φοράει τσαλακωμένο πουκάμισο. Η γυναίκα του δεν τον βλέπει;» Όχι, δεν τον βλέπει κάθε πρωί σαν υπεύθυνη ποιοτικού ελέγχου πριν βγει από το σπίτι. Αν μπορεί να οδηγήσει, να ψηφίσει και να διευθύνει μια εταιρεία, μάλλον μπορεί να αποφασίσει και αν θα σιδερώσει το πουκάμισό του. Είναι ένας ενήλικος άνθρωπος με μάτια, καθρέφτη και –ελπίζω– σίδερο.
Πάντα με διασκεδάζει το πόσο εύκολα ένα τσαλακωμένο πουκάμισο μετατρέπεται σε αποτυχία μιας γυναίκας. Για μια γυναίκα με ασιδέρωτο πουκάμισο δεν έχω ακούσει ποτέ κανέναν να αναρωτιέται αν «ο άντρας της δεν τη φροντίζει». Μια τόσο μικρή φράση, που όμως κουβαλάει ολόκληρη την πεποίθηση ότι η γυναίκα είναι η μόνιμη διαχειρίστρια της ζωής των άλλων. Αυτό το στερεότυπο θα το άφηνα ευχαρίστως να παρασυρθεί από το πρώτο κύμα.
Όλγα Αντωνέα
Διάθεση να Υπάρχει…
Αντρικές δουλειές… Ένα στερεότυπο που, καμιά φορά, με βολεύει, αλλά θα ήθελα να ξεφορτωθώ. Συχνά προκύπτουν μικροδουλειές στο σπίτι: το στεφάνι της τουαλέτας που θέλει σφίξιμο, τα χερούλια της καρέκλας γραφείου που χρειάζονται αντικατάσταση, ένας πίνακας που περιμένει να κρεμαστεί. Με ένα κατσαβίδι, ένα σφυρί και λίγη υπομονή, όλα αυτά γίνονται σε μισή ώρα. Στο μυαλό μου, όμως, φαντάζουν βουνό.
Δεν είναι θέμα δύναμης (νομίζω), ούτε δεξιότητας (ελπίζω). Μήπως είναι θέμα διάθεσης; Όπως ένα μικρό παιδί ξέρει ότι ο γονιός θα το βοηθήσει σε κάθε δυσκολία, έτσι κι εγώ βολεύομαι με τη σκέψη ότι «αυτό μπορεί να το κάνει ο άντρας μου». Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι, ανεξαρτήτως φύλου, που «πιάνουν» περισσότερο τα χέρια τους. Αν όμως δεν είχα άλλη επιλογή, ελπίζω πως κάπως θα τα κατάφερνα.
Αλεξία Εμμανουηλίδου
Χωρίς Υποδεκάμετρο
Ένα αδιάκοπο σλάλομ εγώ και τα στερεότυπα. Όταν λυγίζω, σκέφτομαι πως γεννήθηκαν πολύ πριν από μένα – άνισος αγώνας λοιπόν. Ήταν εκεί πριν κοπεί ο ομφάλιος λώρος, όπως οι Τρεις Μοίρες πάνω από το προσκεφάλι – ή, μήπως, σαν Ερινύες που με καταδίωκαν πριν καν γεννηθώ;
Με μέτρησαν με υποδεκάμετρο, μοιρογνωμόνιο, διαβήτη και στροφόμετρο, με σχεδίασαν με πένα ανεξίτηλη και βρήκαν πως χωρούσα ακριβώς στην προκρούστεια προγονική κλίνη.
Τα χρόνια πέρασαν, άλλαξαν οι εποχές, άλλαξαν και τα στερεότυπα.
Τώρα, σε αυτή την όχθη, λέω να πετάξω στη θάλασσα το στερεότυπο της εξαναγκασμένης συμμόρφωσης. Φταίχτης το υποδεκάμετρο, άγρυπνος φρουρός που ισιώνει ό,τι φτιάχνω με κόπο και θυσίες, αποτινάσσοντας τόσα και τόσα στερεότυπα. Μήπως τα ίχνη τους ζουν και βασιλεύουν; Μήπως άφησα τη δουλειά μισοτελειωμένη;
Φύγε, φύγε υποδεκάμετρο! Με θέλω ολόκληρη, με τα ίχνη, τα φαντάσματα και τις μικρές κραυγές τους.
Δέσποινα Ράμμου
Το Βλέμμα τους
Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα και κατάλαβα ότι δεν με αγγίζει κανένα στερεότυπο εκτός από τα φυσικά αίτια του γήρατος. Θα πάω στο μπιτς μπαρ με τις φίλες μου και θα απολαύσω το μπάνιο μου. Βέβαια, σκέφτομαι ότι η κυτταρίτιδα έχει ξεπεράσει τα όρια, οι ευρυαγγείες μου επίσης, ε, και μια χαλαρωσούλα την έχω, αλλά δεν μασάω. Θα πάμε και δεν ακούω κουβέντα.
Με το που σκάμε μύτη αντιλαμβάνομαι κάποια γυαλιά να κατεβαίνουν χαμηλότερα για να μας δουν καλύτερα. «Τι κοιτάνε;» λέω. Δεν μοιάζουμε και με την Καπνικαρέα, που λένε. Καλά, με το που βγάζουμε το μπουρνούζι μας και βάζουμε παπουτσάκια και σκουφάκι αρχίζει το γλέντι. Σαν να ακούμε «τι θέλουν οι θείτσες εδώ»;
Ε, λοιπόν, παίρνω ανάποδες και είμαι έτοιμη να πετάξω στη θάλασσα το άγρυπνο και αδυσώπητο βλέμμα τους που καραδοκεί να αποτιμήσει την κυτταρίτιδα και τη φλεβίτιδα κάθε γυναίκας που τολμά να κάνει το μπάνιο της όπου θέλει. Μπλουμ!
Στέλλα Ερεσσίου
Να Χωράμε…
Αν αυτό το καλοκαίρι μπορούσα να πετάξω στη θάλασσα ένα και μόνο στερεότυπο που συνδέεται με το φύλο μου, θα ήταν η ιδέα ότι πρέπει να χωράμε όλοι σε συγκεκριμένα καλούπια. Θα άφηνα να παρασυρθεί από τα κύματα η πεποίθηση πως η αξία, η δύναμη ή η ευαισθησία ενός ανθρώπου καθορίζονται από το φύλο του.
Για χρόνια, πολλά στερεότυπα μας μαθαίνουν τι «ταιριάζει» στους άντρες και τι «ταιριάζει» στις γυναίκες: πώς πρέπει να φερόμαστε, τι επαγγέλματα να επιλέγουμε, πώς να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας, ακόμα και πώς να βλέπουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Όμως κανένας άνθρωπος δεν είναι μόνο μια ταυτότητα φύλου. Είμαστε όνειρα, επιλογές, εμπειρίες, φόβοι και επιθυμίες.
Θα ήθελα αυτό το καλοκαίρι η θάλασσα να πάρει μαζί της την ανάγκη να αποδεικνύουμε συνεχώς ότι είμαστε «αρκετά» σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων. Να μείνει πίσω η ελευθερία να είμαστε αυθεντικοί, να δημιουργούμε και να διεκδικούμε τη θέση μας χωρίς περιορισμούς.
Γιατί η πραγματική ισότητα δεν σημαίνει να γίνουμε όλοι ίδιοι, αλλά να μπορούμε όλοι να είμαστε διαφορετικοί χωρίς φόβο και χωρίς στερεότυπα.
Γιώργος Βελισσάριος
Η «Υποχρέωση» να Αρέσεις
Αν είναι να πετάξω ένα στερεότυπο στη θάλασσα αυτό το καλοκαίρι, θα ήταν η απαίτηση να είμαι πάντα αρεστή. Και λέω απαίτηση, διότι για χρόνια μαθαίνουμε, συχνά χωρίς κανείς να το λέει ξεκάθαρα, ότι η «καλή» γυναίκα είναι εκείνη που χαμογελά, που δεν ενοχλεί, που βρίσκει τον σωστό τρόπο να πει τα πράγματα ώστε να μην αναστατώσει τους γύρω της. Όμως η αποφασιστικότητα δεν είναι ελάττωμα και η διεκδίκηση δεν είναι αγένεια.
Έχω δει πόσο διαφορετικά ερμηνεύεται η ίδια συμπεριφορά ανάλογα με το αν προέρχεται από έναν άντρα ή από μια γυναίκα. Ο άντρας είναι δυναμικός, η γυναίκα είναι «δύσκολη». Αυτός έχει άποψη, εκείνη «υπερβάλλει». Θα ήθελα να αφήσουμε πίσω την ανάγκη να μικραίνουμε τον εαυτό μας για να χωρέσουμε στις προσδοκίες των άλλων. Η ευγένεια είναι δύναμη, αλλά η διαρκής προσπάθεια να αρέσουμε σε όλους είναι βάρος και εν τέλει προδοσία προς τον εαυτό μας.
Ρία Σπύρου
Χωρίς Ρετούς
Αν μπορούσα να πετάξω ένα στερεότυπο στη θάλασσα αυτό το καλοκαίρι, θα ήταν η πεποίθηση ότι μια γυναίκα οφείλει να είναι διαρκώς περιποιημένη και ευχάριστη στην εικόνα της. Υπάρχει η αντίληψη ότι η αξία μιας γυναίκας είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εικόνα της. Μαθαίνουμε ότι πρέπει να είμαστε όμορφες, περιποιημένες, αδύνατες, σαν η εμφάνιση, ως πρώτη εντύπωση, να είναι το πρώτο και σημαντικότερο χαρακτηριστικό μας.
Με κουράζει το πόσο φυσιολογικό θεωρείται να σχολιάζεται η εμφάνισή μας: αν είμαστε άβαφες, αν έχουμε λευκές τρίχες, αν είμαστε με μαλλιά περιποιημένα ή ατημέλητα, αν πήραμε ή χάσαμε κιλά, αν κουραστήκαμε. Σαν να είναι το σώμα μιας γυναίκας δημόσιος χώρος, ανοιχτός σε παρατηρήσεις και αξιολογήσεις.
Νομίζω πώς δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε ακούσει «συμβουλευτικής» χροιάς προτροπές: «Μην βάλεις έντονα χρώματα, καλύτερα μαύρο για να φαίνεσαι πιο αδύνατη, ή οι ρίγες στα ρούχα πρέπει να είναι κάθετες και όχι οριζόντιες γιατί σε παχαίνουν, ή μήπως έχεις ντυθεί πολύ casual/επίσημα/προκλητικά/θηλυκά, ή δεν έχεις μακιγιαριστεί και θα φαίνεσαι κουρασμένη, ή έχεις έντονο μακιγιάζ και φαίνεσαι μεγάλη».
Υπάρχουν ρούχα που είναι «για το σώμα σου» και άλλα που «δεν σου επιτρέπονται». Υπάρχουν μέρες που κάθε γυναίκα, αλλά και οποιοσδήποτε και σε οποιαδήποτε ηλικία, μπορεί να επιλέξει να είναι απλώς πιο άνετα επειδή έτσι νιώθει καλά, χωρίς να συμβαίνει κάτι, χωρίς «γιατί».
Η φυσική εικόνα μιας γυναίκας δεν πρέπει να θεωρείται πρόβλημα που χρειάζεται εξήγηση. Θα ήθελα να μπορούμε να υπάρχουμε, να μεγαλώνουμε όμορφα χωρίς να αισθανόμαστε ότι πρέπει διαρκώς να ανταποκρινόμαστε σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο ομορφιάς, χωρίς να αισθανόμαστε ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύουμε πως είμαστε όμορφες και φροντισμένες. Η εικόνα είναι ένας τρόπος έκφρασης, όχι μέτρο αξίας, ικανότητας ή αυτοσεβασμού.
Ντέπυ Κορεντίνη
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ και στο μηνιαίο newsletter No Man’s Land – στο οποίο μπορείτε να κάνετε την εγγραφή σας εδώ.
Πότε Ξεχάσαμε να Μην Κάνουμε Τίποτα;